Ένα μεγάλο γεωπολιτικό και γεωοικονομικό χάος ξεδιπλώνεται μπροστά μας. Δεν πρόκειται απλώς για συσσώρευση πολέμων και κρίσεων, αλλά για τον ταχύ κατακερματισμό της παλιάς παγκόσμιας τάξης, χωρίς να έχει ακόμη διαμορφωθεί μια νέα. Μαζί της εξαντλούνται πολλά από τα ερμηνευτικά σχήματα με τα οποία διαβάζαμε τον κόσμο. Η εγγενής αβεβαιότητα της «γυμνής μετάβασης» πάει μαζί με τη δυσκολία κατανόησης και πρόβλεψης. Επειδή, παρά την υπερσυσσώρευση πληροφοριών, δεν διαθέτουμε πραγματική εικόνα των δυνατοτήτων και των ορίων των μεγάλων δυνάμεων, ούτε των βαθιών αλληλεξαρτήσεων που εξακολουθούν να τις συνδέουν. Ο πόλεμος με το Ιράν έκανε φανερό ότι στρατιωτική ισχύς, ενέργεια, θαλάσσιες οδοί, τεχνολογία, εμπορικές ροές και πολιτικές συμμαχίες αποτελούν πλέον πλευρές της ίδιας σύγκρουσης.
Ένα πρώτο χαρακτηριστικό της νέας κατάστασης είναι ότι οι συγκρούσεις παύουν να αποτελούν απομονωμένα μέτωπα. Ουκρανία, Μέση Ανατολή και ευρύτερη Ευρασία αλληλοσυνδέονται όλο και περισσότερο. Παράλληλα, παλιά εδαφικά ζητήματα επανέρχονται και εμφανίζονται νέες συμμαχίες. Το Σύμφωνο της Μέκκας (Σ. Αραβία-Τουρκία-Πακιστάν) είναι ένδειξη μιας εποχής κατά την οποία ακόμη και κράτη στενά συνδεδεμένα με τις ΗΠΑ αναζητούν μεγαλύτερα περιθώρια αυτονομίας.
Έτσι ο σπονδυλωτός παγκόσμιος πόλεμος, με τα διάσπαρτα επεισόδια και κεντρικά μέτωπα, αποκτά μια νέα διάσταση. Αυξάνεται ο κίνδυνος διαφορετικές εστίες σύγκρουσης να λειτουργήσουν ως συγκοινωνούντα δοχεία. Αυτό ήδη συμβαίνει σε έναν βαθμό. Και οι παρατεταμένες στρατηγικές φθοράς μπορούν, όταν δεν επιφέρουν αποτέλεσμα, να οδηγήσουν σε κλιμάκωση και διεύρυνση των πολέμων. Ο έλεγχος της κλιμάκωσης είναι ένας μόνιμος πονοκέφαλος για όλους τους εμπλεκόμενους, είτε επιθετιστές που επιδιώκουν τη διατήρηση της παλιάς τάξης, είτε νεοεισερχόμενους ανταγωνιστές στον παγκόσμιο στίβο.
Ταυτόχρονα μεταβάλλεται η ίδια η φύση του πολέμου. Η στρατιωτική ισχύς παραμένει αποφασιστική, αλλά ο πόλεμος διεξάγεται πλέον και με κυρώσεις, δασμούς, αποκλεισμούς, έλεγχο ενεργειακών και εμπορικών διαδρόμων, τεχνολογικούς περιορισμούς και ανταγωνισμό για κρίσιμες πρώτες ύλες. Η γεωοικονομία γίνεται οργανικό τμήμα της γεωπολιτικής.
