του Γιάννη Σχίζα

Ζούμε μια περίοδο όπου το couleur locale (τοπικό χρώμα) έχει δραματικά υποβαθμιστεί… Το couleur locale, κάτι μεταξύ αυθόρμητου παιχνιδιού και παιχνιδιού μιας ορισμένης κατηγορίας «παιδιών», έζησε για μερικές δεκαετίες την ακμή και παρακμή του, μέχρι που οι ματσωμένοι μεγαλοπαράγοντες άρχισαν να δίνουν «ενέσεις πενταχιλιαρίνες» (*) στο ποδοσφαιρικό προσωπικό ή να υπόσχονται Λατινοαμερικάνους άσους ακόμη και στον Πανσουρμενιακό… Και μ’ αυτά και μ’ αυτά, φτάσαμε στον παραγοντισμό, την αγορά ομάδων, τον σχηματισμό «αυλών» και αυλικών οπαδών γύρω από παραλήδες.

Θυμάμαι τους αγώνες στο γήπεδα μικρών κατηγοριών. Πριν από τις 17/6/64, ημέρα Κυριακή, οπότε είχαμε τα επεισόδια και τη καταστροφή του γηπέδου της Λεωφόρου Αλεξάνδρας λόγω του αγώνα-σικέ ΠΑΟ-Ολυμπιακός, είχαμε τα επί του αυτού γηπέδου επεισόδια της Τετάρτης, 13/6/64, στον αγώνα μεταξύ Χαραυγιακού και Α.Ο. Αμαρουσίου. Ήταν η εποχή όπου κυριαρχούσε ως ένα βαθμό η εντοπιότητα στις επιλογές του ποδοσφαίρου: Στην Ελλάδα γίνονται αγώνες μεταξύ της Μεικτής Αθηνών και της Μεικτής Βουκουρεστίου, μεταξύ της Μεικτής Αθηνών και της Μεικτής Πειραιά. Ένας Πειραιώτης ήταν αδύνατο να παίξει σε αθηναϊκή ομάδα, και τανάπαλιν – γρήγορα όμως οι μεγάλες ομάδες μετατράπηκαν σε πολυεθνικούς θιάσους ενώ οι νεοαποκτώμενοι παίκτες έκοψαν το παραμύθι της «αποεξανέκαθεν» οπαδοσύνης της Χ ή της Ψ ομάδας. Ο δε Κούδας έπαψε να ισχυρίζεται ότι «είμαι Ολυμπιακός και θα πεθάνω Ολυμπιακός»…

Το υβρίζειν στο γήπεδο

Υποθέτω ότι κάποιοι Αφρικανοί πολίτες, μέλη της φυλής των Κάφρων, δεν θα αισθάνονταν ευχαριστημένοι αν μάθαιναν ότι το όνομά τους «αξιοποιείται» για υβριστικές χρήσεις. Υποθέτω επίσης ότι εξίσου δυσαρεστημένοι από τη χρήση του όρου «βανδαλισμός» θα ήταν και ο λαός των Βανδάλων, εάν είχε επιβιώσει ως συλλογικότητα μέχρι τις ημέρες μας. Και τους μεν και τους δε, Κάφρους και Βάνδαλους, ελάχιστα θα παρηγορούσε το γεγονός ότι και άλλα εθνικά ονόματα, όπως λ.χ. των Βουλγάρων, χρησιμοποιήθηκαν σε άλλες περιστάσεις για να εκφράσουν τις προσβλητικές διαθέσεις κάποιων πάνω σε κάποιους. Επί του ζητήματος κάτι ξέρει ο κ.Μπαμπινιώτης, που προ ετών άκουσε τα εξ αμάξης γιατί ως γλωσσολόγος, απλά και μόνο κατέγραψε στο λεξικό του τη σύνδεση του σημαίνοντος «Βούλγαροι» με τα απαξιωτικά σημαινόμενα των Νοτιοελλαδιτών φιλάθλων έναντι των ΠΑΟΚτζήδων….

