Η εβδομάδα που πέρασε δεν ήταν δίχως ενδιαφέρουσες εξελίξεις σχετικές με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την ακραία επίδειξη φιλοτουρκισμού από το ιερατείο της Ε.Ε. Δύο είναι οι πιο σημαντικές και αλληλεξαρτώμενες.

Πρώτη, το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας της Τουρκίας που συνεδρίασε με πρόεδρο τον Ερντογάν και θέμα τις σχέσεις Ελλάδας–Τουρκίας. Οι επίσημες ανακοινώσεις της συνεδρίασης του πανίσχυρου αυτού οργάνου δεν προκάλεσαν έκπληξη. Το Συμβούλιο Ασφαλείας επισήμανε την επιμονή της Άγκυρας στην πρόταση για «δυο ανεξάρτητα κράτη» στην Κύπρο. Η τουρκική πλευρά ξεκαθάρισε ότι «κατά τις διαπραγματεύσεις που θα πραγματοποιηθούν την προσεχή περίοδο, αντί των προσεγγίσεων οι οποίες για μισό αιώνα δεν απέδωσαν αποτέλεσμα και που αγνοούν την Τ/κ παρουσία, είναι απαραίτητο να τεθούν ολοκληρωμένες και μόνιμες λύσεις που θα λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικότητες στο νησί στη βάση δύο ανεξάρτητων κρατών με μόνιμη και περιεκτική λύση με λαμβάνοντας ως θεμέλιο τους το δίκαιο».

Σε αντίστοιχο τόνο κινήθηκε η απόφαση του οργάνου για τη Θράκη. Εδώ, αφού επισημάνθηκε ότι η Ελλάδα παραβιάζει τα «ανθρωπινά δικαιώματα της τουρκικής μειονότητας» καταλήγει: «Η Ελλάδα η οποία κλιμακώνει την πολιτική της ενάντια στην Τουρκία παρά τις εκκλήσεις μας για διάλογο έχει κληθεί να σεβαστεί το διεθνές δίκαιο και να συμπεριφέρεται με βάση τους κανόνες που διέπουν τις σχέσεις καλής γειτονίας».

Απέναντι σε αυτή την εξόφθαλμη προσπάθεια να θεωρηθεί ως δεδομένη η νομιμοποίηση της κατοχής και του εποικισμού της Κύπρου και της κατάφωρης παρέμβασης και εκμετάλλευσης όσων αφορούν τη μουσουλμανική μειονότητα στη χώρα, η Αθήνα έλαμψε δια της σιωπής της. Η μόνη αντίδραση, κατά την επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου Εξωτερικών, ήταν η σύσταση να διατηρηθεί το ήπιο κλίμα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις ώστε να πραγματοποιηθεί το ταξίδι Δένδια στην Άγκυρα.

Αντίστοιχα ανύπαρκτη ήταν η αντίδραση της Ελλάδας απέναντι στη σχεδιαζόμενη για τις 6 Απρίλη συνάντηση των εκπροσώπων της Ε.Ε., Σαρλ Μισέλ και Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν με τον Ερντογάν. Λίγες μέρες μετά την πομπώδη διατύπωση των δήθεν προϋποθέσεων για την ευρωτουρκική συνάντηση, το ευρωπαϊκό διευθυντήριο καταθέτει διαπιστευτήρια φιλοτουρκισμού και συζητά την «θετική ατζέντα» Μέρκελ και συντροφίας.

Καμιά έκπληξη. Όμως οι εξελίξεις αυτές, παραμονές της άτυπης Διάσκεψης για το Κυπριακό, μας καλούν σε λίγο πιο γενικές σκέψεις.

Οι τουρκικές προκλήσεις εργαλείο της επεκτατικής στρατηγικής της

Το επικίνδυνο δεν είναι η εξαπόλυση -καθημερινών πια- λεκτικών επιθέσεων από όλες τις πτέρυγες του καθεστωτικού τουρκικού πολιτικού προσωπικού. Το επικίνδυνο δεν είναι οι προκλητικές δηλώσεις και οι ανοικτές απειλές που εκτοξεύονται από τους αξιωματούχους του κυβερνώντος συνασπισμού αλλά και από τον ίδιο τον Ερντογάν.

Το επικίνδυνο είναι να θεωρηθεί αυτή η συνεχής και κλιμακούμενη λεκτική επίθεση ως μια συνηθισμένη «ανατολίτικη» τακτική, χωρίς σημασία και μέρος της κανονικότητάς μας.

