Πώς φτάσαμε από τον αντιμνημονιακό ξεσηκωμό στο 18% της Ακροδεξιάς; Αυτό αναρωτιούνται φωναχτά αρκετοί μετά τα αποτελέσματα των πρόωρων εκλογών της περασμένης Κυριακής στην Πορτογαλία. Κάμποσοι βέβαια θέτουν το ερώτημα μόνο και μόνο για να κουνήσουν αφ’ υψηλού το δάχτυλο στο «καθυστερημένο πόπολο». Υπάρχουν κι αυτοί που το πάνε παρακάτω: το 18% της Ακροδεξιάς, λένε, είναι φυσική συνέχεια των πληβειακών ύβρεων του 2013-14 εναντίον των «θεσμών» και του πειθήνιου πολιτικού συστήματος («Να πάει να γαμηθεί η τρόικα» φώναζαν εκατομμύρια Πορτογάλοι στους δρόμους πριν δέκα χρόνια). Κάτι θυμίζει αυτό… Όμως το εκλογικό αποτέλεσμα «σοκάρει» μόνο όσους ξεχνούν τα δέκα χρόνια που μεσολάβησαν από το αντιμνημονιακό ξέσπασμα των Πορτογάλων. Για την ακρίβεια, ξεχνούν πώς διαχειρίστηκε το λεγόμενο «προοδευτικό μπλοκ» τη ριζοσπαστικοποίηση μεγάλου μέρους της πορτογαλικής κοινωνίας, και τι πολιτικές εφάρμοσε στην πλάτη αυτής της ριζοσπαστικοποίησης. Διότι από το 2015, οπότε το Σοσιαλιστικό Κόμμα σχημάτισε κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Αντόνιο Κόστα (και με την κρίσιμη στήριξη της Αριστεράς, που τότε είχε λάβει συνολικά 20%), άρχισε μια σταδιακή επιστροφή στον «ρεαλισμό». Δηλαδή στη συνέχιση των μνημονιακών πολιτικών, αλλά πλέον «με ανθρώπινο πρόσωπο».

ΤΟΣΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ήταν αυτό το πρόσωπο ώστε κατέληξε σε μια άνευ προηγουμένου στεγαστική κρίση, σε οδυνηρή μείωση των πραγματικών μισθών λόγω ακρίβειας και πληθωρισμού, και στην αποσάθρωση του δημόσιου συστήματος υγείας και εκπαίδευσης. Ώσπου, στα τέλη του 2021, όταν η κυβέρνηση παρουσίασε έναν προϋπολογισμό με νέες περικοπές των κοινωνικών δαπανών, τα αριστερά δεκανίκια αναγκάστηκαν να αποσύρουν τη στήριξή τους. Ήταν πολύ αργά: με σύνθημα «να μην γυρίσει η Δεξιά» (και βοηθώντας την Ακροδεξιά να της κόψει ψήφους), ο Κόστα προκάλεσε πρόωρες εκλογές, και ξανακέρδισε. Η ανεπίδεκτη μαθήσεως Αριστερά, δηλαδή το Μπλόκο και το Κ.Κ., επέστρεψαν στα «παλιά καλά» ποσοστά… Οι εκλογές της περασμένης Κυριακής ήταν επίσης πρόωρες, αφού ο Κόστα αναγκάστηκε να παραιτηθεί μετά από εμπλοκή σε σκάνδαλα. Η κατρακύλα του Σοσιαλιστικού Κόμματος ήταν αναμενόμενη, όπως και η εκ νέου εκτίναξη της Ακροδεξιάς (επανάληψη του γαλλικού μοντέλου της δεκαετίας του 1980, όταν ο Μιτεράν είχε δώσει βήμα στον Λεπέν προκειμένου να ανακόψει την παραδοσιακή Κεντροδεξιά). Βοήθησε και η Κεντροδεξιά, που κατάφερε να… μειώσει το ποσοστό της σε σχέση με το 2022. Οπότε λύση στο μέγα πρόβλημα της «κυβερνησιμότητας» δεν δόθηκε.

ΓΙΑ ΟΛΗ ΑΥΤΗΝ την κατάσταση, υπεύθυνα στα μάτια των πολιτών φαίνονται –όχι άδικα– τα δύο μεγάλα κόμματα που κυβέρνησαν, και τα δύο μικρότερα αριστερά που στήριξαν πολιτικές με τις οποίες «διαφωνούσαν». Πότε με τη δικαιολογία να μην γυρίσει η Δεξιά, πότε με τον φόβο της Ακροδεξιάς – που έτσι φαινόταν η μόνη «αντισυστημική», κι η μόνη κερδισμένη. Τώρα οι δύο μεγάλοι προειδοποιούν ο ένας τον άλλον να τηρήσει το αμοιβαίο συμβόλαιο στο οποίο δεσμεύτηκαν προεκλογικά: τέλος οι συμμαχίες με τα «άκρα». Και τότε ποιος θα κυβερνήσει; Η ευρωκρατία Κόστα γνωρίζει, Κόστα προτιμάει. Αλλά αυτή τη φορά οι αριθμοί είναι πολύ σφιχτοί, κι αν δεν υπάρξει μεγάλη… αυτοθυσία στο πολιτικό σύστημα οι κάλπες μπορεί να μην προλάβουν να σκονιστούν.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!