της Χαρίκλειας Τσοκανή*
Χωρίς αμφιβολία ο πιο έγκυρος δείκτης του βαθμού στον οποίο νοσεί μια κοινωνία είναι αυτός που μας γνωστοποιεί τον βαθμό στον οποίο πάσχουν οι βλαστοί της. Αυτή η σκέψη θα μπορούσε να γεννηθεί σε όποιον διάβαζε το δημοσίευμα στο φύλλο της εφημερίδας Το Βήμα της Κυριακής 11/10/2026, στο οποίο παρουσιάζονταν τα αποτελέσματα μιας έρευνας σχετικά με την ψυχική υγεία των νέων. Από το συγκεκριμένο άρθρο πληροφορηθήκαμε, αφενός, ότι μέσα σε ένα έτος χορηγήθηκε τουλάχιστον ένα ψυχότροπο φάρμακο σε περίπου εκατό χιλιάδες παιδιά, εφήβους και νέους έως 29 ετών και, αφετέρου, ότι η χορήγηση αντικαταθλιπτικών εμφάνισε επίσης ανοδική πορεία αγγίζοντας το 47%.
Μόλις μία μέρα πριν, στις 10 Οκτωβρίου (ημέρα αφιερωμένη παγκοσμίως στην ψυχική υγεία), συζητήθηκε σε τηλεοπτική εκπομπή της ΕΡΤ 3 την οποία παρουσιάζουν δύο νεαρά άτομα, το θέμα της λήψης αντικαταθλιπτικών χαπιών από νέους. Βασική προσκεκλημένη της συζήτησης εμφανίστηκε σε παράθυρο μια νεαρή που μάς τη συνέστησαν ως influencer επί του θέματος της αντικαταθλιπτικής αγωγής.
Η νεαρή αυτή γυναίκα έχοντας βιώσει η ίδια την κατάθλιψη, μοίραζε αφειδώς τις συμβουλές της, υπερθεματίζοντας για την αναγκαιότητα λήψης φαρμακευτικής αγωγής από νέους που παρουσίαζαν σχετικά συμπτώματα. Ήταν τόσο θερμός ο τόνος των προτροπών της και τόση η βεβαιότητά της ότι τα χάπια δεν δημιουργούν εθισμό ώστε εύκολα ένας ανήλικος και ακατατόπιστος θεατής θα σχημάτιζε την εντύπωση πως μόνο καταπίνοντάς τα, σαν καραμέλες σχεδόν, θα ήταν δυνατόν να βελτιωθεί η διάθεσή του και η αυτοπεποίθησή του να ενισχυθεί.
Σε μια κοινωνία όπου ένα κρατικό τηλεοπτικό κανάλι εκχωρεί το δικαίωμα σε νέους να δίνουν συμβουλές ψυχιατρικού περιεχομένου με το κύρος του ειδικευμένου ενήλικα, δεν θα μας εξέπληττε αν στη συνέχεια παρακολουθούσαμε και εκπομπές αναλόγου περιεχομένου από παιδιά προς παιδιά.
Πώς συνέβη λοιπόν αυτό που μοιάζει μάλλον αδιαμφισβήτητο, να χρειάζονται παιδιά, έφηβοι, νέοι, ακόμη και νήπια, την επικουρία των αντικαταθλιπτικών χαπιών; Το βασικό σύμπτωμα της παθογένειας εν προκειμένω εντοπίζεται στο γεγονός ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το διαδίκτυο, πολιορκώντας ακατάπαυστα τις μικρές ηλικίες με οπτικά και ακουστικά μηνύματα, τα μετατρέπουν στο τέλος –αξιοποιώντας τη φυσική, ακόρεστη δίψα των παιδιών για γνώση– σε εθισμένους θεατές και ακροατές, οι οποίοι τείνουν, σχεδόν ανακλαστικά, να «απαντούν» στα σχετικά ερεθίσματα.
