Το στέλεχος Χ, η Τοπική Ψ και η δομή Ω. Του Βένιου Αγγελόπουλου

Η ιστορία που ακολουθεί είναι εμπνευσμένη από την πραγματικότητα, όχι όμως αναγκαστικά πιστή καταγραφή.
Έρχονται, λοιπόν, μετά την εκλογική πλημμυρίδα που ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ αξιωματική αντιπολίτευση διάφοροι ενθουσιώδεις νέοι πενηντάρηδες και πενηντάρισσες να στρατευθούν στις γραμμές του, σε μια τοπική οργάνωση. Την τοπική οργάνωση Ψ, που μέχρι τότε λειτουργούσε βασικά ως εκλογικός μηχανισμός κάποιου στελέχους Χ του Συνασπισμού (ας πούμε μεγαλοδικηγόρου, μεγαλογιατρού, συζύγου βουλευτή κ.λπ.) και που ουδέποτε είχε εφαρμόσει την απόφαση περί επανεκκίνησης του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι τις εκλογές.
Κάποιοι από τους καινούργιους παίρνουν στα σοβαρά τις διακηρύξεις περί ανάγκης γείωσης της Αριστεράς, μαζεύουν κάποιο κόσμο σε αμεσοδημοκρατική βάση για συγκεκριμένο κοινωνικό έργο και ιδρύεται η δομή Ω (ας πούμε μια δομή αλληλεγγύης, μια δομή προστασίας του περιβάλλοντος, μια επιχείρηση επανένταξης ανέργων, μια επιτροπή στήριξης όσων απειλούνται με διακοπή ρεύματος ή κατάσχεση, κάτι τέτοιο τέλος πάντων). Θεωρώντας ότι αυτή η προσπάθεια έχει λίγες ελπίδες επιτυχίας ο/η Χ αρχικά δεν μετέχει, αλλά όταν βλέπει ότι περπατάει προσπαθεί να τεθεί επικεφαλής.
Δεν τα καταφέρνει, όμως, γιατί αυτοί που ξεκίνησαν το εγχείρημα θεωρούν ότι αυτό θα στένευε την απήχηση της δομής Ω, καθώς θα χρωματιζόταν κομματικά (οι ΣΥΡΙΖαίοι αποτελούν περίπου το ένα όγδοο των μελών). Με το ίδιο σκεπτικό, δεν δέχονται να μοιραστούν προκηρύξεις του ΣΥΡΙΖΑ στη διάρκεια της ανοιχτής συνέλευσης της δομής Ω. Και από εκεί αρχίζει ένας αμείλικτος πόλεμος.

Πώς εξελίσσεται αυτός ο πόλεμος;
• Με τη συστηματική καταγγελία αυτών των αφρόνων στις συνελεύσεις της οργάνωσης Ψ (συχνότατες: Μία κάθε δυόμισι-τρεις μήνες), καταγγελία κλιμακούμενη σε κάθε επόμενη συνέλευση, ενορχηστρωμένη από 6-7 μέλη της στενής επιρροής του/της Χ και επικροτούμενη από τη σιωπηρή πλειοψηφία, καταγγελία που μονοπωλεί τη συνέλευση με αποτέλεσμα να μη γίνεται καμία πολιτική συζήτηση, καμία συζήτηση για πρόγραμμα δράσης και ανάληψη/ανάθεση πολιτικής δουλειάς.
• Με την παραγοντίστικη παρέμβαση εντός ΣΥΡΙΖΑ με στόχο να μην αναγνωριστεί η επίμαχη δομή Ω.
• Με την υπόγεια διασπορά λάσπης και χαρακτηρισμών εναντίον προσώπων που δραστηριοποιούνται στη δομή Ω.
Για ποιο λόγο αυτός ο πόλεμος;
Άλλη εξήγηση δεν υπάρχει παρά ότι ο/η Χ αισθάνεται πως απειλείται η πρωτοκαθεδρία του/της στις επερχόμενες αυτοδιοικητικές εκλογές. Ωραία. Στη συνέχεια, λοιπόν, οι θιγόμενοι προσφεύγουν στα ανώτατα όργανα του ΣΥΡΙΖΑ, γίνονται διαβουλεύσεις και συνομολογούνται ανακωχές. Προγραμματίζεται συνέλευση της οργάνωσης Ψ, με θέμα τη γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ πάνω στις αυτόνομες αμεσοδημοκρατικές δομές, με παρουσία κεντρικών στελεχών. Όλα μέλι-γάλα.