Οι ΗΠΑ και γενικότερα η Δύση χρησιμοποιούν εκτεταμένα κυρώσεις και τεχνολογικούς περιορισμούς απέναντι στη Ρωσία, το Ιράν και την Κίνα. Οι αντίπαλοί τους διαθέτουν όμως δικά τους μέσα πίεσης: το Ιράν μπορεί να επηρεάσει τις ενεργειακές ροές του Περσικού Κόλπου, η Ρωσία διαθέτει τεράστιους ενεργειακούς και φυσικούς πόρους, η Κίνα κατέχει κρίσιμες θέσεις στις βιομηχανικές και εμπορικές αλυσίδες και στις σπάνιες γαίες. Η οικονομική αλληλεξάρτηση, που στην εποχή της παγκοσμιοποίησης παρουσιαζόταν ως παράγοντας σταθερότητας, μετατρέπεται σε όπλο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ λειτουργεί σαν παραμορφωτικός αλλά αποκαλυπτικός καθρέφτης της παγκόσμιας μετάβασης. Ιδιαίτερο συμβολισμό αποκτά η παρουσία του Ιρανού προέδρου Πεζεσκιάν στο βήμα του ΟΗΕ ενώ ο πόλεμος συνεχίζεται. Απέναντι στις απειλές του Τραμπ, εμφανίζεται αποφασισμένος να υπερασπιστεί την κυριαρχία της χώρας του και να απορρίψει τον εκφοβισμό, αφήνοντας ταυτόχρονα ανοιχτή την πόρτα της διπλωματίας. Πόλεμος και διαπραγμάτευση συνυπάρχουν. Ο Τραμπ επιβάλλει συμφωνία στη Δανία για τη Γροιλανδία. Ο Λαβρόφ συναντιέται με τον Ρούμπιο, και οι συνομιλίες δεν είναι τυπικές…
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η επίσκεψη του Σι Τζινπίνγκ στις Ηνωμένες Πολιτείες και η απευθείας συνάντησή του με τον Τραμπ. Εδώ εμφανίζεται η σκιά ενός G2. Δεν συμφώνησαν ΗΠΑ και Κίνα να συγκυβερνήσουν τον κόσμο, όμως ολοένα περισσότερα μεγάλα ζητήματα του 21ου αιώνα περνούν μέσα από τη μεταξύ τους σχέση, δηλαδή συγκρούσεις ή συμφωνίες: εμπόριο, τεχνητή νοημοσύνη, ημιαγωγοί, σπάνιες γαίες, Ταϊβάν, εφοδιαστικές αλυσίδες και ενεργειακή ασφάλεια, γεωπολιτικές διευθετήσεις σε ανοικτά μέτωπα. Αναμετρώνται μεν, αλλά είναι συγχρόνως υποχρεωμένες να συνομιλούν, καθώς η πλήρης ρήξη θα είχε τεράστιο κόστος για ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.
Η Ευρώπη βρίσκεται μέσα σε όλα αυτά σε ιδιότυπη περικύκλωση: πιέζεται από την αλλαγή της αμερικανικής στρατηγικής, παραμένει μπλεγμένη στον πόλεμο της Ουκρανίας και στο αδιέξοδο των σχέσεων με τη Ρωσία, ενώ η Τουρκία αναβαθμίζεται ως στρατιωτική και γεωπολιτική δύναμη. Η Ευρώπη μοιάζει ανίκανη να ακολουθήσει αυτόνομη πορεία. Σέρνεται από τις ΗΠΑ γκρινιάζοντας, και επιλέγει την πολεμική οικονομία για την αναδιάρθρωσή της, εν μέσω μεγάλων πολιτικών-οικονομικών αδιεξόδων.
Και η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα από τα σημεία όπου τέμνονται όλες αυτές οι διεργασίες: Ανατολική Μεσόγειος, Βαλκάνια, Μαύρη Θάλασσα, Μέση Ανατολή. Η γεωγραφική της θέση αποκτά αυξημένη σημασία για στρατιωτικές υποδομές, ενεργειακούς και εμπορικούς διαδρόμους, λιμάνια και μεταφορές. Όμως η αύξηση της γεωπολιτικής σημασίας του ελληνικού χώρου δεν σημαίνει αυτομάτως αύξηση της ισχύος της Ελλάδας, όπως ισχυρίζεται η ιθύνουσα τάξη, προσβλέποντας σε έναν «Θόλο» προστασίας από ΗΠΑ-Ε.Ε.- Ισραήλ.
Αυτό είναι το κρίσιμο ζήτημα. Εάν η χώρα περιοριστεί στον ρόλο του διαμετακομιστικού, ενεργειακού και στρατιωτικού κόμβου, χωρίς ισχυρή παραγωγική βάση, τεχνολογική δυνατότητα και μεγαλύτερη αυτονομία στις αποφάσεις της, το εξαρτημένο μεταπρατικό μοντέλο δεν ξεπερνιέται· προσαρμόζεται στις ανάγκες της νέας εποχής, γίνεται εξάρτημα της Δυτικής συμμαχίας. Και εθελοτυφλεί για τυχόν παροχή βοήθειας απέναντι στις επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας…
Σε έναν κόσμο όπου ακόμη και μεσαίες δυνάμεις επιχειρούν να αυξήσουν τους βαθμούς κυριαρχίας τους, το ελληνικό ερώτημα γίνεται συγκεκριμένο: θα μετατραπεί η αυξανόμενη στρατηγική αξία του ελληνικού χώρου σε ισχύ και δυνατότητα επιλογής της ίδιας της χώρας, ή η Ελλάδα θα γίνει σημαντικότερη για τους άλλους παραμένοντας αδύναμη για τον εαυτό της; Στη δεύτερη περίπτωση, η παγκόσμια πολυκρίση θα λειτουργήσει ως επιταχυντής –χωρίς φρένο– του Υπαρξιακού Προβλήματος της χώρας.






































































