Γράφει ο Γιώργος Γιαλούρης

Τι γίνεται με εκείνο το ον που ζει μέσω του ζώου, εκείνο το ζώο που κατασπαράσσει το ένα το άλλο, τι να πούμε πια για το ανθρώπινο δράμα που δεν το έχει πει o Żuławski, εκεί όπου δεν υπάρχουν άνθρωποι δεν υπάρχουν ούτε θεοί, ένας μικρός τάφος, εμβρυϊκή στάση, τι πρόλαβες να ζήσεις μικρό μου παιδί και τι να καταλάβεις, σίγουρα περισσότερα από εμένα, εμένα η ζωή κάνει ό,τι μπορεί για να με οχυρώσει πίσω από βεβαιότητες και με πείσμα προσπαθώ ν’ αντισταθώ αφού το σύστημα σε οδηγεί σε μοντέλα συγκάλυψης του παραλογισμού της κοινωνικής εμπειρίας, γίνεσαι υπερασπιστής ενός τρόπου ζωής που σου επιβλήθηκε, αν είσαι κάτι είσαι ένας δειλός ο οποίος δεν κατάφερε ν’ αλλάξει τίποτα, συγγνώμη παιδί μου, στο όνομά σου έκανα τις χειρότερες πράξεις, ποτέ δεν θα μάθω τι βρίσκεται απέναντι, όσο πιο πολλά υπαινίσσονται ότι κατανοούν τόσο πιο πολύ κρύβουν την άγνοιά τους, μα πρέπει να σώσουνε τη χώρα τους, μία χώρα δεν μπορεί να σωθεί από κατοίκους που δεν ενδιαφέρονται να τη σώσουν, και όχι, δεν έχω να προτείνω κάτι, ο θόρυβος των Εφεσίων είναι εκκωφαντικός, προτιμώ να βρίσκω τον δρόμο μου μέσα στις οξιές και τα ρόμπολα, it’s the economy stupid, α, ναι, είστε εξυπνούληδες, το ξέχασα, όλα τα γνωρίζετε, άλλες φορές ταυτίζεται εκείνο το ον με το ζώο και άλλες όχι, αυτό έχω να πω, θα μπορούσα να πω μόνο αυτό και θα ήταν αρκετό και δεν θα χρειαζόταν να επιλύσω ούτε μία διαφορική εξίσωση, δεν θα χρειαζόταν ούτε να διαβάσω μία σελίδα αλγεβρικής γεωμετρίας, ο Γκρόντεντικ παράτησε τα μαθηματικά, ο μεγαλύτερος μαθηματικός του προηγούμενου αιώνα, ένας από τους πέντε, έξι πιο έξυπνους ανθρώπους που έζησαν ποτέ άφησε το πιο αυστηρό εργαλείο που έχουμε για να εξηγούμε τον κόσμο, τα μαθηματικά, τα παράτησε γιατί δεν μπόρεσε τελικά να εξηγήσει τίποτα παρόλες τις ανακαλύψεις του, του ήταν αδύνατον να συνεχίσει να ζει σ’ έναν μη εξηγήσιμο παραλογισμό κι επέλεξε άλλους τρόπους να αναμετρηθεί με τον εαυτό του και τον αντιληπτό κόσμο, μακριά από τον θόρυβο των Εφεσίων, έγραφε κι έγραφε και όρθωνε το ανάστημά του μπροστά στην τελική αναμέτρηση, τη μόνη αναμέτρηση που υπάρχει, αυτή του όντος μπροστά στον κόσμο που ξανοίγεται μπροστά του όπως ο προϊστορικός άνθρωπος που ένιωθε την ανάγκη ν’ αφήσει το περίγραμμα του χεριού του πάνω στον βράχο, στις σπηλιές και ν’ αντικρίζει το παν και να υπάρχει και να συμμετέχει και να φθείρεται και να ζει και να πεθαίνει και ν’ αναρωτιέται με δέος και έξαψη για το άγνωστο μέσα σ’ ένα μυστηριώδες ανάγλυφο γεμάτο με πράγματα πολύ πιο παλιά από τον ίδιο.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!