Η περίπτωση της Βενεζουέλας ανήκει σε αυτές που υπογραμμίζουν ότι ζούμε σε εποχή υβριδικών καταστάσεων. Πλέον τίποτα δεν είναι –αν ήταν και ποτέ– «ασπρόμαυρο». Ίσως είναι χρήσιμο να επιχειρήσουμε μια συνοπτική παρουσίαση των όσων έχουν συμβεί εκεί πρόσφατα, με όλο τον κίνδυνο που ενέχουν οι περιλήψεις (να αγνοηθούν δηλαδή δευτερεύουσες αλλά σημαντικές πλευρές). Ώστε να δούμε εάν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για το πώς μπορεί ένα κίνημα, ένας λαός, μια χώρα να αντιμετωπίσει τον βραχνά της αμερικανικής ηγεμονίας. Συνοπτικά λοιπόν η κατάσταση έχει ως εξής:

– Από τον προηγούμενο χρόνο η τραμπική διοίκηση ανέβασε κατακόρυφα την ήδη αφόρητη πίεση που ασκούσαν οι ΗΠΑ επί της Βενεζουέλας, προσθέτοντας στις κυρώσεις και έναν ναυτικό αποκλεισμό, συν μια ψευδή προπαγάνδα περί καρτέλ ναρκωτικών με αρχηγό τον… Μαδούρο. Αυτά συνιστούσαν σαφή δήλωση της πρόθεσης της Ουάσινγκτον να αρπάξει τη χώρα με τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον πλανήτη, στα πλαίσια και του τραμπικού σχεδίου για ανάκτηση της κυριαρχίας των ΗΠΑ σε ολόκληρο το Δυτικό ημισφαίριο.

– Τελικά στις 3/1 οι ΗΠΑ με μια γκανγκστερικού τύπου επιδρομή απήγαγαν τον πρόεδρο Μαδούρο και τη σύζυγό του και τους μετέφεραν επιδεικτικά στις ΗΠΑ «για να δικαστούν». (Παρεμπιπτόντως, η Γενική Εισαγγελία των ΗΠΑ σχεδόν εξαρχής αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις αστειότητες περί του ανύπαρκτου καρτέλ ναρκωτικών. Στην πραγματικότητα, ακόμα ψάχνει πώς θα δικαιολογήσει νομικά την απαγωγή και φυλάκιση του προέδρου μιας τρίτης χώρας και της συζύγου του. Εξ ου και οι συνεχείς «αναβολές» της έκνομης δικαστικής διαδικασίας).

– Τόσο ο Μαδούρο όσο και η σύζυγός του τηρούν μέχρι σήμερα αδιάλλακτη στάση έναντι των απαγωγέων τους, ενώ στην πατρίδα τους πραγματοποιούνται διαρκώς διαδηλώσεις για την απελευθέρωσή τους. Αντίθετα, δεν συνέβη ποτέ ο «αντικαθεστωτικός ξεσηκωμός» που αναμενόταν από όσους πιστεύουν τα παραμύθια των Δυτικών ΜΜΕ (περί υποστήριξης της φιλοδυτικής αντιπολίτευσης από μια μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία). Το κενό που δημιουργήθηκε από την απαγωγή του νόμιμου προέδρου καλύφθηκε με την ανακήρυξη της έως τότε αντιπροέδρου Ντέλσι Ροντρίγκεζ σε προσωρινή πρόεδρο.

– Εδώ αρχίζουν οι περιπλοκές: Από τη μια οι ΗΠΑ γνωρίζουν ότι αδυνατούν να επιβάλουν μια κυβέρνηση της απολύτου αρεσκείας τους, κι ότι μια επιχείρηση στρατιωτικής κατάληψης/κατοχής της Βενεζουέλας θα τους προκαλέσει τεράστιο, διαρκές και πολύμορφο κόστος. Από την άλλη η κυβέρνηση της Βενεζουέλας έχει μεν μια φιλολαϊκή σύνθεση και ιστορία, αλλά είναι παντελώς ανέτοιμη (ακόμη και ως κατάσταση πνευμάτων) να αντιπαρατεθεί με τους Βορειοαμερικάνους. Ήδη πολύ πριν την απαγωγή του Μαδούρο το κυβερνητικό μπλοκ είχε επιλέξει «εύκολες» λύσεις αντί μιας διαδικασίας πολιτικής συγκρότησης και προετοιμασίας του λαού να αμυνθεί.

