Του Θόδωρου Τσελεπή

Ήταν Πρωτομαγιά του 1976. Επιστρέφαμε στο σπίτι έπειτα από μονοήμερη εκδρομή στην εξοχή. Τότε που μικροί και μεγάλοι στοιβαζόμασταν σε μια καρότσα αγροτικού, τρέχαμε στα χωράφια, παίζαμε μπάλα, τρώγαμε κεφτεδάκια και γλεντούσαμε. Την θυμάμαι ακόμη εκείνη τη μέρα. Αν και ήμουν μόλις 6 ετών δεν θα ξεχάσω ποτέ το πρόσωπο της γιαγιάς μου όταν μας άνοιξε την πόρτα στην επιστροφή. Σπάνια την έβλεπα τόσο στεναχωρημένη. Μόλις μπήκαμε στο σπίτι δυο κουβέντες βγήκαν από τα χείλη της. «Έφαγαν τον Παναγούλη» μας είπε κι έπεσε βουβαμάρα. Δεν ήξερα ποιος ήταν ο Παναγούλης αλλά όταν είδα τους μεγάλους να βουβαίνονται κατάλαβα πως ήταν κάποιος πολύ οικείος και πολύ σπουδαίος άνθρωπος. Κάποιος δικός μας άνθρωπος.

Πέρασαν τα χρόνια κι έμαθα ποιος ήταν ο Παναγούλης. Στην αρχή από τα συνθήματα στους τοίχους. «Ο Παναγούλης Ζει». Μετά, από τα βιβλία της ιστορίας. Από τα γραπτά του. Από τις μαρτυρίες των δικών του ανθρώπων. Και γρήγορα σιγουρεύτηκα πως η γιαγιά δεν υπερέβαλε όταν χρησιμοποίησε τη λέξη «έφαγαν» τον Παναγούλη. Τον έφαγαν γιατί αγαπούσε τη ζωή. Όσο και τη δημοκρατία.

Αυτό που κράτησα από όσα έμαθα και διάβασα δεν ήταν οι απόψεις του οι πολιτικές, η σύντομη κοινοβουλευτική του δράση, η θέση του στην πολιτική. Ήταν η στάση του στα βασανιστήρια κι ο έρωτάς του με την πεθαμένη σήμερα Ιταλίδα δημοσιογράφο Οριάνα Φαλάτσι.

Τα βασανιστήρια που δέχτηκε από τη χούντα ήταν φρικτά. Ήταν αδύνατο κάποιος «φυσιολογικός» άνθρωπος να τα αντέξει. Ο ίδιος όπως κι άλλοι κρατούμενοι εφεύραν ένα τρόπο για να το κάνουν ευκολότερο. Εκνεύριζαν τους βασανιστές για να δέχονται τυφλά χτυπήματα που θα τους έκαναν να λιποθυμούν γρηγορότερα και να γλιτώνουν τα χειρότερα. Στην περίπτωση του Παναγούλη όπως και στις περιπτώσεις των αγωνιστών που βασανίστηκαν στις φυλακές και στα Μακρονήσια ένιωθα πάντα ένα δέος. Σκεφτόμουν τον εαυτό μου πώς θα άντεχε σε κάτι ανάλογο. Και μόνο με τη σκέψη έτρεμα. Το να αντέξεις τον πόνο, τον εξευτελισμό, την απομόνωση προϋποθέτει απίστευτες εσωτερικές δυνάμεις. Πίστη σε όσα παλεύεις και δύναμη. Δύναμη που σε κάνει να φτάνεις πολύ κοντά ακόμη και στο θάνατο, που καμιά φορά φαντάζει και λυτρωτικός. Έτσι αυτοί οι άνθρωποι πήραν μυθικές διαστάσεις μέσα μου και κέρδισαν τον απόλυτο σεβασμό και θαυμασμό μου.

Αυτό όμως που κάνει τον Παναγούλη ξεχωριστό για μένα είναι πως ακόμη και στα μαύρα χρόνια της χούντας εκείνος ζει σαν κανονικός άνθρωπος. Σα να μη συμβαίνει τίποτε. Γράφει ποιήματα κι ερωτεύεται, όπως δικαιούται δηλαδή κάθε άνδρας και γυναίκα σε τούτο τον πλανήτη. Αυτή του η στάση στη ζωή τον κάνει ακόμη πιο μεγάλο. Γιατί τελικά η αγάπη του για τη ζωή μαζί με την πίστη του για τη Δημοκρατία τον έκαναν αθάνατο.

Η σχέση του με τη Φαλάτσι έγραψε ιστορία. Ένας παθιασμένος έρωτας στα «χρόνια της χολέρας». Η Ιταλίδα δημοσιογράφος μόλις είχε γυρίσει από το Βιετνάμ. Μια αποστολή που θα αποτυπωθεί σε ένα υπέροχο βιβλίο για τον βρώμικο πόλεμο των Αμερικανών. Μια σπουδαία γυναίκα που θα του πάρει συνέντευξη και θα τον ερωτευτεί τρελά. Όπως τρελό ήταν και το γεγονός ότι σ΄ εκείνη τη συγκυρία και με τα τόσα προβλήματα ο Παναγούλης θα ζήσει κι αυτή την εμπειρία. Σε μια εποχή δύσκολη και βρώμικη όπως η σημερινή οι άνθρωποι καμιά φορά «ξεχνούν» να ερωτευτούν, «ξεχνούν» να ζήσουν. Η κρίση αντί να λειτουργήσει θετικά και να τους φέρει πιο κοντά τους απομακρύνει. Φοβούνται τον άλλο και κλείνονται στον εαυτό τους. Όμως ακόμη και σε περιόδους φρίκης οι δυο μαζί ζουν καλύτερα από τον έναν. Δεν θυμάμαι πού το διάβασα μικρός, αλλά δεν το ξεχνάω ποτέ.

Ναι, ο Παναγούλης όπως και όσοι παλεύουν για τη ζωή, ζουν για πάντα.

 

tselepis70@gmail.com

www.facebook.com/TheodorosTselepis

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!