Συνέντευξη στη Χριστίνα Ανδρέου

 

Χείμαρρος… Με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Με ό,τι κινδύνους -για τον ίδιο- και ό,τι εκπλήξεις -για τους άλλους- μπορεί να κρύβει ένα ορμητικό ποτάμι… Χωρίς φόβο και με πολύ πάθος ο Γεράσιμος Γεννατάς διαμαρτύρεται φωναχτά για το ζοφερό σήμερα, διεκδικώντας την ελπίδα για το καλύτερο αύριο. Μέσα από την πολιτική επιθεώρηση Πατριδογνωσία ή τίποτα πια δεν είναι για συγγνώμη που έχει ανεβάσει στο Θέατρο Χυτήριο σε σκηνοθετική επιμέλεια Θανάση Χαλκιά και τη μουσική υπογραφή του Γιώργου Κομπογιάννη, κατακεραυνώνει με χιούμορ και δάκρυ το υπάρχον πολιτικοοικονομικό σύστημα και προσφέρει τροφή για σκέψη. Αυτή τη σκέψη που ένα μέρος της μοιράστηκε μαζί μου σε αυτή τη συνέντευξη. Άλλωστε, ο ίδιος, όπως και οι περισσότεροι εξ ημών, έχοντας φτάσει σχεδόν στο αμήν, με τα αποθέματα αξιοπρέπειας και ζωής να τελειώνουν μέρα με την ημέρα, ψάχνει να βρει την έξοδο κινδύνου από το σκοτάδι. Έστω και της ψυχής…. Βυθιζόμενοι, λοιπόν, οι θεατές της παράστασης μαζί του στο πηγάδι της γνώσης των μεγάλων διανοητών -Μπρεχτ, Μαγιακόφσκι, Έλιοτ, Σαχτούρης, Τζόις- διαπιστώνουν πως όσο και αν το υπάρχον σύστημα που προάγει την υποτέλεια των λαών δύσκολα θα αλλάξει, ωστόσο μια αφυπνισμένη συνείδηση, μια μη κουρασμένη συνείδηση, δεν παύει να είναι ενοχλητική για τους κρατούντες. Οι πολλές, τώρα, αφυπνισμένες συνειδήσεις ίσως και να κάνουν τη διαφορά…

 

Δανείζομαι μια λέξη από την παράστασή σου για να σου θέσω το πρώτο ερώτημα. «Πατριδογνωσία: σχολικό μάθημα γενικών γνώσεων σχετικά με το άμεσο περιβάλλον των μαθητών, την ιδιαίτερη πατρίδα τους από ιστορική, γεωγραφική, λαογραφική κ.λπ. άποψη». Αυτός είναι ο ορισμός του λεξικού. Αν εσύ ήσουν σήμερα δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο τι θα απαντούσες στα παιδιά στο κλασικό ερώτημα του Ιωάννη Πολέμη Τι είναι η πατρίδα μας;.
Νομίζω πως και ο ίδιος ο ποιητής δεν λέει τι είναι η πατρίδα μας, απλά αναρωτιέται. Προσωπικά πιστεύω πως η πατρίδα, με ή χωρίς εισαγωγικά η λέξη, είναι οι άνθρωποί της, είναι οι ψυχές των ανθρώπων που έτυχε να κατοικούν σε αυτόν τον γεωγραφικό χώρο που αναφερόμαστε κάθε φορά. Δεν είμαι πατριδολάγνος γι’ αυτό και είπα με ή χωρίς εισαγωγικά η λέξη. Για μένα πατρίδα είναι οι άνθρωποι. Αυτό, λοιπόν θα έλεγα και στα παιδιά, πως σε αυτό που πρέπει να δώσουν βάση είναι στους ανθρώπους της πατρίδας τους που έμαθαν να εκφράζουν τον ψυχικό τους κόσμο με έναν τρόπο, αυτόν τον τρόπο που τους δίδαξε ο τόπος που γεννήθηκαν. Και σε κάθε τόπο υπάρχουν μεγάλοι άνθρωποι, σπουδαίοι, που δειγματίζουν πολιτισμό. Σε αυτούς πρέπει να αναφερόμαστε. Παρακολουθώντας κανείς όλη αυτήν την νεοφιλελεύθερη ασχήμια, όλον αυτόν τον φασισμό που έχει ενδυθεί μια δήθεν νεοφιλελεύθερη μάσκα, ενώ πρόκειται για έναν απροκάλυπτο φασισμό με κύριο στόχο όλων αυτών που τον υπερασπίζονται να μας καταστήσουν πελατάκια στους φίλους τους τούς επιχειρηματίες, ε, λοιπόν, κινητήριος δύναμη της Ιστορίας και της Κοινωνίας δεν είναι οι επιχειρηματίες που δίνουν δουλειές, είναι οι άνθρωποι που δουλεύουν.

