Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι πια απλώς κυβερνητικό. Δεν αφορά μόνο μια κακή διαχείριση, μια διεφθαρμένη εξουσία ή ένα σκάνδαλο που προστίθεται στα προηγούμενα. Είναι βαθύτερο. Είναι καθεστωτικό. Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε ένα Υπαρξιακό Πρόβλημα, επειδή οι βασικοί θεσμοί –αυτοί που θα έπρεπε να εγγυώνται τη δημοκρατική λειτουργία, τη δικαιοσύνη, την εθνική κυριαρχία και την κοινωνική προστασία– έχουν μετατραπεί σε μηχανισμούς αναπαραγωγής ενός κλειστού πολιτικού συστήματος.
Το πολιτικό σκηνικό έχει καρτελοποιηθεί. Όπως υπάρχουν καρτέλ στην ενέργεια, στα τρόφιμα, στις τράπεζες και στις μεγάλες αγορές, έτσι υπάρχει και ένα πολιτικό καρτέλ που αποδέχεται το ίδιο βασικό πλαίσιο: μνημονιακές δεσμεύσεις, εξάρτηση, εκποίηση δημόσιας περιουσίας, μετατροπή της χώρας σε κόμβο υπηρεσιών, βάσεων, τουρισμού και ενέργειας, χωρίς παραγωγική βάση και χωρίς πραγματικό σχέδιο εθνικής ανασυγκρότησης.
Η συγκρότηση αυτού του καθεστώτος δεν έγινε από τη μια μέρα στην άλλη. Πέρασε μέσα από τα μνημόνια, την επιτήρηση, την υποθήκευση της δημόσιας περιουσίας, την αποδοχή ότι οι μεγάλες αποφάσεις θα λαμβάνονται έξω από την κοινωνία και συχνά έξω από τη χώρα. Το τρίτο μνημόνιο υπήρξε σημείο καμπής. Εκεί διαμορφώθηκαν οι «δεσμοί αίματος» ενός πολιτικού συστήματος που, παρά τις επιμέρους αντιπαραθέσεις του, συμφωνεί στα βασικά. Κάποιοι κυβέρνησαν, κάποιοι αντιπολιτεύτηκαν, αλλά το πλαίσιο έμεινε άθικτο.
Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ιδωθεί και η υπόθεση των υποκλοπών. Η οποία, πέρα από μια σκοτεινή ιστορία παρακολουθήσεων, είναι υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας της χώρας. Δημοσιογράφοι, πολιτικοί, κρατικοί λειτουργοί και άλλοι παράγοντες της δημόσιας ζωής παρακολουθούνται, και αυτό επιβάλλεται ως κανονικότητα από το καθεστώς. Ποιος ελέγχει ποιον, με ποια μέσα και με ποια ανοχή; Η εμπλοκή μάλιστα ισραηλινών πρακτόρων (πρώην στέλεχος του IDF), που παριστάνουν τους επιχειρηματίες και πλέον εκβιάζουν ανοιχτά το Μαξίμου, θέτει και θέμα ύψιστης εθνικής ασφάλειας, καθιστώντας την κυβέρνηση υπόλογη για προδοσία. Αλλά κανείς δεν μιλά γι’ αυτό, ούτε οι κυβερνώντες ούτε οι επιφανειακώς αντιπολιτευόμενοι.
Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί το σχέδιο συγκάλυψης που ακολούθησε. Αντί να υπάρξει πλήρης διαλεύκανση, θεσμική λογοδοσία και πολιτικές ευθύνες, είδαμε μια διαρκή προσπάθεια να κλείσει ο φάκελος, να χαθεί η ουσία, να περιοριστεί η υπόθεση σε διαδικαστικά ζητήματα. Τώρα η ίδια η κορυφή της Δικαιοσύνης εμφανίζεται να μπλοκάρει την περαιτέρω διερεύνηση, με τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ. Κωνσταντίνο Τζαβέλλα, να γίνεται για μια ακόμη φορά ασπίδα στο καθεστώς Μητσοτάκη. Το πρόβλημα ξεπερνά την εκτελεστική εξουσία και αποκαλύπτει συνολικά τη θεσμική συνευθύνη ενός σάπιου καθεστώτος.
Η Δικαιοσύνη, αντί να λειτουργεί ως ανάχωμα, μοιάζει συχνά να λειτουργεί ως φίλτρο προστασίας του συστήματος. Η Βουλή, αντί να ελέγχει, μετατρέπεται σε χώρο ανταλλαγής ευθυνών χωρίς συνέπειες. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης καταγγέλλουν όταν βρίσκονται εκτός εξουσίας, αλλά σπάνια αμφισβητούν το πλαίσιο που παράγει τα ίδια φαινόμενα. Τα μέσα ενημέρωσης, με λίγες εξαιρέσεις, λειτουργούν περισσότερο ως μηχανισμοί διαχείρισης εντυπώσεων παρά ως εργαλεία ελέγχου της εξουσίας.
Έτσι δημιουργείται ο θεσμικός βούρκος: κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη, κανείς δεν φτάνει μέχρι τέλους, κανείς δεν ακουμπά τον πυρήνα του προβλήματος. Η υπόθεση των υποκλοπών, η εκποίηση των δημόσιων υποδομών, η ακρίβεια, η διάλυση του πρωτογενούς τομέα, η εμπλοκή σε πολεμικούς σχεδιασμούς, όλα μοιάζουν διαφορετικά ζητήματα. Στην πραγματικότητα συνδέονται. Είναι εκδηλώσεις του ίδιου αδιεξόδου.
Το καθεστώς αυτό προτείνει στην κοινωνία έναν μόνο δρόμο: προσαρμογή. Να βολευτεί ο καθένας όπως μπορεί, να επιβιώσει με επιδόματα, να μην ζητά πολλά, να μην διεκδικεί σχέδιο, δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια, κυριαρχία. Όμως μια χώρα δεν μπορεί να σταθεί έτσι. Δεν μπορεί να υπάρξει εθνικό μέλλον όταν η δημόσια περιουσία εκποιείται, οι θεσμοί υποχωρούν, η Δικαιοσύνη αμφισβητείται και η κοινωνία μένει χωρίς φωνή.
Το Υπαρξιακό Πρόβλημα της Ελλάδας είναι ακριβώς αυτό: δεν λείπει μόνο μια άλλη κυβέρνηση. Λείπει μια άλλη κατεύθυνση. Λείπει μια πολιτική δύναμη και μια κοινωνική κίνηση που να σπάσει το καρτέλ, να αμφισβητήσει το καθεστώς επιτροπείας και να επαναφέρει στο κέντρο το ερώτημα: ποια χώρα θέλουμε, ποιος αποφασίζει γι’ αυτήν, προς όφελος ποιου;







































