Το εντυπωσιακό είναι ότι η συνεχής ανταπόκριση των παιδιών σε εικονικούς και ηχητικούς περισπασμούς δεν προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία στους περισσότερους γονείς επαναπαυμένους, καθώς φαίνεται, στην ιδέα ότι η ζωή από μόνη της διορθώνει τις όποιες εκτροπές. Η εμπειρία όμως τους διαψεύδει καθημερινά – το ίδιο και τα στοιχεία που προκύπτουν κάθε τόσο από έρευνες και παρατηρήσεις. Πολλά προβλήματα, όπως η διάσπαση προσοχής, η δυσλεξία, ο νεοαναλφαβητισμός και άλλα σχετικά, έχουν διαπιστωθεί ότι είναι απότοκα της κατά κόρον επαφής των παιδιών με τα ηλεκτρονικά μέσα. Φαίνεται όμως ότι μια κοινωνία με τον τεχνολογικό εξοπλισμό της δικής μας προτιμά να αναζητά λύσεις για να θεραπεύσει τις βλάβες που η ίδια προκαλεί και να υπερηφανεύεται κατόπιν για την δύναμή της να τις επανορθώνει, παρά να τις προλαμβάνει.
ΓΙΑΤΙ ΟΜΩΣ η πρόληψη να βρίσκεται τόσο χαμηλά σήμερα στην εκτίμηση των ανθρώπων, και γιατί οι κοινωνικοί θεσμοί να μην φροντίζουν και αυτοί να την εφαρμόζουν όπου και όταν χρειάζεται;
Οπωσδήποτε η αδιαφορία των θεσμών για προνοητικές ρυθμίσεις έχει σχέση με τον οικονομικό αποκλειστικά προσανατολισμό της σύγχρονης κοινωνίας, πράγμα που σημαίνει ότι η πρόληψη υπό τις συνθήκες αυτές θεωρείται μια διαδικασία που αντιβαίνει στα εμπορικά συμφέροντα, καθώς απαιτεί την αυτοσυγκράτηση, την απομάκρυνση δηλαδή των ατόμων από τις δελεαστικές εστίες νόσησης.
Ακολουθώντας τη λογική που διέπει το κυρίαρχο σύστημα παραγωγής-κατανάλωσης, τα άτομα και οι ομάδες παύουν να ενδιαφέρονται για σημαντικές δράσεις των οποίων τα αποτελέσματα θα έχουν αντίκτυπο στο μέλλον. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι οι ενήλικες στην πλειονότητά τους δεν προβληματίζονται επαρκώς σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο διαπαιδαγωγούνται σήμερα οι νέοι ως προς το ζήτημα αυτό. Δεν χρειάζεται, εξάλλου, να αποδώσει κανείς την αδιαφορία των νέων για το μέλλον αποκλειστικά στην απαισιοδοξία που τους δημιουργεί το διαφαινόμενο ενδεχόμενο ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος ή και μιας οικολογικής καταστροφής. Και χωρίς αυτήν την ανασταλτική για σημαντικές πράξεις σκέψη, αρκεί να παρακολουθήσει κανείς το πώς αλλάζει στο διαδίκτυο η έννοια του χρόνου για τους χρήστες του, και ειδικά για τα παιδιά και τους νέους. Από τα βιντεοπαιχνίδια παντός τύπου μέχρι και τα πολύ σύντομα βίντεο (χιουμοριστικού κυρίως περιεχομένου), ο χρήστης μαθαίνει να βυθίζεται μέσα σε ένα αέναο παρόν, όπου του παρέχονται διαρκώς διεγέρσεις και τερπνές ανταμοιβές. Η συχνή καταβύθιση σ’ αυτήν την κατάσταση, όπου η αμεσότητα της ανταμοιβής διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του χρήστη, τον απομακρύνει από τη δυνατότητα να αντιληφθεί ότι στον πραγματικό κόσμο κάθε τι που δημιουργείται έχει συγκεκριμένα χρονικά όρια. Ο χρόνος, όπως και ο χώρος, είναι οι δύο βασικές συνιστώσες της πραγματικότητας μέσω των οποίων ορίζονται η έκταση της δράσης και οι περιορισμοί της ανθρώπινης ύπαρξης.
