Γράφει ο Γιώργος Γιαλούρης
Είμαι αυτό που υπερβαίνει τον εαυτό μου δια του εαυτού μου, τι άλλο να είμαι, το καθυποταγμένο, ρημαγμένο ερείπιο είναι ποιανού αντανάκλαση, ένα ζώο εξημερωμένο, ένα αρχαίο θηρίο τελευταίο του είδους του που καθυποτάχτηκε από το μαστίγιο και τη λεπίδα, αν είμαι κάποιος είμαι αυτό που ξεπερνά αυτήν την ζωώδη κατάσταση, πες μου, τι είναι όλα αυτά, ένα τίποτα και όλα μαζί, ο σκοπευτής σημαδεύει κι εκτελεί, τα κύματα σκάνε στην αμμουδιά το ένα μετά το άλλο, νηνεμία, να τα δώσουμε όλα, μην κρατάτε τίποτα, ΤΙΠΟΤΑ, ένα αλισβερίσι, πάρε, δώσε, πόσο, τόσο, χα, κέρδισα, μία εκπομπή ενός ραδιοκύματος, ποιος είναι αυτός ο πλανήτης που πέθανε, όλα λειτουργούν και κανείς δεν καταλαβαίνει πώς, όλοι ακολουθούμε το ίχνος από αδράνεια σαν τα μυρμήγκια μέχρι να σε τσαλαπατήσει κάτι μεγαλύτερο από εσένα, το τέλος, γιατί πηγαίνεις εκεί που δεν υπάρχει τίποτα, εκεί απ’ όπου προέρχεσαι, εδώ είναι μία ψευδαίσθηση του παρόντος, είσαι μία αντανάκλαση ενός απόντος πράγματος κι αυτό που σε κινεί καθημερινά είναι ατμός, είναι μια κατασκευή, μια θλιβερή αυταπάτη, ένα άδειο δωμάτιο, μην παραλογίζεσαι, κανείς δεν το θέλει αυτό, η κοινωνική εμπειρία σε διαπερνά, δεν την αντέχεις κι όμως γονατίζεις μπροστά της σ’ ένα ανύπαρκτο παρόν, δεν έχω διαφορά από τη στάχτη, φαντάσου τον εαυτό σου μόνο σε μία πεδιάδα, σ’ ένα υψίπεδο, σ’ ένα αλπικό τοπίο, δεν καταλαβαίνω, δεν υπάρχει τίποτα εκεί, ακινησία, μόνο εδώ υπάρχεις, πανάρχαια παγανιστικά τελετουργικά, ώρα να εγκαταλείψουμε τούτα τα μέρη, πάρτε τα σπαθιά, τις λόγχες, μαζέψτε τα όλα και πάμε να δούμε πιο πέρα τι υπάρχει, μα τους Θεούς, πρέπει να επιτεθούμε πρώτοι, τι υπάρχει πίσω από εκείνα τα βουνά, τι είναι, κι εμείς ποιοι είμαστε, πόσο αλλάξαμε, μια αρρώστια ρημάζει αυτόν τον τόπο, οφείλουμε να διατηρήσουμε τις παραδόσεις πριν αφανιστούμε, ας το προσπαθήσουμε, η τηλεόραση έχει κλείσει προ πολλού, κρατήστε τα νησιά, βαστάτε για τους τουρίστες, για τις παραδόσεις μας, αλλά κυρίως για τους τουρίστες, η σημαία δεν τους νοιάζει, μόνο η τιμή, κι εμάς μόνο η τιμή μας νοιάζει, πόσο πάει τη βραδιά, εμπορικό ακίνητο, εμπορική αξία, εμπορεύσιμη γη, εμπορεύσιμοι άνθρωποι, όλα έχουν την τιμή τους, πόσο κάνει ο Θεός, ναι, ο αληθινός Θεός, τον έχουμε σε προσφορά, πόσο κάνει, θα ρωτήσω, τιμή ευκαιρίας, θα πάρω δύο κιλά, έχω απαντήσεις για τα πάντα, ποιος είμαι όμως, ποιος είμαι, είμαι αυτό που έχει μέσα του τον κόσμο, σ’ ευχαριστώ φίλε, δεν ξέρω τι να σου απαντήσω, άραγε αν άλλαζε η γεωμετρία του πλανήτη θα γελούσαμε παραπάνω; τα μαθηματικά δεν απαντούν, μόνο σκαλίζουν, ρωτούν, ένα σπίρτο στο απόλυτο σκοτάδι, διαφάνεια, μεγαλείο, σκοπιμότητα κι ένα φαραωνικό κτίσμα παραδομένο στα ζιζάνια, πού πάτε κύριε, συγγνώμη, βρέθηκα κατά λάθος εδώ, ειλικρινά δεν ξέρω τι συνέβη και νομίζω, λυπάμαι που το λέω, ότι κανείς δεν ξέρει, αυτό που βρισκόταν εκεί, δεν υπάρχει πια. Γιατί πηγαίνεις εκεί που δεν υπάρχει πια τίποτα;





































































