Είναι προφανές ότι η χώρα βρίσκεται μπροστά σε μεγάλες τρικυμίες, που απορρέουν από την πολυεπίπεδη διεθνή κρίση, της οποίας τα νέα επεισόδια ‒πολεμικά και μη‒ προμηνύουν δραματικές αλλαγές στην οικονομική και κοινωνική κατάσταση. Η σύμπτωση αυτών των εξελίξεων με την εσωτερική κατάσταση της χώρας, η οποία κυριαρχείται από τα σκάνδαλα της κυβέρνησης της Ν.Δ. (ΟΠΕΚΕΠΕ, υποκλοπές, Τέμπη), λειτουργεί ως επιταχυντής των πολιτικών διεργασιών για την επόμενη μέρα, επαναφέρει το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών, αναγκάζει σε ελιγμούς τα κόμματα ‒υπαρκτά και υπό δημιουργία‒ και φέρνει ξανά στο προσκήνιο τα μεγάλα προβλήματα του πολιτικού συστήματος.
Διάγγελμα διαχείρισης της πολιτικής κρίσης
Η κυβέρνηση βρίσκεται εξαιρετικά στριμωγμένη, μετά τις νέες εξελίξεις στις υποκλοπές και τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ενώ και οι εν εξελίξει δίκες για τα Τέμπη διεξάγονται με τρόπο που αναζωπυρώνει τη δυσαρέσκεια για τη συγκάλυψη που επιχειρείται ακόμη και σήμερα. Ο Κ. Μητσοτάκης προσπάθησε μάταια, μέσα από το διάγγελμά του, να διαχειριστεί την κατάσταση. Για πολλοστή φορά, συμπεριφέρθηκε λες και η Ν.Δ. δεν κυβερνά τη χώρα για δεύτερη συνεχόμενη θητεία. Η άρση ασυλίας υπόδικων βουλευτών και υπουργών και οι παραιτήσεις κυβερνητικών στελεχών δεν εντυπωσιάζουν. Αφενός, η κυβέρνηση της Ν.Δ. έχει βρεθεί επανειλημμένα υπόλογη για ζητήματα διαφθοράς μέσα σε δύο θητείες. Αφετέρου, ανάλογοι χειρισμοί έχουν ξαναγίνει (βλέπε παραίτηση υπουργού Μεταφορών Κ. Αχ. Καραμανλή) και δεν μπορούν να πείσουν ούτε ως κίνηση καλής θέλησης ούτε ως πολιτικό τεκμήριο αθωότητας. Η κυβέρνηση έχει αποδείξει ότι χρησιμοποιεί τέτοιες κινήσεις για μιντιακούς λόγους, για να τις αποσβέσει στη συνέχεια με διάφορους χειρισμούς.
Η δήθεν στρατηγική εξυγίανσης του ΟΠΕΚΕΠΕ μέσω της ψηφιοποίησης είναι κυριολεκτικά για γέλια. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι ήδη εν μέρει ψηφιοποιημένος, ενώ είναι φανερό ότι η ύπαρξη τεχνολογικών μέσων δεν εξαλείφει τη διαφθορά. Τρανό παράδειγμα είναι οι υποκλοπές, όπου χρησιμοποιήθηκαν υπερσύγχρονα μέσα, αλλά και οι απευθείας αναθέσεις που κάνει η κυβέρνηση για την ίδια την ψηφιοποίηση που ευαγγελίζεται. Τέλος, η πρόταση του Κ. Μητσοτάκη για συνταγματική αναθεώρηση και ασυμβίβαστο υπουργών-βουλευτών δεν αξίζει καν σχολιασμό ως προς την ουσία της, δεδομένου ότι ακούγεται τουλάχιστον παράδοξο μια υπόδικη κυβέρνηση να μιλά για αναθεώρηση του Συντάγματος.
Επικοινωνιακή και επιχειρησιακή διαχείριση των σκανδάλων
Τη διαχείριση των σκανδάλων, πέρα από τον Κ. Μητσοτάκη, φαίνεται να έχουν αναλάβει οι Α. Γεωργιάδης και Γ. Φλωρίδης, σε ρόλο ανερυθρίαστων υπερασπιστών του κυβερνητικού κρετινισμού. Ο μεν Φλωρίδης, από τη θέση του υπουργού Δικαιοσύνης, έχει αναλάβει τη διαχείριση του εγκλήματος των Τεμπών, καθυβρίζοντας με χυδαίο τρόπο όποιον εμπλεκόμενο, συγγενή, πραγματογνώμονα ή συνήγορο καταγγέλλει τις συνθήκες και τον τρόπο διεξαγωγής των δικών. Ο δε Γεωργιάδης, εντός και εκτός Βουλής, προσπαθεί να πείσει ότι τα σκάνδαλα ‒ιδίως αυτό του ΟΠΕΚΕΠΕ‒ ήταν λίγο πολύ γνωστά και ότι όλοι κάνουν ορισμένες «εξυπηρετήσεις».