– Είναι χαρακτηριστικό ότι τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση Μαδούρο έκανε αλλεπάλληλες απόπειρες «έντιμου συμβιβασμού» με τις ΗΠΑ. Για παράδειγμα ο νόμος μερικής «απελευθέρωσης» της εξόρυξης και εμπορίας υδρογονανθράκων, που εγκρίθηκε οριστικά από τη βουλή της Βενεζουέλας λίγο μετά την απαγωγή του Μαδούρο, είχε καταρτιστεί από την κυβέρνηση Μαδούρο με στόχο τον εξευμενισμό της Ουάσινγκτον, την άρση κάποιων έστω κυρώσεων, και την επιστροφή των Βορειοαμερικανών «επενδυτών».

– Έτσι, κι αφού είχε δημιουργηθεί μια κατάσταση που «επέτρεψε» τη χειρότερη δυνατή κατάληξη (ομηρία του προέδρου), φτάσαμε σε έναν απίθανο «διακανονισμό»: κυβέρνηση θα παραμείνουν οι τσαβίστας (βλ. και το κυνικό «άδειασμα» της αντιπολίτευσης από τον Τραμπ), αλλά τις σπουδαίες αποφάσεις θα τις λαμβάνουν οι ΗΠΑ. Με άλλα λόγια, η Ουάσινγκτον αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί να κάνει όλα όσα θα ήθελε, και το Καράκας αποδέχεται να είναι κράτος και κυβέρνηση μειωμένης κυριαρχίας. Πρόκειται ακριβώς για μια υβριδική κατάσταση «συνδιοίκησης», με τις κεφαλές να εγκαταλείπουν κάθε ιδέα συγκέντρωσης όρων μιας λαϊκής αντίστασης.

– Ο νέος διακανονισμός στην πράξη, και με βάση το «δίκαιο» του ισχυρού, μεταφράστηκε ως εξής: επιτρέπεται εκ νέου στη Βενεζουέλα να εξάγει πετρέλαιο, αλλά τα έσοδα από την πώλησή του τα υπεξαιρεί (δεν υπάρχει άλλος όρος για να περιγραφεί αυτό που συμβαίνει) η κυβέρνηση των ΗΠΑ. Στη συνέχεια επιστρέφει στο Καράκας ένα μέρος –όσο θέλει, όποτε θέλει– προκειμένου να συνεχίσει να λειτουργεί η κυβέρνηση Ροντρίγκεζ. Δεν υπάρχει καμία σχετική διμερής συμφωνία, απλώς αυτό συμβαίνει ντε φάκτο. Π.χ. από τα πρώτα 500 εκατ. δολάρια που εισέπραξαν οι ΗΠΑ πουλώντας βενεζουελάνικο πετρέλαιο, επέστρεψαν μόνο 300 εκατ. (επιπλέον, η κυβέρνηση Ροντρίγκεζ πρέπει να πάρει έγκριση από την Ουάσινγκτον για το πώς θα τα ξοδέψει!).

– Το ίδιο ακριβώς μοντέλο είχε επιβληθεί και στο Ιράκ μετά την αμερικανική εισβολή του 2003. Μέχρι πριν λίγα χρόνια, το σύνολο των εσόδων από την πώληση ιρακινού πετρελαίου κατατίθονταν στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, και από αυτά η Ουάσινγκτον χρηματοδοτούσε τη λειτουργία της ιρακινής κυβέρνησης, θέτοντας επίσης όρους για το πώς θα διατεθούν (σήμερα ένα ποσοστό των πωλήσεων πετρελαίου το διαχειρίζεται απευθείας το Ιράκ). Η διαφορά όμως με τη Βενεζουέλα ήταν ότι στο Ιράκ είχε επισήμως επιβληθεί καθεστώς αμερικανικής στρατιωτικής κατοχής.

