Ο Μεξικανός Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, ειδικός στο μακιγιάζ και τα σπέσιαλ εφέ σε ταινίες τρόμου, συνέχισε να υπηρετεί πιστά το είδος και ως σκηνοθέτης. Στα χνάρια του γκόθικ χολιγουντιανού παραμυθά Τιμ Μπάρτον, ακολούθησε ένα αντίστοιχο σκοτεινό παραμυθένιο σύμπαν, εντάσσοντάς το σε πραγματικές ιστορικές περιόδους, όπως στις ταινίες του «Στη ράχη του Διαβόλου» (2001), μια ιστορία φαντασμάτων με φόντο τον ισπανικό εμφύλιο και «Ο Λαβύρινθος του Πάνα» (2006), με αναφορά στους φαλαγγίτες του Φράνκο, στον Β΄ ΠΠ. Το 2017, ο Ντελ Τόρο σκηνοθέτησε τη «Μορφή του Νερού», μια παραλλαγή με σπλάτερ στοιχεία της πεντάμορφης με το τέρας, που τοποθετείται στην ψυχροπολεμική εποχή, για μια δίχως φωνή κοπέλα, που ερωτεύτηκε ένα αμφίβιο πλάσμα, αριστουργηματική ταινία που κέρδισε Όσκαρ καλύτερης σκηνοθεσίας, καλύτερης ταινίας και μουσικής σύνθεσης του Αλεξάντρ Ντεσπλά.

Στα 1962, χρονιά της κρίσης των πυραύλων στην Κούβα, μια μοναχική κωφάλαλη καθαρίστρια, η μικροκαμωμένη, ελαφροπάτητη Ελάιζα (Σάλι Χώκινς) εργάζεται τα βράδια σε ένα κέντρο μυστικών ερευνών στη Βαλτιμόρη. Μοναδικοί της φίλοι, ο γείτονάς της Τζιλ (Ρίτσαρντ Τζέκινς), ένας καλόκαρδος μεσήλικας γκέι γραφίστας, που βλέπει την τέχνη του να ξεπερνιέται με τις νέες μεθόδους εκτύπωσης, και η φλύαρη Αφροαμερικανή συνάδελφός της Ζέλντα (Οκτάβια Σπένσερ), που ερμηνεύει τη νοηματική επικοινωνία της Ελάιζα. Προϊστάμενός τους είναι ο αυταρχικός σαδιστής συνταγματάρχης Στρίκλαντ (Μάικλ Σάνον), επικεφαλής της επιστημονικής ομάδας που διεξάγει πειράματα σε ένα αλυσοδεμένο αμφίβιο ανθρωπόμορφο πλάσμα, από τις ζούγκλες του Αμαζονίου. Η Ελάιζα αναπτύσσει συναισθηματικό δεσμό μαζί του, προσπαθώντας να το βοηθήσει να δραπετεύσει.

Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό ρομαντικό παραμύθι, με προσεγμένα χρώματα και φωτισμούς ρετρό αισθητικής, με επικριτική παράλληλα στάση για μια ολόκληρη εποχή, όπου το εξαγνιστικό στοιχείο του νερού γίνεται η αλληγορία της ρευστότητας του έρωτα, αίσθησης που εκφράζεται ήδη από τους τίτλους αρχής, με την ηρωίδα να αιωρείται, καθώς ονειρεύεται, σαν να βρίσκεται σε βυθό, ενώ η τελική σκηνή, με την καταρρακτώδη βροχή, παραπέμπει στην ατμόσφαιρα των φιλμ νουάρ.

Στις σκηνές ρουτίνας της πρωταγωνίστριας, εντυπωσιάζει η αίσθηση συγχρονισμού, όπως η απόλαυση στιγμών ερωτικής ηδονής στη μπανιέρα, στο χρόνο που απαιτείται για να βράσουν τα αυγά που θα πάρει μαζί της, αναγόμενα σε αντικείμενο ερωτικού συμβολισμού. Η επιμονή στην ανάδειξη μιας καθημερινότητας, με επαναλαμβανόμενες κινήσεις και συνήθειες τελετουργικής βαρύτητας, αποτυπώνει με αρμονική αισιοδοξία τη μοναξιά της ηρωίδας.

