Σε κρίσιμη καμπή μπαίνει η επανέναρξη των ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου (Great Sea Interconnector), με το γαλλικής σημαίας ερευνητικό σκάφος Abeille Marengo να έχει ήδη καταπλεύσει στο Ηράκλειο και την έκδοση της σχετικής NAVTEX να αναμένεται στις αρχές Νοεμβρίου. Οι έρευνες προγραμματίζεται να συνεχιστούν ανατολικά της Κρήτης και της Κάσου, στην ευρύτερη περιοχή όπου τον Ιούλιο του 2024 η παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων είχε οδηγήσει στη διακοπή τους, με ένα «θερμό επεισόδιο» να αποφεύγεται μόνο μετά από υποχώρηση της ελληνικής πλευράς και τον περιορισμό της εντός των 6 ν.μ. των χωρικών μας υδάτων.
Η Άγκυρα εξακολουθεί να προβάλλει τις γνωστές διεκδικήσεις της, απαιτώντας να έχει λόγο στις δραστηριότητες που πραγματοποιούνται σε θαλάσσιες περιοχές τις οποίες θεωρεί τουρκικής δικαιοδοσίας. Παράλληλα, αφήνει ανοιχτή μια διέξοδο συνεννόησης, υπό την προϋπόθεση προηγούμενης γραπτής ενημέρωσής της.
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δημόσιες τοποθετήσεις των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας. Ο Γιώργος Γεραπετρίτης επιμένει ότι άδεια για τις έρευνες χορηγείται αποκλειστικά από την Ελλάδα, αποδεχόμενος ωστόσο το ενδεχόμενο απλής ενημέρωσης της Τουρκίας. Ο Χακάν Φιντάν, από την πλευρά του, δηλώνει ότι η Άγκυρα δεν αντιτίθεται στις εργασίες, αρκεί να λαμβάνει γραπτή γνωστοποίηση με τις συντεταγμένες και το αντικείμενό τους. Πίσω από τη φαινομενική σύγκλιση κρύβεται μια ουσιώδης αντίφαση, που όλο και περισσότερο μοιάζει με διπλωματική ακροβασία, καθώς η Αθήνα μιλά για ενημέρωση χωρίς νομικές συνέπειες, ενώ η Άγκυρα επιδιώκει μέσω αυτής να κατοχυρώσει στην πράξη τη δικαιοδοσία που διεκδικεί.
Σε κάθε περίπτωση αυτό που μοιάζει να ορίζει το πλαίσιο των εξελίξεων είναι η σταθερή προσήλωση της Άγκυρας στις παράλογες αναθεωρητικές και επεκτατικές της βλέψεις. Η τουρκική αδιαλλαξία φτάνει συχνά τα πράγματα στα άκρα, φέρνοντας το ενδεχόμενο στρατιωτικής σύγκρουσης όσο κοντά χρειάζεται για να εκβιάσει τελικά την υποχώρηση της δικής μας πλευράς. Η δημιουργία τετελεσμένων, άλλοτε με τη χρήση ισχύος και άλλοτε με τη διπλωματία, βρίσκει την Αθήνα και τη Λευκωσία να ακολουθούν τις εξελίξεις χωρίς σαφή εθνική στρατηγική.
Γαλλική φόρμουλα συνεννόησης
Στο επίκεντρο των παρασκηνιακών διεργασιών βρίσκεται η Γαλλία. Σε παρέμβασή του στον ΣΚΑΪ ο διεθνολόγος Κωνσταντίνος Φίλης έχει αναφερθεί σε πληροφορίες περί ολοκλήρωσης γαλλοτουρκικών διαβουλεύσεων. Σύμφωνα με το κυπριακό AlphaNews, η γαλλική πλευρά έχει ήδη αποστείλει γραπτή ενημέρωση στην Τουρκία με τις συντεταγμένες και τις ημερομηνίες των εργασιών. Άλλα δημοσιεύματα, όπως του CNN Greece, κάνουν λόγο για γενική γνωστοποίηση προς περισσότερες χώρες της περιοχής, ώστε η Τουρκία να μην εμφανίζεται ως ιδιαίτερος αποδέκτης. Σε κάθε περίπτωση αναζητείται γαλλική φόρμουλα ικανοποίησης του τουρκικού αιτήματος για γραπτή ενημέρωση, με τρόπο τέτοιο που να μπορεί να παρουσιαστεί από την ελληνική πλευρά ως μη αναγνώριση τουρκικής δικαιοδοσίας.