Τα παραπάνω συνιστούν μια κατά το δυνατόν ψύχραιμη καταγραφή της κατάστασης. Πρόσθετη πηγή ταπείνωσης είναι φυσικά ο εξευτελισμός της Ροντρίγκεζ και συνολικά των τσαβίστας από τη βορειοαμερικανική προπαγάνδα, που εσκεμμένα παρουσιάζει την κυβέρνηση της Βενεζουέλας ως ενθουσιωδώς συνεργαζόμενη με την τραμπική διοίκηση. Προφανώς αυτός ο «διακανονισμός» δεν μπορεί να διαρκέσει εσαεί. Για την ώρα και οι δύο πλευρές βολεύονται να τον υλοποιούν, αλλά κάποια στιγμή η πλάστιγγα κάπου θα πρέπει να γύρει. Εάν οι τσαβίστας εξακολουθούν να ονειρεύονται εύκολες λύσεις (π.χ. εάν ελπίζουν σε μια αλλαγή των διεθνών συσχετισμών που θα αναγκάσει τους επικυρίαρχους να το βάλουν στα πόδια κ.ο.κ.), είναι πιθανό να βιώσουν πιο οδυνηρές εμπειρίες. Ο χρόνος μάλλον δεν δουλεύει υπέρ όσων επιλέγουν μια παθητική αποδοχή των τετελεσμένων.


Η απέλαση του Άλεξ Σάαμπ

Αυτήν την εβδομάδα έγινε γνωστό ότι η κυβέρνηση Ροντρίγκεζ απέλασε στις ΗΠΑ, όπου «καταζητούνταν για σειρά αδικημάτων», τον Άλεξ Σάαμπ, υπουργό Βιομηχανίας της Βενεζουέλας από το 2024 ως τις 16/1/2026. Οι επιμελείς αναγνώστες του Δρόμου ίσως θυμηθούν το σχετικό άρθρο του Μορίς Λεμουάν, που περιέγραφε πώς το 2021 ο Σάαμπ συνελήφθη παράνομα (κατ’ απαίτηση της Ουάσινγκτον) στο Πράσινο Ακρωτήριο, και εκδόθηκε στις ΗΠΑ[1]. Απελευθερώθηκε σε ανταλλαγή κρατουμένων τον Δεκέμβριο 2023, επέστρεψε στο Καράκας, και λίγο αργότερα έγινε υπουργός Βιομηχανίας – για να παυθεί μετά την απαγωγή του Μαδούρο, και τελικά να σταλεί πεσκέσι στις ΗΠΑ…

Με αυτήν την πράξη η κυβέρνηση Ροντρίγκεζ κατέβηκε ένα ακόμη σκαλί προς τα κάτω. Με μια έννοια, δεν είναι έκπληξη: από τις επιλογές «ευκολίας» που έχουν γίνει ως τώρα, τέτοιου είδους συνέπειες παράγονται. Και φυσικά οι περιστάσεις βαραίνουν, όχι όμως ως ελαφρυντικό – το αντίθετο. Η έκδοση του Σάαμπ στις ΗΠΑ θα κοστίσει στους τσαβίστας, και θα την πληρώσουν, ενώ αυτό δεν συνέβη όταν η κυβέρνηση Τσάβες παρέδωσε το 2011 στην ακροδεξιά, τότε, κυβέρνηση της Κολομβίας τον Χοακίν Πέρες – έναν από τους ελάχιστους ηγέτες της Πατριωτικής Ένωσης που επιβίωσαν από το παρακρατικό πογκρόμ κατά της κολομβιανής αριστεράς[2]. Η περίπτωση είναι διαφορετική ακριβώς επειδή η έκδοση του Χοακίν στην Κολομβία ήταν μια συναλλαγή (προφανώς κυνική και απαράδεκτη) την οποία αποφάσισε μια κυρίαρχη κυβέρνηση. Η έκδοση όμως του Σάαμπ στις ΗΠΑ κατ’ απαίτηση των επικυρίαρχων συνιστά κατήφορο διαφορετικής ποιότητας…

[1] «Το ονειρευόταν ο Τραμπ, το υλοποίησε ο Μπάιντεν» (φύλλο 563).
[2] «Σοκ στη διεθνή προοδευτική κοινή γνώμη» (φύλλο 63).

 

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!