Οι βρισιές που αναφέρονται στη «γενετήσια σφαίρα» είναι σε γενικές γραμμές απαξιωτικές της γυναικείας και της ομοφυλόφιλης προσωπικότητας, ενώ επίσης εκδηλώνουν απόρριψη του αυνανισμού… Σε ένα όμως βαθύτερο επίπεδο, οι υβριστικές εκφράσεις αυτού του είδους, πέρα από τους άμεσα θιγόμενους, θίγουν και τη σεξουαλικότητα γενικώς, υποβαθμίζοντάς την στο επίπεδο μιας αναγκαστικής και ετεροβαρούς «έκκρισης», όπως είναι η ούρηση ή η αφόδευση… Όταν τα στίφη των οπαδών μιας «ακατανόμαστης» ομάδας κραυγάζουν ρυθμικά «Γαμιέται –ο ΠΑΟ– κι η Λεωφόρος», προφανώς συν-δηλώνουν και την απαξίωση της ερωτικής πρακτικής .

Στο μακρινό παρελθόν αναλήφθηκαν προσπάθειες κατά της υβρεολογίας στα γήπεδα –με την απειλή ποινικών κυρώσεων– καθώς επίσης και προσπάθειες ευπρεπισμού του δημόσιου λόγου: Υπήρξε μέχρι πολιτική διασποράς αστυνομικών στις εξέδρες, για τη σύλληψη των υβριστών. Επί δικτατορίας ακούσθηκαν εκφωνητές ποδοσφαιρικών αγώνων να λένε εκφράσεις του τύπου «ο τερματοφύλακας λακτίζει τη σφαίρα», πρακτική που εγκαταλείφθηκε όμως γρήγορα , ενώ οι μετέπειτα ευπρεπιστικές απόπειρες άφησαν τουλάχιστον την ξεκαρδιστική ανάμνηση μιας γελοιογραφίας του Καλαϊτζή: Στην οποία οι έξαλλοι πλην καθωσπρεπισμένοι φίλαθλοι φώναζαν «Ρε κίναιδε διαιτητή συνουσιάζεσαι»!

Η βία στα γήπεδα

Ανοίγω την «ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ – πνευματική επιθεώρηση της Κοζάνης» και πέφτω επάνω στους στίχους του Αλέξανδρου Αραμπατζή, υπό τον τίτλο «Μελοδράματα». Διαβάζω το 4ο «εδάφιο» του ποιήματος και «τσιμπιέμαι» πραγματικά: Δεν είναι δυνατόν, οι στίχοι αυτοί φαίνονται σαν να γράφτηκαν κατά παραγγελία για το γνωστό επεισόδιο του μαζικού αθλητοειδούς τσουμπακά στην Παιανία, που στοίχισε τη ζωή ενός νέου και έφερε το ανθρωποβόρο «φίλαθλο» ήθος στην επιφάνεια. Και όμως, επρόκειτο για το τεύχος Μαρτίου-Μαϊου του 2006! Τους παραθέτω λοιπόν, και ο νοών νοείτω:

Ήταν θυμάμαι μάγκες μου,
οι εποχές εκείνες της χαρωπής παρακμής
που ένα τσούρμο ηλιθίων, μαζί μ’ εμένα,
καβαλούσε αλαζονικά μια μηχανή ή μια σακαράκα
κι έτρεχε αφηνιασμένο να βρει έναν τόπο να ρημάξει.
Κάθε τόπος κι ένα πλιάτσικο
κάθε σταθμός κι ένα αναίτιο αιματοκύλισμα.
Η μια συμμορία φρικιών έστηνε ενέδρα στην άλλη
κι όλοι κατέληγαν στα χαντάκια άψυχοι και πετσοκομένοι.
Εκείνοι που επιβίωναν καυγάδιζαν πάλι
μέχρις ότου φυτεμένοι σ’αναπηρικά καροτσάκια
επέστρεφαν στο πατρικό τους
το ίδιο ηλίθιοι, άχρηστοι και ρημαγμένοι