Πρόκειται για διπλωματικές και νομικές ακροβασίες και παιχνίδι με τις λέξεις «άδεια» ή «ενημέρωση», που, όπως έδειξε το «άκυρο» και «παράνομο» τουρκολιβυκό μνημόνιο –που ακόμη μας ταλαιπωρεί–, μικρή σημασία έχουν στην πράξη. Το κρίσιμο είναι εάν με αφορμή το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου εγκαθιδρύεται μια πρακτική προηγούμενης συνεννόησης, την οποία η Τουρκία θα επικαλείται εφεξής ως αναγνώριση των διεκδικήσεών της.
Την ίδια στιγμή, η κατασκευάστρια Nexans εμφανίζεται εξαιρετικά επιφυλακτική. Ο επικεφαλής της, Julien Hueber, επιβεβαίωσε ότι οι συζητήσεις παραμένουν στο πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο, τοποθετώντας την πιθανή επανεκκίνηση της παραγωγής του καλωδίου στο 2028, μετά την ολοκλήρωση των ερευνών και των απαραίτητων προπαρασκευαστικών εργασιών.
Πρόβα με το τηλεπικοινωνιακό καλώδιο EMC
Μια πρώτη δοκιμή των νέων ισορροπιών βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη με το East to Med Data Corridor (EMC), το υποθαλάσσιο τηλεπικοινωνιακό σύστημα που σχεδιάζεται να συνδέσει την Ασία και τη Μέση Ανατολή με την Ευρώπη, μέσω Σαουδικής Αραβίας, Κύπρου και Ελλάδας.
Το ερευνητικό Kobi Ruegg πραγματοποιεί εργασίες νοτιοανατολικά της Κρήτης, σε περιοχές που η Τουρκία εντάσσει στις διεκδικήσεις της. Στις ελληνικές και κυπριακές NAVTEX η Άγκυρα απάντησε με δικές της αναγγελίες, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι οι έρευνες έχουν συντονιστεί και εγκριθεί από τις αρμόδιες τουρκικές αρχές. Η Αθήνα απέρριψε τις τουρκικές αναγγελίες ως μη έγκυρες.
Οι εργασίες πάντως συνεχίζονται. Το ερώτημα είναι με ποιους όρους. Γιατί αν η απρόσκοπτη πραγματοποίηση ερευνών προϋποθέτει πλέον κάποια μορφή τουρκικής συναίνεσης, τότε πίσω από την εικόνα της αποκλιμάκωσης μπορεί να διαμορφώνεται ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο προηγούμενο. Και μάλιστα τη στιγμή που η Άγκυρα επιχειρεί, μέσω και του τουρκολιβυκού μνημονίου, να παγιώσει τις αξιώσεις της για μια νέα μοιρασιά της Ανατολικής Μεσογείου.
Διπλωματικό σπριντ στο και πέντε της έγκρισης του τουρκολιβυκού μνημονίου
Κατόπιν εορτής τρέχει η Αθήνα να αναζητήσει απαντήσεις και να ανατρέψει τα νέα τετελεσμένα που δημιουργεί η έγκριση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της ανατολικής Λιβύης. Δεν είναι η πρώτη φορά. Και το 2019, όταν υπογράφηκε το περιβόητο μνημόνιο, η ελληνική διπλωματία είχε πιαστεί στον ύπνο. Έκτοτε ακολουθήθηκε μια τακτική διαρκούς επίκλησης του «άκυρου» και «παράνομου» χαρακτήρα του, χωρίς όμως αντίστοιχες πρωτοβουλίες ικανές να ακυρώσουν στην πράξη τις συνέπειές του. Όσο η Αθήνα επαναπαυόταν στη νομική ορθότητα των θέσεών της, η Τουρκία οικοδομούσε πάνω στο μνημόνιο νέα διπλωματικά, πολιτικά και επιχειρησιακά τετελεσμένα.
