Mέχρι αυτή τη στιγμή οι νεκροί στη Λωρίδα της Γάζας, αποτέλεσμα της επίθεσης που έχει εξαπολύσει ο ισραηλινός στρατός, έχουν ξεπεράσει τους 100, μεταξύ των οποίων και παιδιά. Η απειλή μιας πιο γενικευμένης σύρραξης είναι πάντα παρούσα. Τα γεγονότα που οδήγησαν σε αυτή τη νέα έκρηξη έχουν τις ρίζες τους στη συνεχιζόμενη και εντεινόμενη πίεση του σιωνιστικού καθεστώτος επί του παλαιστινιακού λαού, που επιταχύνθηκε από τη «Συμφωνία του Αιώνα» της περιόδου Τραμπ, και οξύνθηκε από την κρίση της πανδημίας.

Αυτή τη φορά η σπίθα που άναψε τη φωτιά ήταν οι εξώσεις κατοίκων της συνοικίας Σέιχ Ζαράχ στα πλαίσια του παράνομου εποικισμού της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, που συνοδεύτηκαν από πογκρόμ εναντίων Αράβων από ακροδεξιά και παρακρατικά στοιχεία. Τα γεγονότα αυτά συνέπεσαν με το Ραμαζάνι, και την επιλογή του Ισραήλ να μεταφέρει την αντιπαράθεση στην περιοχή του τεμένους Αλ-Άκσα. Εκεί οι κατοχικές δυνάμεις επιτέθηκαν σε προσκυνητές με βομβίδες κρότου λάμψης και πλαστικές σφαίρες, που προκάλεσαν την οργισμένη αντίδραση των Παλαιστινίων, και ιδίως των νέων – η σφοδρότητα της αντίστασης των οποίων θυμίζει την πρώτη Ιντιφάντα.

Με τη σειρά της η Χαμάς απάντησε με τελεσίγραφο προς το Ισραήλ να αποχωρήσει από το τέμενος Αλ-Άκσα, που ακολουθήθηκε από μαζική επίθεση με ρουκέτες από τη Λωρίδα της Γάζας – οι οποίες αναχαιτίστηκαν μόνο μερικώς από την αντιπυραυλική άμυνα του Ισραήλ, μετατοπίζοντας την αντιπαράθεση στην ανοιχτή στρατιωτική σύγκρουση. Από εκεί και μετά έχουμε τη μαζική κινητοποίηση των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, με βομβαρδισμό της Γάζας και καταστολή των Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη και τις μικτές πόλεις του Ισραήλ.

Η ένταση ως πολιτική διέξοδος

Τα παραπάνω συμβαίνουν στο έδαφος της σοβούσας πολιτικής κρίσης στο Ισραήλ. Εδώ και χρόνια δεν έχει καταστεί εφικτό να βρεθεί ένα βιώσιμο κυβερνητικό σχήμα. Ο πρωθυπουργός Νετανιάχου, υπόδικος για υποθέσεις διαφθοράς, το προηγούμενο διάστημα κέρδισε έδαφος λόγω της λευκής επιταγής του Τραμπ προς τις ισραηλινές επιδιώξεις, αλλά σήμερα βλέπει την πολιτική του επιβίωση σε μια φυγή προς την ένταση. Χαρακτηριστικό είναι πως η προσπάθεια για σχηματισμό συγκυβέρνησης χωρίς τη συμμετοχή Νετανιάχου από κόμματα της αντιπολίτευσης, με συμμετοχή και του ισλαμικού κόμματος Ra’am, τινάζεται στον αέρα μετά τη δήλωση του σιωνιστικού κόμματος Yamina πως αποχωρεί από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τον επίδοξο πρωθυπουργό Λαπίντ, και ανοίγει δίαυλο επικοινωνίας με το κυβερνών κόμμα Likud στο όνομα της Εθνικής Ασφάλειας. Την ίδια στιγμή, ο Νετανιάχου έχει να διαχειριστεί και την ολοένα και πιο ανεξέλεγκτη δράση παρακρατικών ακροδεξιών δυνάμεων, που επιδίδονται σε πογκρόμ εναντίων των Αράβων και πιέζουν για επιτάχυνση των πολιτικών εθνοκάθαρσης και εποικισμού.

Πολιτική κρίση και διαίρεση υπάρχει και στο στρατόπεδο της Παλαιστίνης. Οι τελευταίες εκλογές πραγματοποιήθηκαν το… 2006, ενώ από τότε υπάρχει αδυναμία να βρεθεί ένα ελάχιστο κοινό έδαφος μεταξύ της Παλαιστινιακής Αρχής στη Δυτική Όχθη και της Χαμάς στη Γάζα. Η δεύτερη προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την εντεινόμενη επιθετικότητα του Ισραήλ για να αναβαθμίσει τη θέση της, κατηγορώντας τον Μαχμούτ Αμπάς και τη Φατάχ ότι αδυνατούν να υπερασπιστούν τα δίκια της Παλαιστίνης και το τέμενος Αλ-Άκσα, και εμφανίζεται ως η μοναδική δύναμη με στρατιωτική ισχύ και έντονη διπλωματική παρουσία.