Η σύγχρονη διάσταση της δεκαετίας του ’60 χαρακτηρίζεται από συνθήματα που ηχούν ως διαφημιστικά σλόγκαν, με το πράσινο ως «χρώμα του μέλλοντος», πλάι σε πιο «ψαγμένες» αποχρώσεις του –πετρόλ, βεραμάν- σε ηλεκτρικές οικοσκευές. Στην ταινία φιγουράρουν τηλεόραση με τηλεχειριστήριο, φορητό πικάπ και αμάξι με κλιματισμό και αυτόματα παράθυρα, υποδηλώνοντας στην εποχή του υπερκαταναλωτισμού τη μετατροπή κάθε αγαθού, ακόμα και τροφίμων, σε θελκτικά πολύχρωμα προϊόντα. Αυτή η αίσθηση εκσυγχρονισμού συνδυάζεται με τη ρετρό αισθητική σε ενδυμασίες, εσωτερική διακόσμηση και αρχιτεκτονικά στοιχεία, αποπνέοντας ρομαντισμό.

Το αντιρατσιστικό στίγμα της εποχής μεταφέρεται αποσπασματικά, μέσα από τηλεοπτικές εικόνες βίαιης καταστολής του κινήματος κατά των φυλετικών διακρίσεων, που φευγαλέα παρακολουθεί η Ελάιζα. Αναφορά στην πρώτη κρίση του σινεμά, με την εμφάνιση της τηλεόρασης, γίνεται στη σκηνή όπου το πλάσμα παρακολουθεί ταινία σε άδεια κινηματογραφική αίθουσα, ενώ στιγματίζεται η διαμόρφωση ενός τηλεορασόπληκτου κοινού.

Το αντιθετικό και συμπληρωματικό πράσινο-κόκκινο αποτελεί το βασικό χρωματικό συνδυασμό της ταινίας. Η Ελάιζα, που ερμηνευτικά προσεγγίζεται με εκφράσεις στη νοηματική και κινησιολογία Σαρλό, περιστοιχίζεται από αποχρώσεις του πράσινου, ενώ η διαφοροποίηση της διάθεσής της, μετά την ερωτική συνεύρεση, αποτυπώνεται χρωματικά, καθώς εμφανίζεται ντυμένη με κόκκινες αποχρώσεις.

Η διάχυτη νοσταλγία της ταινίας συμπληρώνεται από τις αισθήσεις μυρωδιάς και γεύσης, ως αντιστάθμισμα στην αφωνία της πρωταγωνίστριας. Ο Τζιλ αναφέρει πως έπιασε φωτιά στο εργοστάσιο σοκολάτας και ο αέρας μυρίζει ψημένο κακάο, ο Ρώσος επιστήμονας σερβίρει στους πράκτορες φρεσκοψημένο κέικ, ο Τζιλ τρώει πίτες με χρωματιστά ζελέ, ενώ γίνεται αναφορά στη βόμβα που μυρίζει μαγνήσιο, ως αναγνωριστική των Ισραηλινών, με τους οποίους συνεργάζονται οι Ρώσοι.

