Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη

Τέταρτο άσμα

Με βαρύ βήμα φεύγουν από το πεδίο των νεκρών
στης ροδαυγής το νέο χάραμα
κουρασμένοι από τον αγώνα οι γενναίοι Σουλιώτες
βαδίζουν προς το κοντινό δασωμένο βουνό.

Κορυφή της Πίνδου, χρωμάτισε το σύννεφό σου
στο φως του πρωινού κόκκινο σαν το αίμα
φώναξέ το με θλίψη προς όλο το λαό των Ελλήνων:
«Θρηνήστε, πεθαίνει ο γενναίος Σουλιώτης!».

Ο Μάρκος που τον πέτυχε το βέλος του θανάτου,
κάνει νόημα κάποιος του δίνει το σπαθί του.
Επάνω του ο πρωινός ουρανός ανοιχτός
φωτίζει θαυμάσια το ηρωικό του μέτωπο!

Κάτω από ένα μικρό δένδρο δάφνης
κείτεται εξαντλημένος, το στήθος του αναπνέει δύσκολα
η ψυχή του πλανιέται σε γλυκό όνειρο,
γύρω του στέκονται οι πολεμιστές λυπημένοι.

Και ακούει τον παιάνα να αντηχεί,-
από  το πυκνό φύλλωμα των δένδρων
βλέπει πνεύματα να πετούν με άσπρες φτερούγες
αψηφώντας το θάνατο σηκώνεται επάνω.

Στο μεταίχμιο των δύο ζωών,
όπου μόνο με κόπο κυκλοφορεί το αίμα,
στέκεται ο ήρωας, βλέπει στα διπλά σύνορα
χλωμό του φως της μακρινής αιωνιότητας,
βλέπει τις ψυχές των προγόνων του να λάμπουν,
ενώ αυτός στο παραλήρημά του ακόμη πεθαίνοντας λέει:

«Εκατό αδέρφια έπεσαν μαζί μου,
πιστά στον όρκο που μας συνέδεε όλους
από τα αρπακτικά νύχια της τίγρης
σώσαμε την πατρίδα μας!»

«Κώστα αδερφέ, βλαστάρι από τη γενιά μου,
εδώ, σου παραδίδω το σπαθί των προγόνων
αλλά στο ρόδισμα της χαραυγής
βάλε τη γροθιά σου επάνω του και ορκίσου.

Ακούστε το όλοι: Πιστός στον άγιο όρκο,
που έδωσε κάποτε και ο πατέρας μου Κίτσος,
ορκίζομαι, ότι αυτή η γυαλιστερή κόψη
θα πρέπει να αστράφτει μόνο για την ελευθερία της Ελλάδας!»

«Αδερφέ, Κώστα, βλαστάρι από τη γενιά μου,
βασίσου στον Θεό, ο άγιος σκοπός θα νικήσει
αγωνιστείτε, ώστε το λάβαρο της ελευθερίας
να πετάξει ως τις εκβολές του Ευρώτα!»

……………………..

Μετάφραση: Λάμπρος Ηλ. Μυγδάλης, Νίκος Α. Παπαδόπουλος

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!