Η Βραζιλία, ιδρυτικό μέλος των BRICS, είναι η μεγαλύτερη οικονομία στη Λατινική Αμερική και, μακράν, η πολυπληθέστερη και μεγαλύτερη σε έκταση χώρα της υποηπείρου. Το προς τα πού κλίνει χρωματίζει, δηλαδή, όλη την περιοχή. Δίκαια λοιπόν θεωρήθηκαν κρίσιμες οι προεδρικές και βουλευτικές εκλογές της περασμένης Κυριακής. Όσον αφορά τις προεδρικές, ο ακροδεξιός Φλάβιο Μπολσονάρου (γιος του πρώην προέδρου Ζαΐρ Μπολσονάρου) αναδείχθηκε πρώτος με 47%, ενώ ο απερχόμενος κεντροαριστερός πρόεδρος Λούλα ντα Σίλβα έλαβε 45%. Αφού κανείς δεν πέρασε το 50%, ο πρόεδρος της Βραζιλίας θα αναδειχθεί στον Β΄ γύρο, σε δύο εβδομάδες.
Οι νέες δημοσκοπήσεις δίνουν νικητή τον Μπολσονάρου, με μικρή διαφορά. Δεδομένου του ειδικού βάρους της χώρας, τυχόν νίκη του θα σημάνει μια στροφή σχεδόν όλης πλέον της Λατινικής Αμερικής προς τα δεξιά, και μια επανευθυγράμμισή της με τις ΗΠΑ. Η ζημιά επιτείνεται από τα αποτελέσματα για τη βουλή και τη γερουσία, καθώς και στα δύο σώματα σχηματίζεται συντηρητική πλειοψηφία – η ενίσχυση σε έδρες των δύο σημαντικότερων κομμάτων της βραζιλιάνικης αριστεράς (PCdoB και PSOL) δεν αλλάζει την κατάσταση. Πράγμα που σημαίνει ότι ακόμη και στην περίπτωση επικράτησης του Λούλα στον Β΄ γύρο, αυτός θα είναι όμηρος.
Γιατί η ακροδεξιά παίρνει ψήφους από τη φτωχολογιά; Προβάλλονται διάφορες εξηγήσεις: Ότι οι περισσότεροι ευαγγελιστές, που έχουν ριζώσει στις φαβέλες, είναι εχθρικοί προς το Κόμμα Εργατών του Λούλα. Ότι όλα τα μεγάλα ΜΜΕ υποστηρίζουν τον Μπολσονάρου. Ότι οι ΗΠΑ παρενέβησαν ποικιλοτρόπως υπέρ του ακροδεξιού. Όλα αυτά ισχύουν. Αρκούν όμως για να εξηγήσουν γιατί πολλοί φτωχοί ψηφίζουν κάποιον που εγγυημένα θα κάνει τη δύσκολη ζωή τους δυσκολότερη; Αρκούν για να εξηγήσουν για ποιο λόγο 33,5 εκατομμύρια Βραζιλιάνοι επέλεξαν να απέχουν; Ακόμη περισσότερο, γιατί 6 εκατομμύρια ψηφοφόροι στήθηκαν στις ουρές μόνο και μόνο για να ρίξουν λευκό ή άκυρο ψηφοδέλτιο; Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό, εάν σκεφθεί κανείς ότι η διαφορά μεταξύ Μπολσονάρου και Λούλα ήταν μόνο 2,2 εκατομμύρια ψήφων…
Ο Κουβανός αναλυτής Εντουάρντο Άλβαρεζ δεν αρκείται σε μισόλογα. Φταίνε όλα αυτά, λέει, αλλά πάνω απ’ όλα φταίει μια λατινοαμερικάνικη αριστερά «χωρίς πυξίδα, χωρίς αφήγημα, χωρίς σχέδιο, χωρίς ικανότητα να συνδεθεί με τους ανθρώπους που ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί». Η αριστερά, λέει ο Άλβαρεζ, «είναι ερωτευμένη με το παρελθόν της και, το χειρότερο, αποξενώθηκε από τον λαό, ενώ η δεξιά βγήκε στους δρόμους, χτύπησε πόρτες, μίλησε τη γλώσσα του λαού. Ο μπολσοναρισμός κατάλαβε ότι η πολιτική γίνεται στη γειτονιά, στην εκκλησία, στο WhatsApp, ενώ η αριστερά νομίζει ότι πολιτική γίνεται με τα μανιφέστα». Παρ’ όλα αυτά υπάρχει ελπίδα: «Αρκεί η αριστερά να πάψει να είναι γραφειοκρατικός μηχανισμός ή ΜΚΟ, να κάνει μια οδυνηρή, ανελέητη αυτοκριτική, και να ξαναγίνει η δύναμη που αγωνίζεται για δικαιοσύνη». Αμήν.
Ε.Φ.





































































