Αύριο, 8 Μαρτίου, είναι η Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας. Και σκεφτήκαμε η δική μας συμβολή να είναι μέσα από ένα μυθιστόρημα που διαπραγματεύεται τη σχέση των γυναικών με την Ιστορία.
Η γιατρός Βαλερί Αγγέλου με τη «Μπουάνα», μυθιστόρημα βασισμένο σε αληθινή ιστορία που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα, συνεχίζει μια πραγματικά ενδιαφέρουσα παράδοση γιατρών-συγγραφέων.
Ίσως οι σπουδές και η επαγγελματική τους εμπειρία, καθώς συναντούν ανθρώπους συχνά σε δύσκολες στιγμές της ζωής τους, να τους βοηθούν να δουν βαθύτερα τα ανθρώπινα πράγματα και να κατανοήσουν χαρακτήρες σε μεγαλύτερο βάθος.
Αν και είναι το πρώτο της μυθιστόρημα, η συγγραφέας δημιουργεί με μεγάλη ωριμότητα και παρουσιάζει με εξαιρετικό τρόπο τους χαρακτήρες, είτε είναι πρωταγωνιστές, είτε είναι σε δεύτερους ρόλους.
Προεξάρχουσες μορφές, μέσα στις αντιφάσεις και στον αγώνα τους, είναι η Αριστέα και η κόρη της Αναστασία. Δυο γυναίκες που θα διατρέξουν ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης ιστορίας που από τη Ρόδο της Ιταλοκρατίας θα τις φέρει στο Κονγκό και στους αγώνες ανεξαρτησίας του.
«Μπουάνα» θα πει αφέντης/αφεντικό στα Σουαχίλι.
Η σκληρή Αναστασία θα στερήσει τον πρώτο έρωτα της κόρης της και θα την ακολουθεί μια ζωή, όταν ο άντρας που τελικά παντρεύεται μεταναστεύει όπως πολλοί Ροδίτες στο Κονγκό και καταφέρνει να χτίσει μια περιουσία. Όμως υπάρχει η παντοδύναμη ιστορία που τα ανατρέπει όλα.
Η ζωή στο Κονγκό παρουσιάζεται με πολύ ζωντανό τρόπο και η συγγραφέας, αν και μέσω της ηρωίδας της βλέπει τα πράγματα από την πλευρά των λευκών, δεν παύει να κατανοεί πλήρως και την πλευρά των καταπιεσμένων και να βλέπει τα παιχνίδια των αποικιοκρατικών δυνάμεων…
Πρόκειται για μια οικογενειακή ιστορία που σε πολλές στιγμές μοιάζει να είναι προφορική ιστορία. Κι αυτά που μοιάζουν να είναι επινοήσεις μυθιστοριογράφου είναι συχνά απολύτως ακριβή.
Μια εν πολλοίς άγνωστη ιστορία παρουσιάζεται με συναρπαστικό τρόπο και ενδιαφέρουσες ανατροπές που προκαλούν αληθινή συγκίνηση.
Ένα μυθιστόρημα από τα καλύτερα που διαβάσαμε τον τελευταίο καιρό.
Το μυθιστόρημα είναι εμπνευσμένο από την ιστορία της οικογένειάς σας. Πού τελειώνει η πραγματικότητα και αρχίζει η μυθοπλασία;
Τα μέρη που μεγαλώσαμε έχουν την εξής ιδιαιτερότητα, ιδιοτροπία θα μπορούσε κάποιος να πει. Δεν μας εγκαταλείπουν ποτέ, ασκούν πάνω μας μια ιδιότυπη γοητεία και παραμένουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης, ως πρωτογενές αποτύπωμα τόσο σωματικό όσο και συναισθηματικό.
Αναμφίβολα λοιπόν η «Μπουάνα» ενσωματώνει πολλά δικά μου κομμάτια, βιώματα που κουβαλώ μέσα από την ιστορία της οικογένειάς μου. Ο κυρίαρχος στόχος όμως αυτού του μυθιστορήματος πηγαίνει πολύ πέρα από αυτό. Πυξίδα για μένα ήταν και παραμένει η αναβίωση της μνήμης ενός ολόκληρου τόπου.