Το εικονογραφικό σύμπαν της ταινίας «Αμελί» (2001/Ζαν-Πιερ Ζενέ), όσο και η πολύ αναγνωρίσιμη μουσική της, του Γιαν Τιερσέν, αποτέλεσαν μια από τις βασικές αναφορές στην ταινία του Ντελ Τόρο, που υιοθέτησε τόσο τη χρωματική επιλογή πράσινου-κόκκινου, όσο και αντίστοιχη ενορχήστρωση, με την εμπνευσμένη μουσική του Ντεσπλά, που ανέφερε πως ενίσχυσε την ποιότητα ενός υποβρύχιου, υγρού ηχοχρώματος, χρησιμοποιώντας 12 φλάουτα. Ο ήχος ανθρώπινου σφυρίγματος, σε άμεση έμπνευση από τον Ζωρζ Ντελρύ, υποκαθιστά τη φωνή της Ελάιζα, υποδηλώνοντας ανεμελιά και αισιοδοξία, ενώ το ακορντεόν αποτελεί τη φωνή του πλάσματος στο θέμα του έρωτα. Με τη χρήση ακορντεόν, ο Ντεσπλά δίνει παριζιάνικη νότα «αλά Αμελί», αντιμετωπίζοντας με παιδιάστικη νοσταλγία και ευρωπαϊκή τσαχπινιά το αμερικάνικο ψυχροπολεμικό κλίμα καχυποψίας της εποχής, ενώ γίνεται αναφορά και στο «Ντελικατέσεν» (1991/Ζαν-Πιερ Ζενέ, Μαρκ Καρό), στη σκηνή όπου πλημμυρίζει το μπάνιο. Η γαλλική ατμόσφαιρα ενισχύεται και από το τραγούδι «La javanaise», του Σερζ Γκενσμπούρ, διασκευασμένο από την Μαντελέν Πεϊρού, στην πρώτη ερωτική αγκαλιά της Ελάιζα. Ο Ντεσπλά υιοθετεί ρυθμικές παραμυθένιες ενορχηστρώσεις με άρπα, βιμπράφωνο και κρουστά, που καθιέρωσε ο Ντάνι Έλφμαν, συνθέτης του Τιμ Μπάρτον.

Η γενικότερη ρετρό διάθεση της ταινίας υποστηρίζεται με μελετημένη χρήση τραγουδιών εποχής με λάτιν στοιχεία. Το «Baballoo» (1955) με την Κατερίνα Βαλέντε, όταν η Ελάιζα χαζεύει στην περιστρεφόμενη βιτρίνα τα πολύχρωμα γλυκά και το μουσικό θέμα «A summer place» του Μαξ Στέινερ με τον Άντι Γουίλιαμς, ως φόντο στην έκθεση αυτοκινήτων. Το αίσθημα υπεροχής του Στρίκλαντ, όταν οδηγεί την ολοκαίνουργια πετρόλ κάντιλακ, ενσαρκώνοντας τον «άντρα του μέλλοντος», συνοδεύεται από το εξωτικό «Chica Chica Boom Chic» (1941), ερμηνευμένο από την Βραζιλιάνα Κάρμεν Μιράντα. Το ίδιο πρόσχαρο τραγούδι συνοδεύει τις σκηνές προετοιμασίας απαγωγής του πλάσματος από την ηρωίδα, που βάζει στο φορητό πικάπ δίσκο με το ορχηστρικό σουίνγκ του Γκλεν Μίλερ «I Know why» (1941), επιχειρώντας να επικοινωνήσει μαζί του. Το τραγούδι «Youll never know how much I love you» με την Ρενέ Φλέμινγκ, ανάγεται σε μοτίβο του έρωτα που ανοίγει και κλείνει την ταινία. Βασική αναφορά, σύμφωνα και με τον σκηνοθέτη, αποτελεί η ασπρόμαυρη κλασική ταινία «Ο τρόμος της μαύρης λίμνης» (1954/Τζακ Άρνολντ), απ’ όπου ο Ντελ Τόρο εμπνεύστηκε τη φιγούρα του ανθρωπόμορφου πλάσματος με τα βράγχια.

Καθόλου τυχαία, κατά την ψυχροπολεμική περίοδο άνθισαν θρίλερ με εξωγήινους και τέρατα, εκφράζοντας την ανασφάλεια των ΗΠΑ, απέναντι στην απειλούμενη καπιταλιστική ευμάρεια, από την κραταιά τότε ΕΣΣΔ. Στην ταινία του Ντελ Τόρο υιοθετούνται σαρκαστικά προπαγανδιστικά ψυχροπολεμικά στερεότυπα του χολιγουντιανό σινεμά της εποχής, στα όρια ενός «τυπικού» και «ανεκτού» αντικομμουνισμού, όπως η διακωμώδηση των Ρώσων επιστημόνων κατασκόπων, που τα μακρόσυρτα συνθηματικά λόγια, σε κάθε συνάντηση, καταντούν ανέκδοτο.

*Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, [email protected]

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!