[Ο κύκλος συμπληρώθηκε, ίσως από μια κίνηση που έκανες προχτές]

Ο κύκλος συμπληρώθηκε, ίσως από μια κίνηση που έκανες προχτές.
Ίσως γιατί εσήμαινε το πλήρωμα του χρόνου
Και δεν πρέπει να ξανάρθω πια
Δεν θα σε ξαναπλησιάσω
Ακούω τα μηνύματά σου
Σε βλέπω κάθε μέρα
Μες στους ατμούς του ύπνου
Μες στο βαθύ ποτήρι
Αλλά δεν θα ’ρθω πια
Ψάξε κάτ’ απ’τη μασκάλη σου
Και θα με βρεις
Ψάξε με ανάμεσα στα πόδια σου
Και θα μ’ ακούσεις
Είμαι βαθιά μέσα στις φλέβες σου
Αλλά για να ’ρθω δεν θα μπορέσω πια
Κι ούτε στη θάλασσα δεν πρέπει να ξανακατέβεις
Μες στους αφρούς μέσα στα κύματα είν’ η ψυχή μου
Την ώρα που ο ήλιος καίει τα νερά
Και τ’ ασημώνει
Την ώρα που ο γλάρος ιδρωμένος κρύβεται
Τότε ξεχνάω τότε δεν θέλω να ’ρθεις
Και να χαμογελάσεις
Θέλω να είμαι μόνος
Μες στην αλμύρα, μέσα στα
Φύκια
Διψασμένος
Για ζωή.

Η πρωτοτάξιδη

Με ασφοδέλια, και με κρινάκια του αγρού
και με χαμόγελο στο στόμα
Με τ’ αστέρια μπερδεμένα στα μαλλιά σου
ήρτες ήσυχα
ήρτες τότες, που μονάχος στην παγωμένη στράτα
περίμενα απ’ το κρύο να μου γλείφει τις πληγές.

Με το μικρό το μπάτη μέσα στα φουστάνια σου
με το Μάη στα στήθη σου
και με μια χούφτα δύναμη, ανάμεσα στα πόδια σου
ήρτες ήσυχα
ήρτες τότες, που με τη βιά
μου’χανε πάρει
και τη γυναίκα
και το φίλο τον αγαπητό
και τον ήσυχο τον ύπνο.

Μ’ ένα χωράφι έρωτα
και με την αγκαλιά γεμάτη από φιλάκια
με τα χέρια ανοιχτά
με τους φλόκους φουσκωμένους
στα μάτια σου τα χρυσοπράσινα
ήρτες ήσυχα
και με πήρες
για τη μεγάλη άνοιξη
για το πρωτόφαντο ταξίδι
μακριά, στο άλλο νησάκι.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!