Σε κάποιο σημείο της παράστασης λες «ο φτωχός λαός είναι πιο συνεργάσιμος». Πράγματι, όπως αποδεικνύεται από την ιστορία, η εξαθλίωση δημιουργεί ένα είδος αφασίας στους ανθρώπους πριν από τη μεγάλη αφύπνιση. Σήμερα διανύουμε μια περίοδο αφασίας. Τι μας οδήγησε εκεί;
Είμαστε μια τετραπληγική κοινωνία. Ακόμη και τώρα που μιλάμε υπάρχει μια μάζα που ταΐζεται με θρησκεία, ποδόσφαιρα, lifestyle, πατρίδες, δήθεν ιδανικά και όλα αυτά στο όνομα του ψεύδους. Σε κάποιο σημείο της παράστασης υποδύομαι τον Αρίστο Δωριάδη, οι παραλληλισμοί είναι εμφανείς και αυτό το κομμάτι κλείνει σχεδόν με επευφημίες από τον κόσμο. Ο τύπος, λοιπόν, κάνει ένα δήθεν μάθημα πατριδογνωσίας, για την ακρίβεια βγάζει ένα λογύδριο στο οποίο και λέει θα σας πουλήσουμε πατριδοκαπηλία, εθνική υπερηφάνεια, ορθοδοξία, αρχαίους ημών προγόνους κ.λπ., θα εκτελέσουμε τα παλιοκομμούνια που θέλουν να σας πάρουν τα σπίτια, ενώ στην πραγματικότητα θα σας τα πάρουν οι τράπεζες κορόιδα, έξω οι μετανάστες, ζήτω η Eurobank κ.λπ. κ.λπ. Λέει όλο λοιπόν αυτό το πράγμα που έζησε η Ελλάδα από το ’50 μέχρι σήμερα από τη δική του σκοπιά. Μην αναρωτιόμαστε τι μας οδήγησε εδώ που είμαστε, είναι εμφανές. Το ζήτημα είναι πως ο λαός αυτός έχει χάσει την πίστη του πια. Πρέπει να βρει ξανά την πίστη του και να χειραφετηθεί. Να πιστέψει στον άλλον, βρε αδερφέ, στον άλλον, σε κάτι…

Εσύ, υπάρχει κάτι για το οποίο δεν έχεις χάσει την πίστη σου;
Για τη ζωή. Η ζωή μπορεί να μας εκπλήξει. Η ζωή περπατάει ερήμην ημών. Και εμείς το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να ακολουθήσουμε αυτόν τον βηματισμό. Δυστυχώς, αυτή η παράλυση που περιγράφουμε πιο πάνω μας έχει κάνει να χάσουμε αυτόν τον βηματισμό, να μην προχωράμε μαζί με τη ζωή. Πρέπει, λοιπόν, να διεκδικήσουμε ξανά το δικαίωμά μας να περπατήσουμε στη ζωή μας.

Εδώ που έχουμε φτάσει… τίποτα δεν είναι πια για συγγνώμη;
Αυτό το λέει ο κύριος Βλαδίμηρος Μαγιακόσφκι και κάτι ξέρει. Ας ξεκινήσουμε, όμως, από το γεγονός ότι αυτή η συγγνώμη δεν έχει λεχθεί. Από κανέναν. Ένα, λοιπόν, το κρατούμενο. Αυτό το άθλιο, προδοτικό προσωπικό, το οποίο κρύβεται πίσω από την κομματική του ταυτότητα, όλοι αυτοί οι σκερβελέδες, γιατί περί αυτού πρόκειται, της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ, της φασιστονεοδημοκρατίας και του κλεφτοΠΑΣΟΚ, που βγαίνουν και μας ραπίζουν καθημερινά για πλάκα, αναρωτιέμαι που τη βρίσκουν αυτή τη μαγκιά. Όταν μιλάνε για την Ελλάδα αναφέρονται πρώτα στο κόμμα τους, μετά στη δημοκρατία και μετά στη χώρα. Ποιοι μας κυβερνούν λοιπόν; Όλοι αυτοί οι ντενεκέδες που ασκούν καθημερινά βία στη χώρα τους, που είναι υπεύθυνοι για όλο αυτό που συμβαίνει. Γιατί έχει όνομα η κρίση, δεν είναι κανένα φτερωτό άλογο που πέταξε ξαφνικά πάνω από τη χώρα, έχει όνομα. Το όνομα όλων αυτών που κυβέρνησαν και πριν ακόμη από τον Εμφύλιο. Όλοι αυτοί θα έπρεπε, λοιπόν, θεωρητικά καθημερινά για δέκα λεπτά τουλάχιστον να ζητάνε συγγνώμη. Κάθε πρότασή τους να αρχίζει από ένα συγγνώμη. Αντ’ αυτού μας φτύνουν στη μούρη χωρίς οι ίδιοι να έχουν υποστεί τίποτα από τις επιλογές τους. Πάμε, όμως, στο διά ταύτα. Αν, λεχθεί, αυτή η συγγνώμη τι θα γίνει; Αν ο κύριος π.χ. Ντινόπουλος ζητήσει σήμερα συγγνώμη, ποιος μου εγγυάται ότι θα είναι αληθινό; Ένα σχήμα λόγου θα είναι. Όλοι αυτοί κρύβονται πίσω από σχήματα λόγου. Γι’ αυτό τίποτα δεν είναι πια για συγγνώμη.