Η ελληνική πλευρά προβάλλει την «αυτοσυγκράτηση» ως απόδειξη αυτοπεποίθησης και αίσθησης προστασίας από συμμάχους και Διεθνές Δίκαιο. Η αλήθεια είναι ότι ούτε το ένα ισχύει ούτε το άλλο

Κατ’ αντίστοιχο τρόπο, συνιστά επικίνδυνη εκτίμηση το να θεωρείται λογική και αναμενόμενη μια στάση δήθεν «αυτοσυγκράτησης» και «επίδειξης ανωτερότητας» που προβάλλει ο ελληνικός πολιτικός κόσμος δια της εκκωφαντικής σιωπής του. Όχι τυχαία, η κ. Μπακογιάννη, σε ανύποπτο χρόνο, είχε αποσαφηνίσει ότι «η ελληνική πλευρά δεν είναι υποχρεωμένη να απαντά σε κάθε δήλωση τούρκων αξιωματούχων». Άλλοτε, η ίδια, και όταν οι δηλώσεις ξεπερνούσαν τα όρια ανοχής δικαιολογούσε την αμήχανη σιωπή με το επιχείρημα της «δυσκολίας μετάφρασης της τουρκικής γλώσσας». Ας είναι…

Το σημαντικό είναι ότι οι στάσεις των δύο πλευρών κρύβουν και τις πραγματικές τους προθέσεις. Η Άγκυρα, άλλοτε με λεκτικές επιθέσεις, άλλοτε με πολεμικά πλοία ή αεροπλάνα, άλλοτε με γεωτρύπανα ή ερευνητικά σκάφη και άλλοτε με όλα αυτά μαζί, επιχειρεί όχι απλά να εκφοβίσει την ελληνική πλευρά. Δίπλα σε αυτό, προβάλλοντας απίθανες διεκδικήσεις, επιχειρεί να δείξει τέτοια αποφασιστικότητα και αδιαλλαξία ώστε όταν έρθει η ώρα των διαπραγματεύσεων, με ή χωρίς θερμό επεισόδιο, κάθε ελληνική παραχώρηση να θεωρηθεί «λογική και δίκαιη» μπροστά στην υπέρμετρη λίστα των αξιώσεών της. Ταυτόχρονα, αξιοποιώντας την ελληνική σιωπή, διαμορφώνει νομικά και πρακτικά τετελεσμένα, κρίσιμο στοιχείο στην περίπτωση που θα υπάρξει διεθνής ή νομική διαμεσολάβηση για την όποια διευθέτηση.

Η ελληνική σιωπή δεν είναι τυχαία

Από την άλλη, η ελληνική πλευρά προβάλλει την «αυτοσυγκράτηση» ως απόδειξη αυτοπεποίθησης και αίσθησης προστασίας από συμμάχους και Διεθνές Δίκαιο.

Η αλήθεια είναι ότι ούτε το ένα ισχύει ούτε το άλλο.

Οι δυτικοί σύμμαχοι της χώρας έχουν με σαφήνεια αποκαλύψει τις προθέσεις τους. Ο φιλοτουρκισμός της γερμανικής Ευρώπης και του ΝΑΤΟ δεν κρύβονται. Η όξυνση στις σχέσεις Μπάιντεν- Ερντογάν αφορά αποκλειστικά τις ρωσικές «περιπτύξεις» της Τουρκίας οι οποίες -αν «στρογγύλευαν» κατά τις επιθυμίες της νέας αμερικανικής διοίκησης- θα μπορούσαν να πάρουν ως «αντίδωρο» κάτι από Αιγαίο ή Κύπρο.

Με αυτά τα δεδομένα, η απροθυμία της ελληνικής πλευράς να υπερασπιστεί με όλους τους τρόπους και σε κάθε αμφισβήτηση θέματα εθνικής κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας, στέλνει ένα κοινό μήνυμα και στη Δύση και στην Ανατολή. Στη Δύση ότι οι «αντιδράσεις» της χώρας θα είναι λελογισμένες και εντός των σχεδιασμών και των γεωπολιτικών προτεραιοτήτων των «συμμάχων». Λέτε τυχαία ο Έλληνας πρωθυπουργός να έκανε κήρυγμα ευρωνατοϊκού προσανατολισμού, διανθισμένου με υποδείξεις περί «πολιτικών δικαιωμάτων» στο Ρώσο πρωθυπουργό, κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα με αφορμή τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση;

Αντιστοίχως, το μήνυμα προς την Άγκυρα ότι οι απειλές και τα τετελεσμένα πιάνουν τόπο, διευκολύνει το χειρισμό της κοινής γνώμης και κατ’ επέκταση και των κυβερνώντων να επισπεύσουν τις σημιτικής έμπνευσης «επώδυνες λύσεις». Στην πραγματικότητα δείχνουν ότι διαπραγματεύονται και εκλιπαρούν για μια συγκράτηση των τουρκικών απαιτήσεων σε αποδεκτά δεδομένα, ανοίγοντας όμως την όρεξη της Άγκυρας για μεγαλύτερο πακέτο απαιτήσεων.

Με αυτούς τους όρους Ελλάδα και Κύπρος οδηγούνται σε τρεις βδομάδες στην Πενταμερή Διάσκεψη για το Κυπριακό. Το μενού περιλαμβάνει αποκλειστικά και μόνο το αύριο της κυπριακής υπόστασης…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!