Περισσότερο και από τον ενήλικα, το παιδί χρειάζεται τη σταθερότητα των εικόνων και την επανάληψη των κατάλληλων εύρυθμων ήχων για να τακτοποιήσει το αδιαμόρφωτο χάος του μυαλού του. Αν δεν επιτευχθεί αυτή η τάξη μέσα του, θα δημιουργηθεί ένα νοηματικό κενό που αναπόφευκτα θα φέρει την πλήξη, τη σύγχυση ή και, ως αντίβαρο, τις πράξεις της απελπισμένης βίας
Είναι βέβαια δυσάρεστο να αναλογιστεί κανείς ότι, μέσα σε έναν τόσο φαντασμαγορικό και τεχνολογικά προηγμένο κόσμο, ο άνθρωπος, ον πεπερασμένο, γνωρίζει το όριο και ότι οι αισθήσεις του υπόκεινται σε περιορισμούς. Το μάτι βλέπει τόσο μακριά όσο του επιτρέπει η κατασκευή του, και το αυτί ακούει τόσο όση είναι η δύναμή του και η αντοχή του. Από τις υπόλοιπες αισθήσεις μόνον η γεύση, η πιο βάρβαρη, όπως έχει χαρακτηριστεί, αρνείται τον κορεσμό. Ωστόσο, υπάρχουν γονείς που δείχνουν μάλλον να παραβλέπουν αυτήν την ανθρώπινη συνθήκη, όταν επιτρέπουν στα ηλεκτρονικά μέσα να φθείρουν καθημερινά τον νου των παιδιών τους με ταχυκίνητες εικόνες που παρελαύνουν ασταμάτητα μπροστά στα μάτια τους και με ήχους εκκωφαντικούς που ταλανίζουν τα αυτιά τους.
Δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι τα σύγχρονα μέσα μαζικής ενημέρωσης και το διαδίκτυο είναι σαν να έχουν συντονιστεί στο να δημιουργήσουν –κάτι που έχει αρχίσει ήδη να γίνεται ορατό– μια νέα γενιά ανθρώπων των οποίων τα χαρακτηριστικά μοιάζουν σε πολλά με εκείνα που διαθέτουν οι κάτοικοι του μελλοντικού κόσμου, όπως τον περιγράφει ο Άλντους Χάξλεϋ. Το πολυτιμότερο αγαθό μέσα σε αυτόν τον κόσμο είναι η αναζήτηση της ευτυχίας με την επικουρία των χαπιών. Το χάπι είναι το μαγικό βότανο που εξανεμίζει όλες τις ανησυχίες, τις δυσκολίες, τις αγωνίες, τις εντάσεις και τους φόβους που προκαλούν στον άνθρωπο οι επαγγελματικές υποθέσεις του και η κοινωνική επαφή του με άλλους ανθρώπους. Για κάθε τέτοια «ψυχική ανωμαλία» υπάρχει το αντίστοιχο χάπι, ώστε να βρίσκεται κανείς διαρκώς σε κατάσταση ευφορίας. Διαφορετικά καιροφυλακτεί η κατάθλιψη.
ΟΥΔΕΙΣ ΑΓΝΟΕΙ βέβαια πως η κατάθλιψη πλήττει σε όλο και μεγαλύτερη έκταση τους υπερήλικες και τα μέσης ηλικίας άτομα και πως θύματά της είναι συχνά οι έφηβοι, για πολύ όμως διαφορετικούς λόγους. Αλλά ακούγεται σχεδόν σκανδαλώδες να μιλάει κανείς για την κατάθλιψη παιδιών και εφήβων που προέρχονται από μη διαλυμένες οικογένειες με συνεκτικούς δεσμούς αγάπης. Με λίγη προσοχή μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι σε πολλά από τα παιδιά που βιώνουν αρνητικές ψυχικές καταστάσεις: τη μελαγχολία, τη βαρυθυμία, και γενικότερα την έλλειψη καλής διάθεσης ή και την αδιαφορία για όλα, δεν έχουν λείψει οι γονεϊκές φροντίδες, δεν είναι παιδιά-βιοπαλαιστές. Είναι τα καλομαθημένα και υπερπροστατευμένα παιδιά, τα κλεισμένα μέσα στον ασφαλή κύκλο της οικογένειας, που συχνά αγνοούν τις δυσκολίες οι οποίες βρίθουν στην πραγματική κοινωνία. Γι’ αυτό και η επαφή τους με το σχολείο ή και τις παρέες των ομηλίκων τους συνιστά πολλές φορές ένα τραυματικό γεγονός.
Η απάντηση του παιδιού και του εφήβου σ’ αυτό το καινούργιο καθεστώς, στο οποίο χρειάζεται να προσαρμοστεί αγωνιζόμενο για να αποκτήσει συγχρόνως τη δική του ταυτότητα, είναι η αναζήτηση βοήθειας από το διαδίκτυο, όχι από την οικογένειά του. Από τον «κοινωνικό» χώρο του διαδικτύου προσδοκά να αντλήσει τις οδηγίες που χρειάζεται για να αντιμετωπίσει το πραγματικό κοινωνικό του περιβάλλον. Το διαδίκτυο όμως δεν είναι για να συμβουλεύει, είναι για να μαγνητίζει. Απόδειξη η κυριαρχική παρουσία στις οθόνες ατόμων με ιδιότητες και δεξιότητες που παραπέμπουν στη μαγική υποβολή, τον υπνωτισμό, τη χειραγώγηση.