Οι στίχοι μου θυμίζουν ένα παλιό φιλμ, το «Κουαντροφήνια», με υπόθεση κάπως αντίστοιχη της Παιανίας: Εκεί δύο συλλογικότητες νεαρών, που χωρίζονταν από βαθύτατες ιδεολογικές διαφορές (οι μεν καβάλαγαν βέσπες, οι δε μοτοσυκλέτες κλασικού τύπου…) συγκεντρώνονταν σε μια επαρχιακή πόλη για να πλακωθούν αγρίως και για να βανδαλίσουν κατά βούληση…. Ο Αραμπατζής στη προκειμένη περίπτωση έδωσε με άκρα διαύγεια το πνεύμα του αιμοδιψούς ναρκισσισμού και της ηλιθιότητας – πνεύμα ανάλογο με αυτό που αναπτύσσεται στους «παρα-αθλητικούς» χώρους, στη θύρα 13 ή στην θύρα 8, χωρίς να συναντάει συστηματικές αντιστάσεις.

Η διαφήμιση

Στην μπάλα αποτυπώνεται η διαφημιστική μανία των ημερών του ποδοσφαίρου, καθώς η Adidas έχει ξοδέψει ουκ ολίγα για την πρόταξη του ονόματός της σ’ αυτή τη διοργάνωση. Δεύτερον, η μπάλα δηλώνει την ανάγκη του ποδοσφαίρου να αποκτήσει τις τελετουργίες του, που δεν τις έχει πάντοτε ή πάντοτε δεν είναι πειστικές…

Οι μεγάλες διοργανώσεις αποτελούν μια ευκαιρία για τον τουρισμό, γι’ αυτό εξ άλλου μιλάμε για αθλητικό τουρισμό. Οι τουρίστες έρχονται και πάνε, πολλές φορές με παταγώδη συμπεριφορά, πολλές φορές με τους καβγάδες και τις ζημιές που προκαλούν. «Οι πολιτισμένοι αγώνες» είναι μάλλον ευφημισμός γιατί η ίδια η ιδεολογία της νίκης τους αποκλείει. Στο ποδόσφαιρο κυριαρχεί το ιδεολόγημα της διαρκούς νίκης, όσο κι αν στη ζωή η ήττα ενεδρεύει πάντοτε.

Στην Ελλάδα ξεμείναμε με την προετοιμασία του διεθνούς πρωταθλήματος… αστέγων, σύμφωνα με μια επινόηση εκδοτικής ομάδας: Που ξέχασε το ότι ένας άστεγος είναι αδύνατο να αντλήσει δυνάμεις για να βγει σε ένα διεθνή θεσμό! Επίσης ξεμείναμε με τους οπαδικούς βανδαλισμούς, με τα γκράφιτι των τοίχων και φυσικά με το οπαδικό ήθος στη περίπτωση του γηπέδου της Νέας Φιλαδέλφειας – γηπέδου που δεν προκρίθηκε αλλά επιβλήθηκε από την βούληση πολιτικών, παραγόντων και οπαδών…

Τι είναι το ποδόσφαιρο; Μήπως είναι κάτι διαφορετικό από την πρόσδεση σε μια φανέλα, σε ένα χρώμα, σε ένα υποσυνείδητο βίωμα, σε μια υποψία διαφοράς; Μήπως είναι ένας καιάδας που χρησιμεύει για την αποβολή στοιχείων μίσους, αντιπαλότητας, φθόνου; Μήπως είναι τελικά ένα πουκάμισο αδειανό – που λέει ο Σεφέρης;

