του Γιώργου Κυριακού

Υπάρχει ένας βασικός λόγος για την αυτοαξιολόγηση των σχολικών μονάδων που αποκρύπτεται επιμελώς από τις υπουργικές ανακοινώσεις και τον νόμο και αφορά στη στήριξη ή υποβάθμιση ή και κατάργηση σχολείων, άρα στη λειτουργία πολλαπλών ταχυτήτων στήριξης και χρηματοδότησης της δημόσιας εκπαίδευσης. Ταυτοχρόνως ο λόγος αυτός παραμερίζεται ή υποβαθμίζεται από τους συνδικαλιστές μπροστά στην κύρια ευθύνη τους για την αναπαραγωγή του κλάδου ή για την καλλιέργεια της «ταξικής συνείδησης», για το «χτίσιμο» της «οργάνωσης της εργατικής τάξης» που με τη σειρά της «θα καταργήσει τον καπιταλισμό».

Ο λόγος είναι απλός και έχει δυο κατευθύνσεις. Η αξιολόγηση της σχολικής μονάδας (που έτσι κι αλλιώς γίνεται κάθε χρονιά σε απολογιστικές συνελεύσεις στις σχολικές μονάδες) τι προσανατολισμό θα αποκτήσει σε κεντρικό επίπεδο ή περιφερειακό επίπεδο; Στη στήριξη ή στην τιμωρία των σχολικών μονάδων που δεν πληρούν προϋποθέσεις μιας παιδείας που αξίζει στα παιδιά αυτής της κοινωνίας;

Θα χρηματοδοτήσουν ένα εργαστήριο χημείας και φυσικής με εποπτικά μέσα σε ένα σχολείο που λειτουργεί σε μια φτωχή γειτονιά ή θα κλείσουν τμήματα γιατί δεν αποδίδει; Θα χρηματοδοτήσουν μια σχολική βιβλιοθήκη που θα μπορεί τα απογεύματα να είναι ένα «φως στην κοινότητα» ή απλά θα βάλουν περισσότερες κάμερες για να παρακολουθείται η εγκληματική δραστηριότητα των συμμοριών; Θα χρηματοδοτήσουν παραγωγικά εγχειρήματα σε συνεταιρισμούς σε μια γειτονιά για να ορθοποδήσουν οι άνεργοι ή θα αναβαθμίσουν το αστυνομικό της τμήμα; Θα διορίσουν 35.000 εκπαιδευτικούς που συλλέγουν σουβενίρ κάθε χρόνο από κάθε περιοχή της Ελλάδας, την οποία γυρίζουν με μια βαλίτσα ή θα συνεχίσουν να υποβαθμίζουν το εκπαιδευτικό τους έργο που μένει ατελείωτο και μέχρι να μάθουν τα ονόματα των παιδιών ξεκινάει το καλοκαίρι; Θα δοθεί μια ιδιαίτερη βάση στήριξης ενάντια στη «σχολική αποτυχία» ήδη από το νηπιαγωγείο ή θα κατανεμηθούν απλά ευθύνες προσωπικές που θα υποβαθμίσουν τις σχολικές μονάδες στη μοίρα τους; Ενδεικτικά τα παραδείγματα, ενδεικτικές οι προοπτικές.

Ρητορικά τα ερωτήματα για την εξουσία. Όσο για τις κινηματικές διαδικασίες που μάλλον φυλλοροούν επιδιώκοντας μέτωπα πάντα σε διαρκή σχέση με απώτερους και ιδανικούς στόχους ίσως κρατούν τα μπόσικα, δηλαδή την αναπαραγωγή ενός μηχανισμού που καταλήγει στις ομοσπονδίες, λίγα πράγματα μπορούμε να περιμένουμε. Διότι το δίκιο του συνάδελφου υπερτερεί του δίκιου της κοινωνίας ή δεν συντίθεται. Διότι το δίκιο του συνάδελφου θα γίνει ένα πεδίο σύγκρουσης παρατάξεων «του αγώνα» μέσα στον ίδιο τον κλάδο για το ποιος το υπερασπίζεται καλύτερα. Διότι το δίκιο του συνάδελφου να δουλεύει «μόνιμα και αξιοπρεπώς» δεν συναντιέται με κανένα άλλο δίκιο άλλου συναδέλφου σε άλλον κλάδο που κι αυτός πρέπει να δουλεύει «μόνιμα και αξιοπρεπώς». Και κυρίως διότι δεν υπάρχει μορφωτικό κίνημα μέσα στον ίδιο τον κλάδο που θα επιδιώκει να αναβαθμίζει την εκπαίδευση των παιδιών. Κι αυτό το κενό δεν το βλέπει μόνο η κακεντρέχεια και η συστηματική ιδεοληψία των Τζήμερων και των Μπογδάνων αλλά το αντιμετωπίζει η κοινωνία και ιδιαίτερα τα λαϊκά στρώματα που επιθυμούν να μορφωθούν τα παιδιά τους.

Πώς και με ποιο τρόπο θα πραγματοποιήσουμε την άμυνα και την υπέρβαση; Τα συνήθη κινηματικά «εργαλεία» αχρηστεύονται μπροστά στην πραγματικότητα.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!