Η πολιτική επιθεώρηση είναι μια μορφή διαμαρτυρίας. Ένας πολίτης χωρίς δημόσιο λόγο όπως εσύ μπορεί να διαμαρτυρηθεί για τα κακώς κείμενα;
Δεν μπορεί. Ζούμε έναν απροκάλυπτο φασισμό όπως σου είπα. Ζούμε μια απροκάλυπτη επιβολή. Στη χούντα τρώγανε ξύλο, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει λόγος για ξύλο. Δεν είναι αναγκαία τα βασανιστήρια. Πάρε για παράδειγμα αυτό που έγινε στην Κύπρο, το κούρεμα. Τι είναι αυτό; Ένας πόλεμος χωρίς σφαίρες. Νομίζω πως ο άνθρωπος σήμερα είναι ανίσχυρος σε όλο αυτό που γίνεται. Δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί, δεν έχει βήμα. Πρέπει, όμως, να αντιπαρατεθούμε. Να σκοτωθούμε; Ναι, να σκοτωθούμε.

Ο Ντενί Ντιντέρο γράφει πως «η τέχνη δεν έχει καμιά υποχρέωση να είναι πολυτέλεια ακαμάτηδων. Κάθε τέχνη οφείλει να έχει κοινωνική αποστολή και χρησιμότητα». Σήμερα ίσως αυτό να ακούγεται πιο επίκαιρο από ποτέ. Ενστερνίζεσαι αυτή την άποψη ή πιστεύεις πως η τέχνη δεν οφείλει να υπηρετεί τίποτε άλλο παρά τον εαυτό της;
Κοίτα, όταν ακούω κάθε μέρα γνωστό συνάδελφο, να δίνει συνεντεύξεις στο Αθηνόραμα, και να μιλάει για το έργο που ανέβασε, το οποίο διαπραγματεύεται τη μοναξιά της ψυχής, στο αστικό τοπίο, στον ασπρόμαυρο χώρο, που κάνει και τα συναισθήματά μας ασπρόμαυρα κ.λπ. κ.λπ. λέω όχι σε αυτή την τέχνη. Εγώ πιστεύω αυτή τη στιγμή μόνο στη στρατευμένη τέχνη. Η τέχνη σαφώς και είναι μια έκφραση της ψυχής. Τοποθετείται, όμως, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Δεν είναι η παγκόσμια ψυχή. Δεν είναι μόνο η παγκόσμια ψυχή. Εγώ υποκλίνομαι βέβαια στην παγκόσμια ψυχή. Δεν γίνεται, όμως, να μη λαμβάνεις υπ’ όψιν σου τη συγκεκριμένη στιγμή που αυτή η ψυχή λειτουργεί.

Δηλαδή είναι… ατόπημα να ανεβαίνει σήμερα ένα έργο χωρίς πολιτικό μήνυμα;
Όχι, βέβαια. Δεν εννοώ σε καμία περίπτωση αυτό. Εξάλλου, σαν άνθρωπος είμαι πολύ συγκαταβατικός. Πιστεύω πολύ βαθιά μέσα μου ότι δεν υπάρχουν απολυτότητες. Όμως τι χρησιμεύει σήμερα στην Ελλάδα να ανεβαίνουν 15 μιούζικαλ για να λένε λαλαλα δεν συμβαίνει τίποτα; Και ναι φυσικά και χρειάζεται να δούμε και τη μοναξιά της ψυχής στο σύγχρονο αστικό τοπίο και πως αυτή αποπροσανατολίζεται, όμως έρχεται σε μια δεύτερη, τρίτη σκέψη.

Νιώθεις, λοιπόν, την ανάγκη σήμερα να υπηρετείς μόνο τη στρατευμένη τέχνη;
Νιώθω την ανάγκη, αλλά και ως επιχείρημα, όχι μόνο ως εσωτερική ανάγκη. Όταν έχω την ευκαιρία από τη θέση που είμαι να προτείνω κάτι σε ένα συμπολίτη και συνάνθρωπό μου που ζει στην Ελλάδα του σήμερα και με το μόνο που μπορεί να επικοινωνήσει είναι με τον Πάνο Κιάμο και την Πάολα, οφείλω να του πω κάτι πέρα από τη μοναξιά της ψυχής. Οφείλουμε μερικές φορές να πούμε τα πράγματα όπως είναι, χωρίς υπονοούμενα. Σήμερα αυτό έχουμε ανάγκη. Η υπηρεσία μόνο της αισθητικής της εικόνας, στο θέατρο, στο χορό, στον κινηματογράφο κ.λπ. έκανε απολιτίκ ανθρώπους. Η Τέχνη δεν πρέπει μόνο να υπαινίσσεται πρέπει και να δηλώνει. Αυτό εννοώ όταν λέω στρατευμένη τέχνη.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!