Ο Αλέφαντος υπεράνω όλων

Ο Αλέφαντος που χάσαμε πρόσφατα παραπέμπει σε κάτι ανεπανάληπτους τύπους των ελληνικών γηπέδων: Μου θυμίζει τον «Εθνικάρα» που έδινε την ψυχή του γι αυτό το σύνθημα, μου θυμίζει έναν οπαδό του Χαραυγιακού που είχε ατομικό σπορ να βρίζει διαιτητές και λάινσμεν με τη κραυγή «ψωμόλυσσα». Και επειδή και τα δύο θέλουν επεξήγηση, το «Εθνικάρα» ήταν το «Εθνικός» + το σύνδρομο του οπαδικού μεγαλείου, το δε «ψωμόλυσσα» προέρχονταν από την εποχή της «σπάνιος» και αυτού τούτου του άρτου – δηλαδή ήταν νοητική κατηγορία της μετακατοχικής περιόδου….

Να πω τον Αλέφαντο γκαφατζή – δεν του πάει. Λόγου χάρη δεν θα μπορούσε να εκστομίσει αποφάνσεις τύπου Νίκου Βαμβακούλα – «να μαζευτούμε 5-6 να φτιάξουμε μια τριμελή επιτροπή».

Ο άνθρωπός μας , που κατάρτιζε σχήματα 4-3-3 ή 5-3-2 ερμηνευτικά του ποδοσφαίρου αλλά και της πολιτικής κατάστασης (!), πέρασε από το «ξερό» –ήγουν το γήπεδο άνευ χόρτου– τότε που οι διεθνείς μας γλιστράγανε και τρώγανε τούμπες στο χορτάρι της αλλοδαπής.

Ο Αλέφαντος υπηρέτησε το σύστημα του οπαδισμού από μια κορυφαία θέση –και το υπηρέτησε με χιούμορ– εν πολλοίς ασυναίσθητο, εν πολλοίς σουρεαλιστικό, όπως δείχνει η κριτική του για ένα συνάδελφο προπονητή στον οποίο κατελόγιζε: Θα μπουν οι Τούρκοι στη Θεσσαλονίκη και ο Σάντος θα ξυπνήσει Μεγάλο Σάββατο!

Για όσους έχουν βαρεθεί την καταχρηστική και πληθωριστική χρήση του χαρακτηρισμού «τελευταίος» («ο τελευταίος ευπατρίδης της πολιτικής», «ο τελευταίος των μεγάλων του θεάτρου», «ο τελευταίος χώρος πρασίνου», κ.λπ.), τους πληροφορώ ότι ο Νίκος Αλέφαντος ήταν ένας original τελευταίος… Ο Αλέφαντος αποτέλεσε ένα απολίθωμα της παραδοσιακής μαγκιάς , που χωρίς αμφισβήτηση για τις προπονητικές του ικανότητες θυμίζει εκείνη την «εκλεπτυσμένη» μέθοδο δράσης που είχε κάποιος προπονητής του Ολυμπιακού στη δεκαετία του ‘50, απευθυνόμενος στους παίχτες του : «Άντρες είστε, μουστάκια έχετε, παίξτε μπάλα για να κερδίσετε…»! Βεβαίως, δεν πρέπει να υποτιμήσουμε τις ικανότητες του κουτσοδόντη Γιώργου Γεωργίου, που πέθανε πρόσφατα: «ο Έλληνας ποδοσφαιριστής είναι τόσο άτεχνος που και με σαγιονάρες να παίζει θα πατήσει τα κορδόνια του», ήταν μια ατάκα συνηθισμένη από τον ίδιο, εκτός φυσικά από εκείνην όπου ανάμεσα στα αγωνίσματα συμπεριελάμβανε και το τάβλι… Επίσης δεν πρέπει να παραλείψουμε το αυθόρμητο καβαφικό κλίμα που εκλύεται από κάποιους σημερινούς μεταμοντέρνους αθλητικογράφους – «Σαν βγεις στο πηγαιμό για τη Καλαμάτα», ή «Αποχαιρέτα τη Β΄ Εθνική που χάνεις» κ.λπ.