Αντιδράσεις του διεθνούς παράγοντα

Οι ανακοινώσεις του ΟΗΕ και οι δηλώσεις διαφόρων χωρών κινήθηκαν στο συνηθισμένο μέχρι τώρα μοτίβο, των ίσων αποστάσεων και της «έκκλησης προς όλες τις πλευρές για αυτοσυγκράτηση». Εξαιρέσεις: από τη μια η Τουρκία του Ερντογάν, που επιδιώκει να εμφανιστεί ως προστάτης των μουσουλμάνων στην Παλαιστίνη, και από την άλλη μια μικρή μερίδα ευρωπαϊκών χωρών (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, στα πλαίσια μια τυχοδιωκτικής και υποτακτικής πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη – βλ. σχετικά την ανακοίνωση της ΚΟΕ στη σελ. 11 αυτού του φύλλου) που μάλλον γέρνουν προς το Ισραήλ. Από την πλευρά τους, Γαλλία, ΗΠΑ, Ρωσία και Αίγυπτος εμφανίζουν μια πιο δραστήρια διπλωματική παρουσία, επιδιώκοντας ρόλο διαμεσολαβητή και συνομιλητή σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις.

Παρ’ όλα αυτά, το Τελ Αβίβ φέρεται να απορρίπτει, μέχρι τώρα, προτάσεις για κατάπαυση του πυρός, που φτάνουν τόσο μέσω της ρωσικής διπλωματίας όσο και της Αιγύπτου, η οποία διαχρονικά παίζει ρόλο διαμεσολαβητή μεταξύ του Ισραήλ και των Παλαιστινίων. Τώρα το Ισραήλ δηλώνει έτοιμο για ευρείας κλίμακας επίθεση στη Γάζα, με βομβαρδισμούς από εδάφους και αέρος να πλήττουν στόχους της Χαμάς και πολίτες, και τη διαρκή απειλή χερσαίας εισβολής στη Γάζα.

Με αυτά και με αυτά, η ειρήνη και η σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή μας εξακολουθούν να ισορροπούν σε τεντωμένο σχοινί. Ο αναδασμός και η γεωπολιτική σύγκρουση έχει ανοίξει με πολλαπλά και αλληλοτροφοδοτούμενα μέτωπα. Ενταγμένη σε αυτό το πλαίσιο, η αντιπαράθεση Ισραήλ και Παλαιστίνης παίρνει νέες, όλο και πιο αντιφατικές μορφές. Παραμένει όμως το δίκιο του αγώνα για Ελεύθερη Πατρίδα, το δικαίωμα αντίστασης στην εθνοκάθαρση και τον εποικισμό (που αποτελούν εγκλήματα πολέμου), το δικαίωμα στην επιστροφή του Παλαιστινιακού Λαού στα ιστορικά του εδάφη και σε μια ζωή με αξιοπρέπεια.


Ερντογάν, ο… αντι-Νετανιάχου

Ο Ερντογάν σπεύδει για ακόμη μια φορά να εντάξει την παλαιστινιακή υπόθεση στα νεο-οθωμανικά του σχέδια. Εμφανίζεται ως προστάτης της Παλαιστίνης, οξύνοντας την αντιπαράθεση με το Ισραήλ και απευθύνοντας «κάλεσμα ενότητας προς όλους τους Μουσουλμάνους». Ο τουρκικός Τύπος κάνει λόγο ακόμη και για «στρατιωτική εμπλοκή προς υπεράσπιση των Παλαιστινίων». Η στάση αυτή είναι βαθύτατα υποκριτική και ιδιοτελής, και ταυτόχρονα ενδεικτική των γεωπολιτικών στοχεύσεων της Τουρκίας, που εμφανίζεται ως… υποστηρικτής του διεθνούς δικαίου, ενάντια στον εποικισμό και την εθνοκάθαρση, τη στιγμή που η ίδια θεμελιώθηκε ως κράτος πάνω σε γενοκτονίες και εθνοκαθάρσεις. Ακόμη περισσότερο, μέχρι σήμερα κατέχει ξένα εδάφη (Κύπρος, Συρία), έχει ενεργή στρατιωτική εμπλοκή στην Αρμενία, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, και απειλεί με πόλεμο σχεδόν όλους της τους γείτονες.

Ακόμη και τώρα, δεν μπορεί να κρύψει τον νεο-οθωμανισμό της. Οι Παλαιστίνιοι, μουσουλμάνοι και χριστιανοί, αγωνίζονται όλοι μαζί για ελεύθερη πατρίδα και αξιοπρεπή ζωή. Έχουν δείξει ξεκάθαρα όλα αυτά τα χρόνια πως όταν λένε ότι θέλουν να ελευθερώσουν την πρωτεύουσα τους, την Ιερουσαλήμ, δεν το κάνουν στο όνομα της Τζιχάντ. Ο Σουλτάνος, αντιθέτως, ονειρεύεται μια οθωμανική Ιερουσαλήμ, λάφυρο της ηγεμονίας του στον ισλαμικό κόσμο. Χαρακτηριστικό των προθέσεών του είναι κεντρικό βίντεο της τουρκικής προπαγάνδας, που δημοσίευσε ο υφυπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Γιαβούζ Σελίμ Κιράν, και δείχνει τον Ερντογάν να τραγουδά εναντίον των Εβραίων στο φόντο εικόνων από την εποχή της οθωμανικής κατοχής της Ιερουσαλήμ!