Στο ίδιο μοτίβο κινούνται και άλλα κυβερνητικά στελέχη, που τις τελευταίες μέρες δηλώνουν ότι δέχονταν διαρκώς και επίμονα αιτήματα για «εξυπηρετήσεις» από βουλευτές της αντιπολίτευσης αλλά και παράγοντες του πολιτικού συστήματος. Ωστόσο, η τακτική της λάσπης στον ανεμιστήρα όχι μόνο δεν πείθει για το ποιόν της κυβέρνησης, αλλά ενδέχεται να διευρύνει ακόμη περισσότερο το ρήγμα ανάμεσα στην κοινωνία και το πολιτικό σύστημα. Και σε αντίθεση με τις δηλώσεις του Κ. Μητσοτάκη, είναι γνωστό πως «τεκμήριο αθωότητας» υπάρχει μόνο στη δικονομία και όχι στην πολιτική, όπου ακόμη και η ανικανότητα μπορεί να αποκτήσει εγκληματικές διαστάσεις. Το πολιτικό σύστημα τα γνωρίζει αυτά, γι’ αυτό και η διαχείριση των σκανδάλων έχει και σαφείς νομικές διαστάσεις. Στο σκάνδαλο των υποκλοπών, για παράδειγμα, πολλά αδικήματα παραγράφονται καθημερινά, ενώ ο ορισμός του εφετείου για τον Δεκέμβρη ενδέχεται να σημάνει και την παραγραφή σχεδόν όλων των αδικημάτων.
Αντιπολίτευση σε κρίση
Το μεγάλο ζήτημα είναι ότι η κυβέρνηση της Ν.Δ. θα έπρεπε να έχει φύγει χθες και όμως, με διάφορους τρόπους, καταφέρνει να διαχειρίζεται γιγαντιαία σκάνδαλα. Δεν πρόκειται για κάποιες μίζες, ρουσφέτια ή μικροκομπίνες. Η κυβέρνηση κατηγορείται για χειρισμούς που θυμίζουν εκείνους εγκληματικής οργάνωσης και θα έπρεπε να έχει πέσει για το καθένα από τα τρία σκάνδαλα ξεχωριστά. Το γεγονός ότι αυτό δεν έχει συμβεί φανερώνει και την αδυναμία της αντιπολίτευσης. Αν ήταν στοιχειωδώς ικανή, θα μπορούσε να προχωρήσει σε κινήσεις που να οξύνουν την κατάσταση· να δημιουργήσει, για παράδειγμα, θεσμικό πρόβλημα, αν αποχωρούσε συντεταγμένα από τη Βουλή.
Κάτι τέτοιο, όμως, δεν φαίνεται εφικτό, καθώς η αντιπολίτευση μοιάζει να προτιμά οι εξελίξεις να κριθούν εντός εξεταστικών επιτροπών και δικαστηρίων, ανεξαρτήτως της έκβασής τους. Όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης, υπαρκτά ή υπό δημιουργία, δείχνουν να προτιμούν να αποκομίσουν ό,τι μπορούν από τη φθορά της κυβέρνησης, με τη λογική του ώριμου φρούτου. Άλλωστε, στο σύνολό της, η αντιπολίτευση καταγράφει δημοσκοπικά χαμηλές πτήσεις, ιδίως αν ληφθούν υπόψη οι συνθήκες. Πέρα από το κόμμα της Μ. Καρυστιανού, που αποτελεί αστάθμητο παράγοντα, ούτε οι κινήσεις Τσίπρα ούτε εκείνες Σαμαρά δείχνουν να διαθέτουν δυναμική ικανή να κρίνει τις εξελίξεις. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η αυτοαναφορικότητα και η ιδιοτέλεια της αντιπολίτευσης θέτει υπό αμφισβήτηση και την ικανότητά της να συμβάλει στον αναγκαίο εκδημοκρατισμό και στην απονομή δικαιοσύνης, που είναι σήμερα πιο απαραίτητα από ποτέ.





































