Οι προτάσεις των διαφόρων τέτοιου τύπου influencers προς τους αδαείς ακολούθους τους είναι συνήθως εξωφρενικές. Τους υποδεικνύουν να καταπίνουν αηδιαστικές τροφές, να υποβάλλουν σε δοκιμασία την υγεία τους, να επιχειρούν να αναπτύξουν σωματικές «υπερδυνάμεις» μέσω της γυμναστικής, να πιστέψουν σε ένα είδος κατασκευασμένης ομορφιάς που θα τους κατατάξει σε μια ανώτερη κατηγορία ανθρώπων. Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο influencer Μπρέιντεν Πίτερς (Braden Peters), γνωστός με το ψηφιακό ψευδώνυμο Clavicular [1]. Αυτοί οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης προβάλλονται ως πρότυπα, αποκτώντας καταλυτική δύναμη πάνω στα παιδιά. Μπορούμε να πούμε πως λειτουργούν όπως ο παρδαλοντυμένος αυλητής στον γερμανικό θρύλο του Χάμελιν, που παρέσυρε τα παιδιά με τις μελωδίες του αυλού του στον ποταμό, πνίγοντάς τα. Όσα γλιτώνουν σήμερα από αυτόν τον πνιγερό τρόπο «κοινωνικοποίησης» μέσω του διαδικτύου και απομακρύνονται, έχοντας κορεσθεί από τις αλλεπάλληλες εντυπωσιακές επιδείξεις των προϊόντων του, βρίσκονται μπροστά σε έναν εξίσου επικίνδυνο εχθρό: την πλήξη.
Η πρώιμη πλήξη των σημερινών παιδιών, εφήβων και νέων –που προέρχεται λίγο-πολύ από την έλλειψη ή τη δυσκολία επαφής τους με την πραγματικότητα– φαίνεται να είναι μία από τις αιτίες της καταφυγής τους στα αντικαταθλιπτικά. Δεν υπάρχει τίποτα πιο απάνθρωπο για τον ενήλικα και, κυρίως, για το παιδί από αυτήν την κατάσταση. Τα μάτια του παιδιού που πλήττει βλέπουν τον κόσμο από τόση απόσταση απ’ όση βλέπουν τα μάτια του ποδοσφαιριστή την κινούμενη μπάλα μέσα στα πόδια του. Το συνηθισμένο θαυμαστικό βλέμμα του παιδιού και του εφήβου, το γεμάτο περιέργεια για τον κόσμο που τον περιβάλλει και για ό,τι βρίσκεται πίσω του, αρχίζει να χάνεται. Γιατί τα πράγματα με τα οποία τον τρέφει η οθόνη είναι ρευστά και, εν τέλει, άμορφα. Για να περιεργαστεί όμως ο νους κάτι, χρειάζεται να αγγιστρωθεί μέσω των αισθήσεων για λίγο πάνω του, και κατόπιν να επιστρέψει στην αφετηρία του για να νοηματοδοτήσει την παράσταση με τη βοήθεια της φαντασίας. Περισσότερο και από τον ενήλικα, το παιδί χρειάζεται τη σταθερότητα των εικόνων και την επανάληψη των κατάλληλων εύρυθμων ήχων για να τακτοποιήσει το αδιαμόρφωτο χάος του μυαλού του. Αν δεν επιτευχθεί αυτή η τάξη μέσα του, θα δημιουργηθεί ένα νοηματικό κενό που αναπόφευκτα θα φέρει την πλήξη, τη σύγχυση ή και, ως αντίβαρο, τις πράξεις της απελπισμένης βίας.
* Η Χαρίκλεια Τσοκανή είναι Επ. Καθηγήτρια Μουσικής και Επικοινωνίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τελευταίο βιβλίο της: «Από τη μουσική στον θόρυβο», εκδ. Πατάκη.
[1] Μια κριτική εξέταση της δράσης του συγκεκριμένου επιδραστή βλ. στο άρθρο του Κώστα Δασκαλάκη «Ο κόσμος του Clavicular – Αβυθομέτρητοι καιροί» (mag.frear.gr/o-kosmos-toy-clavicular/).





































