Η Παλαιστίνη αντιμετωπίζεται από την Τουρκία ως ένα ακόμη χαρτί στο μεγάλο παζάρι. Χρησιμοποιείται από την Άγκυρα στη μάχη που δίνει με την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία για την ηγεμονία στον σουνιτικό κόσμο. Η Τουρκία έχει το βλέμμα της στραμμένο στον γεωπολιτικό αναδασμό, που δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή, αλλά όλη την ευρύτερη περιοχή – από την Ουκρανία και τα Βαλκάνια μέχρι τον Καύκασο και την Κεντρική Ασία, και από την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τη Λιβύη.

Δεν βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1990 ή του 2000, της αντίστασης στην Αυτοκρατορία των ΗΠΑ, πόσο μάλλον στις δεκαετίες των αντιαποικιακών αγώνων του 1960-70. Όλα δείχνουν πως η γεωμετρία των γεωπολιτικών συγκρούσεων είναι σήμερα πολύ πιο πολύπλοκη και αντιφατική, εγκολπώνοντας κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες, ακόμη και κινήματα. Απ’ αυτές τις συμπληγάδες θα περάσει και η υπόθεση της παλαιστινιακής αντίστασης, την οποία η τουρκική εξωτερική πολιτική προσπαθεί να εντάξει στους δόλιους σκοπούς της, στενεύοντας τον αγώνα για δικαιοσύνη σε μια διαμάχη μεταξύ «Μουσουλμάνων και απίστων». Η Τουρκία παρασιτεί σε βάρος της παλαιστινιακής υπόθεσης, η οποία όμως την ξεπερνά. Η Ιστορία έχει δείξει πως, παρά τις διάφορες καμπές, το εθνικοαπελευθερωτικό παλαιστινιακό κίνημα βρίσκει τον τρόπο να τροφοδοτείται από νέα κύματα του πόθου του λαού του για Ελευθερία.


Προσαρμογή στην εποχή Μπάιντεν

Όπως έχουμε τονίσει και σε προηγούμενα φύλλα του Δρόμου, η «επιστροφή» των ΗΠΑ υπό τη νέα διοίκηση Μπάιντεν στη διεθνή πολιτική τροποποιεί προηγούμενα δεδομένα και μοτίβα, και οδηγεί όλους τους παίκτες σε αναπροσαρμογές στρατηγικής.

Όσον αφορά τη Μέση Ανατολή και το Ισραήλ, μέχρι πρόσφατα είχαμε τη στενή συμπόρευση Τραμπ-Νετανιάχου και την πρόταση των ΗΠΑ για τη «Συμφωνία του Αιώνα» (που, με πρόσχημα την ειρήνευση, παραδίδει την Ιερουσαλήμ στο Ισραήλ και νομιμοποιεί την κατοχή και τους εποικισμούς – κόντρα στις αποφάσεις του ΟΗΕ). Η πολιτική αυτή τροποποίησε σε μεγάλο βαθμό τους συσχετισμούς στη Μέση Ανατολή και τον αραβικό κόσμο, με το Ισραήλ να συσφίγγει τις σχέσεις του με χώρες όπως η Σ. Αραβία και τα Η.Α. Εμιράτα, στην κατεύθυνση ενός τόξου ενάντια στην Τουρκία, το Ιράν και το Κατάρ.

Η αλλαγή ηγεσίας στις ΗΠΑ τροποποιεί εμφανώς αυτά τα δεδομένα. Οι προτεραιότητες της διοίκησης Μπάιντεν δεν εξαντλούνται στη λευκή επιταγή προς το Ισραήλ. Χωρίς να είναι πιθανή κάποια στροφή προς την Παλαιστίνη, οι ΗΠΑ φαίνεται να προκρίνουν αυτή τη στιγμή την αποκλιμάκωση της έντασης, την αποκατάσταση διαύλων επικοινωνίας με το Ιράν, και την επικέντρωση στην αντιπαράθεση με Κίνα και Ρωσία.

Απέναντι σε μια τέτοια προοπτική, ο Νετανιάχου φαίνεται ότι επιδιώκει να δεσμεύσει τη νέα διοίκηση στα τετελεσμένα του προηγούμενου διαστήματος. Το βάθος και η έκταση αυτής της προσπάθειας θα φανεί το επόμενο διάστημα. Σίγουρα πάντως μια πολεμική σύρραξη αποτελεί επιταχυντή των εξελίξεων.

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!