Έλα, όμως, που οι ανακωχές καταπατούνται από την τοπική ηγεσία σε χρόνο μηδέν. Ο πόλεμος λάσπης εναντίον ατόμων εξαπλώνεται πέρα από το πλαίσιο του ΣΥΡΙΖΑ, το ίδιο και η προσπάθεια παρεμπόδισης της δομής Ω (φτάνοντας μέχρι σημείου να καταγγελθεί στην αστυνομία η δομή Ω από τοπικό παράγοντα προσκείμενο στον/την Χ), ενώ η οργάνωση Ψ (ή μάλλον η «αυτόνομη» αυτοδιοικητική παράταξη στήριξης του/της Χ) αναλαμβάνει πρωτοβουλίες ανταγωνιστικές προς τη δομή Ω (ουδέν κακόν αμιγές καλού: τουλάχιστον ξύπνησε από τη μακαριότητά της).

Οι λιγοστές δραστηριότητες της οργάνωσης Ψ αποφασίζονται ερήμην της μειοψηφίας, η οποία ούτε καν ειδοποιείται γι’ αυτές (ή ειδοποιείται την παραμονή το βράδυ). Και, τέλος, η τελευταία συνέλευση της οργάνωσης Ψ μετατρέπεται σε αρένα (ενώ έχει μεθοδευθεί η απουσία των εκπροσώπων της καθοδήγησης που ήσαν εν γνώσει της κατάστασης) και καταλήγει σε μια απόφαση-ψήφισμα εμπιστοσύνης στον/την Χ και δυσπιστίας απέναντι στη δομή Ω.
Κατόπιν τούτου, η μειοψηφία (αποτελούμενη από πρόσωπα που δεν γνωρίζονταν καν μεταξύ τους πριν από έξι μήνες και συγκροτήθηκαν ως ομάδα από την κοινή δράση στη δομή Ω αφενός και από τις επιθέσεις του/της Χ αφετέρου) αποχωρεί από τη συνέλευση, καταγγέλλει στην ηγεσία τις αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις της πλειοψηφίας, διαβουλεύεται, καταλήγει στην ίδρυση νέας οργάνωσης ΣΥΡΙΖΑ σε γεωγραφική βάση γειτονιάς και υποβάλλει αίτηση αναγνώρισης στη Γραμματεία. Συσχετισμοί: 10 ενεργά άτομα (από τα 70 τυπικά εγγεγραμμένα) αποχωρούν, άλλα τόσα νέα μέλη εγγράφονται σε διάστημα λιγότερο από μήνα κι άλλα τόσα περιμένουν την τυπική αναγνώριση της νέας οργάνωσης για να γίνουν μέλη του ΣΥΡΙΖΑ.
Η ηγεσία αναγνωρίζει το πρόβλημα και προσπαθεί να βρει συμβιβαστικές λύσεις συνύπαρξης στο πλαίσιο μιας ενιαίας οργάνωσης. Αλλά η μεν μειοψηφία θεωρεί ότι δεν υπάρχει εμπιστοσύνη πλέον και δεν υπάρχει καμία πρόνοια ώστε η εμπιστοσύνη να αποκατασταθεί, η δε πλειοψηφία αρνείται να ανακαλέσει το επίμαχο ψήφισμα μη αναγνώρισης της δομής Ω και ζητά η μειοψηφία να έρθει και να υπακούσει στις επιταγές της.
Ως εκ τούτου, η υπόθεση παραμένει άλυτη και παραπέμπεται σε κάποιο ενδιάμεσο όργανο του ΣΥΡΙΖΑ που είναι ακόμη υπό διαμόρφωση. Μέχρι τότε η νέα οργάνωση δραστηριοποιείται (χωρίς να χρησιμοποιεί τον όρο «οργάνωση»), ιδρύει ιστοσελίδα, τα μέλη της κινητοποιούνται σε διάφορες περιφερειακές δράσεις (σε αναλογία 8/1 ή 5/0 σε σχέση με τα μέλη της μητρικής οργάνωσης) και κάνει τρεις συνελεύσεις σε διάστημα ενάμισι μήνα (όσες δηλαδή και η οργάνωση Ψ σε 9 μήνες). Βεβαίως, η πλειοψηφία δεν μένει άπραγη: Αναπτύσσει πολύμορφη δραστηριότητα καταγγελίας της μειοψηφίας ως ΔΙΑΣΠΑΣΤΕΣ!, αφιερώνοντας σ’ αυτό περισσότερη ενέργεια ακόμη κι από την ανάδειξη των τοπικών δραστηριοτήτων του/της Χ.