… Με το πνεύμα αυτό σημειώνω το υπό του Κώστα Κρεμμύδα λαογραφικό, συνοικιο-λογικό και ψυχογραφικό δοκίμιο, που έχει ως παράπλευρη ωφέλεια την παραγωγή ουκ ολίγων σπασμών ακατασχέτου γέλωτος, έστω και σε εμφορούμενους από πράσινες αντιλήψεις: Με την ονοματοδότηση του ΠΑΟ ως «ακατανόμαστου», με τη συντομογραφία του Σταδίου Καραϊσκάκη ως «Ναός». Όπου φυσικά είναι ακατανόητη η παλιά (ταξική) απαξίωση των Ολυμπιακών ως μαουνιέρηδων και όπου κατά βάθος και κατά πλάτος κυριαρχεί η de profundis ποδοσφαιρική ιαχή που έσωσε ο Χάρυ Κλυν: «Τι τους κοιτάτε ρε; Βαράτε τους»!

Η φαντασία στο γήπεδο

Στα γήπεδα οργιάζουν αυτοί που κάνουν το «τόσο» – «ΤΟΣΟ», που φαντασιώνουν θριάμβους και τραγωδίες αλλά και καταφεύγουν σε αυτοκτονίες – π.χ. το να χάσει μια ομάδα το πρωτάθλημα, από την άστοχη εκτέλεση ενός πέναλτι… Η μεγαλοστομία φιλάθλων και αθλητικών κύκλων πολλάκις είναι κωμική, αλλά «πιο πολλάκις» (που ’λεγε ένας παλιός λοχίας!) γίνεται επικίνδυνη, καθώς συνδέεται με μια «εσωτερική» μεγέθυνση της αθλητικής πράξης, κάνοντάς την ανάλογη ή και υπέρτερη της ζωής. Ο αθλητισμός λειτουργεί σαν υποκατάστατο των «ιστορικών μαχών» που δεν έδωσαν ποτέ κάποιοι.

Ο ρυπαίνων πρέπει να πληρώνει και οι τσαμπουκάδες πρέπει να πληρώνονται και οι ομάδες πρέπει –αντί τράκας από την κοινωνία – να βάζουν το χέρι στη τσέπη οπαδών και φίλων, τουτέστιν να αυτοχρηματοδοτούνται: Αν δεν τα βγάζουν πέρα, ας αρχίσουν να καταναλώνουν «ελληνικά ποδοσφαιρικά προϊόντα», αντί να προσφεύγουν σε πανάκριβους ποδοσφαιριστές της αλλοδαπής – συμπεριλαμβανομένων των ξένων προπονητών με τους ηγεμονικούς μισθούς. Το 2011 μόνο οι Οικολόγοι Πράσινοι έβγαλαν άποψη περί του ότι «η κατάργηση κάθε άμεσης ή έμμεσης χρηματοδότησης των ΠΑΕ, απαιτείται να τύχει πλήρους εφαρμογής τώρα».

Ποδοσφαιρικοί τίτλοι και «τιμή»

Ο ποδοσφαιρικός λόγος είχε ανέκαθεν φαντασία. Εδώ μιλάμε για την εξωδιοικητική προαγωγή του Δομάζου σε Στρατηγό, ο οποίος παρ’ όλο το βαθμό του άκουσε τα εξ αμάξης για το φιλί που πήρε από τη γυναίκα του Συνταγματάρχη Παπαδόπουλου! Επίσης αναφερόμαστε στη μαρξίζουσα προμετωπίδα παλιάς βορειοελλαδίτικης εφημερίδα : «Ο ΠΑΟΚ βαδίζει στο δρόμο των ιστορικών πεπρωμένων του», αλλά και στα διαλαμβανόμενα σε ένα αφήγημα του Β. Τσιαμπούση στην «Παρέμβαση» της Κοζάνης: όπου οι αφικνούμενοι σιδηροδρομικώς ΠΑΟΚτζήδες στην Αθήνα, μάζευαν πέτρες από τις σιδηροδρομικές γραμμές (προφανώς για συλλεκτικούς λόγους…) οπότε μετά τις διαμαρτυρίες κάποιου υπαλλήλου ότι κινδυνεύουν τα τραίνα με εκτροχιασμό, ο αρχηγός της κομπανίας βεβαιώνει: Οι πέτρες θα ξαναμπούν στη θέση τους εάν κερδίσει η ομάδα, «στο λόγο της ΠΑΟΚτζίδικης τιμής του»…