Τώρα, μετά την επικύρωσή του από εκείνη ακριβώς τη λιβυκή πλευρά στην οποία είχε επενδύσει η ελληνική διπλωματία, επιχειρείται ένα διπλωματικό σπριντ της τελευταίας στιγμής.
Πρώτος σταθμός, η διεθνοποίηση του ζητήματος. Στις 26 Οκτωβρίου, Ελλάδα, Κύπρος, Ε.Ε., Αίγυπτος, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Μπαχρέιν προχώρησαν σε αυστηρή κοινή δήλωση στον ΟΗΕ, απορρίπτοντας το μνημόνιο ως αντίθετο στο διεθνές δίκαιο. Συγχρόνως η Ευρωπαϊκή Ένωση το χαρακτήρισε «άκυρο και ανυπόστατο». Καμία όμως δέσμευση για κυρώσεις απέναντι στην Άγκυρα, ούτε καν απέναντι στη Λιβύη. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνεχίζουν κατά τα άλλα την οικονομική, στρατιωτική και πολιτική συνεργασία τους με την Τουρκία, αφήνοντας τις καταγγελίες χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.
Δεύτερη κίνηση, η ανακοίνωση νέων συνομιλιών με την Αίγυπτο για επέκταση της συμφωνίας οριοθέτησης ΑΟΖ του 2020. Μιας συμφωνίας που είχε εξαρχής αφήσει σημαντικά κενά, ιδιαίτερα ανατολικά του 28ου μεσημβρινού. Έξι χρόνια αργότερα συζητάμε ακόμη την κάλυψή τους, ενώ η Τουρκία επιχειρεί να προσεταιριστεί το Κάιρο, προσφέροντάς του, σύμφωνα με τουρκικούς ισχυρισμούς, μεγαλύτερες θαλάσσιες εκτάσεις στο πλαίσιο μιας δικής τους συμφωνίας οριοθέτησης.
Τρίτη κίνηση, η παρέμβαση Μητσοτάκη στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ στις 29 Οκτωβρίου. Ο πρωθυπουργός παρουσίασε χάρτες, ανέβασε τους τόνους, κατήγγειλε την παραβίαση του διεθνούς δικαίου και κάλεσε τη Λιβύη σε απευθείας διαπραγματεύσεις για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Εύλογα τα ερωτήματα: Γιατί τώρα; Γιατί χρειάστηκε η επικύρωση του μνημονίου για να κινητοποιηθεί η Αθήνα; Γιατί δεν αναλήφθηκαν με την ίδια ένταση αυτές οι πρωτοβουλίες όλα τα προηγούμενα χρόνια; Και, κυρίως, πώς θα ανατραπούν τα τετελεσμένα όταν η ελληνική διπλωματία εξακολουθεί να αντιδρά εκ των υστέρων, αντί να διαμορφώνει η ίδια τις εξελίξεις;
Δεν απαντά η κυβέρνηση στα παραπάνω ερωτήματα, την ίδια στιγμή που ζητά τόσο από την αντιπολίτευση (τη γενικά σιωπούσα) και τον λαό (που παρακολουθεί με ανησυχία) να υπάρχει εθνική συστράτευση (όποιος κριτικάρει κάνει «αντιπολίτευση στη χώρα» κατά τον κυβερνητικό εκπρόσωπο) στις επιλογές της.





































