Και η ηγεσία; Πώς αντιμετωπίζει μια τέτοια κατάσταση και άλλες ογδόντα αντίστοιχης οξύτητας;
Πρώτον η ηγεσία έχει κι άλλα πράματα να κάνει, δηλαδή την παραγωγή πολιτικής, και δεν μπορεί να ασχολείται με την κάθε κουτσουλιά στο χάρτη.
Όμως γι’ αυτό η Συνδιάσκεψη ψήφισε τη σύσταση Επιτροπής Δεοντολογίας, απόφαση την οποία η Γραμματεία έθαψε.
Δεύτερον, μια καταγγελία ή τη διερευνάς σε βάθος (μπορεί ο καταγγέλλων να έχει δίκιο, μπορεί να είναι συκοφάντης, μπορεί η αλήθεια να είναι κάπου στη μέση και η υπόθεση να λύνεται με ξεκαθάρισμα των παρανοήσεων) ή όχι. Αν επιλέξεις να μην προχωρήσεις σε βάθος, τότε οφείλεις να διαχωρίσεις τα αντιμαχόμενα μέρη, να κηρύξεις διαζύγιο, ώστε να πάψουν να ασχολούνται το ένα με το άλλο (στο μέτρο του εφικτού) αλλά να ασχολούνται με την κυβέρνηση και την τρόικα. Αν δεν κάνεις ούτε το ένα ούτε το άλλο στέλνεις κόσμο στα σπίτια του. Κάτι που σίγουρα δεν είναι η πεμπτουσία της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ.
Τρίτον, από τη στιγμή που η υπόθεση έχει παραπεμφθεί σε κάποιο ενδιάμεσο όργανο, τα ανώτερα όργανα οφείλουν να τηρούν, επισήμως τουλάχιστον, αυστηρή ουδετερότητα απέναντι στα αντιμαχόμενα μέρη. Ως πολιτικοί φίλοι, ως μέλη ή αντίπαλοι μιας τάσης, προφανώς μπορούν να παρέμβουν, παρεμβαίνουν και θα παρεμβαίνουν, σε ατομικό επίπεδο όμως και όχι ως όργανα του ΣΥΡΙΖΑ, διότι έτσι αναιρούν την ανάθεση και επηρεάζουν το ενδιάμεσο όργανο. Αν, για παράδειγμα, η υπό αναγνώριση οργάνωση καλέσει κάποιον ομιλητή, προφανώς ο οποιοσδήποτε μπορεί να του πει «πήγαινε (ή μην πας) διότι ο/η Χ είναι κομματικός μας αντίπαλος (ή φίλος)», δεν επιτρέπεται όμως θεσμικό όργανο του ΣΥΡΙΖΑ να υιοθετήσει την επιχειρηματολογία των μεν (μην πας διότι είναι διασπαστές) ή των δε (πήγαινε διότι ο Χ λειτουργεί αντιδημοκρατικά) εφόσον το αρμόδιο όργανο δεν έχει αποφασίσει.
Μπορεί η ιστορία να είναι φανταστική, αλλά φαντάζομαι πως αρκετοί θα αναγνωρίσουν καταστάσεις που έχουν ζήσει κι οι ίδιοι. Και βέβαια δεν τελειώνει εδώ. Ας σκεφτούμε όμως, αν δεν μπορούν να λυθούν από τον ΣΥΡΙΖΑ οι διαφορές μεταξύ μελών και στελεχών μέσα σε έξι μήνες, τι θα γίνει αν ο ΣΥΡΙΖΑ πάρει την εξουσία και υπάρξουν απλοί άνθρωποι που καταγγείλουν στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ότι καταπατούν τα δικαιώματά τους.
Η συνέχεια στην πραγματική ζωή.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!