Οι μεν εκφωνητές δεν βολεύτηκαν με εκφράσεις του τύπου «λακτίζει την σφαίρα εκτός παιδιάς», οι δε βωμολόχοι δεν προσέλαβαν τους καλούς τρόπους. Θύμα της θεώρησης του ποδοσφαίρου ως σύμφυτου με τον πολιτισμό ήταν και ο Έλληνας πρωθυπουργός Γεώργιος Ράλλης, γύρω στα 1980: Που «έχοντας χάσει συνέχειες» δήλωσε σε μια συγκέντρωση διαμαρτυρομένων Ηρακλειδών κατά του Παναθηναϊκού ότι είναι Παναθηναϊκός – με αποτέλεσμα να αποκτήσει άμεση εμπειρία της γηπεδικής «καθομιλουμένης»…

Τι είναι το ποδόσφαιρο τελικά;

Τι είναι το ποδόσφαιρο; Μήπως είναι κάτι διαφορετικό από την πρόσδεση σε μια φανέλα, σε ένα χρώμα, σε ένα υποσυνείδητο βίωμα, σε μια υποψία διαφοράς; Μήπως είναι ένας καιάδας που χρησιμεύει για την αποβολή στοιχείων μίσους, αντιπαλότητας, φθόνου; Μήπως είναι τελικά ένα πουκάμισο αδειανό – που λέει ο Σεφέρης; Ιδού ερωτήσεις που πρέπει να απαντηθούν, από τη σκοπιά μιας σύγχρονης ψυχολογίας. Ιδού θέματα ισορροπίας που πρέπει να τεθούν, και ό,τι ήθελε προκύψει.

Πάντως ο Gerard Vinnais λέει στην «Ιδεολογία του ποδοσφαίρου»: «Το σύγχρονο αθλητικό θέαμα είναι παιδαγωγός μίσους, καθυπόταξης του άλλου, θριαμβολογίας δίπλα στη θλίψη, ευτυχίας εφαπτόμενης στα συντρίμμια της αποτυχίας». Και συμπληρώνει: «Ο θρίαμβος της ποδοσφαιρικής ομάδας κάποιου αποζημιώνει παροδικά για τις αποτυχίες της καθημερινής ζωής. Το συναίσθημα ευφορίας που παράγεται από ένα τέτοιο θρίαμβο βασίζεται στην φυγή από την πραγματικότητα». Και ο μακαρίτης φίλος μου –Αντώνης Σκουλούδης– έγραφε σε ένα ποίημα του:

«Εμείς γεμίσαμε τους δρόμους
κάτω από γνήσια υπουργικά και προεδρικά χαμόγελα.
Στην Ομόνοια λουστήκαμε
Την επιτυχία.
Ξεπλένοντας
Τις μυριάδες καθημερινές μας ήττες»…

* «Ενέσεις πενταχιλιαρίνες» : Κωμική αναφορά στα πεντοχίλιαρα (δραχμές) που έδιναν οι παράγοντες στους παίχτες για ανύψωση του ηθικού τους

Πηγές:

  • Κώστα Κρεμμύδα, «Ερυθρόλευκη τρέλα», εκδόσεις Μανδραγόρας, 2017
  • Gerard Vinnais, «Iδεολογία του ποδοσφαίρου». εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη
  • Αρθρογραφία στον Δρόμο της Αριστεράς και στην Αυγή
Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!