Ήθελα να δώσω επιτέλους φωνή στους ανθρώπους που έζησαν την ταραγμένη εποχή της Ιταλοκρατίας στα Δωδεκάνησα και να φωτίσω κάποιες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας που δεν είναι ευρέως γνωστές. Να συστήσω την ελληνική παροικία του βελγικού Κονγκό στο ευρύτερο κοινό, βουτώντας ταυτόχρονα μέσα στην καρδιά των γεγονότων της αποικιοκρατούμενης Αφρικής και στις πολύπλοκες συνθήκες στις οποίες ζούσαν οι απόδημοι Έλληνες. Υπό αυτό το πρίσμα, η ιστορία της «Μπουάνα» κουβαλά μιαν αλήθεια βιωματική που υπερβαίνει κατά πολύ τις ανάγκες της μυθοπλασίας.
Βασιστήκατε κυρίως σε αφηγήσεις της γιαγιάς σας;
Οι αφηγήσεις των δικών μου ανθρώπων αποτέλεσαν το έναυσμα. Με είχε εντυπωσιάσει η συναρπαστική και πολυτάραχη ζωή τους, δεν μπορούσε με τίποτα να συγκριθεί με το ήρεμο διάλειμμα που ζούμε τα τελευταία ογδόντα χρόνια περίπου, τουλάχιστον σε αυτή τη μικρή γωνιά του πλανήτη που μας φιλοξενεί.
Οι προφορικές μαρτυρίες ήταν πολύτιμες για μένα, όπως φαντάζομαι και σε όσους ασχολούνται με το ιστορικό μυθιστόρημα. Το βίωμα χαρίζει την δυνατότητα της ταύτισης στον συγγραφέα αλλά και στον αναγνώστη. Και εκεί είναι που χρειάζεται προσοχή. Οι άνθρωποι θυμούνται μέσα από τον φόβο, την απώλεια, τον έρωτα. Τα έντονα βιώματα γεννούν έντονα συναισθήματα τα οποία μπορεί με την πάροδο του χρόνου να δράσουν ως ένας παραμορφωτικός καθρέπτης. Σε εκείνο το σημείο η μελέτη της Ιστορίας αποτελεί συνδετικό κρίκο και ταυτόχρονα θεμέλιος λίθος ενός τέτοιου εγχειρήματος. Το μεγάλο στοίχημα πάντα είναι να συνυπάρξουν αρμονικά, χωρίς να διαψεύσουν το ένα το άλλο.
Πώς καταφέρατε να αποτυπώσετε με τόσο πετυχημένο τρόπο τη ζωή και τις εξελίξεις στο τότε Βελγικό Κονγκό;
Επιπλέον, είχα την τύχη να έχω στη διάθεσή μου γνήσιο αρχειακό υλικό της εποχής, το οποίο αξιοποίησα τόσο κατά τη συγγραφή όσο και στις παρουσιάσεις του βιβλίου. Αυτό το υλικό λειτούργησε ως πολύτιμο σημείο αναφοράς, όχι μόνο για την ακρίβεια των γεγονότων, αλλά και για την κατανόηση της ατμόσφαιρας και της οπτικής της εποχής.
Γεννηθήκατε στο Σαρλερουά του Βελγίου, πόλη ανθρακωρύχων κατά το παρελθόν, και μεγαλώσατε στη Ρόδο. Νιώσατε ξένη; Σας ταυτίζει αυτό με τις ηρωίδες σας;
Γεννήθηκα στο Βέλγιο, σε μια μεσοαστική οικογένεια. Η μητέρα μου εργαζόταν ως φαρμακοποιός και ο πατέρας μου ως τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών, σε μια εποχή που ο κλάδος βρισκόταν ακόμη στα σπάργανα. Όταν ήμουν τριών ετών μετακομίσαμε στη Ρόδο, για να επιστρέψω αργότερα στο Βέλγιο για τις σπουδές μου. Είχα, λοιπόν, την τύχη να μεγαλώσω με δύο διαφορετικές προσλαμβάνουσες, πολιτισμικές και γλωσσικές. Δεν τις βίωσα ποτέ ως ανταγωνιστικές, αλλά ως συμπληρωματικές. Αυτή η διττή εμπειρία σμίλεψε τη διορατικότητά μου, καλλιέργησε την περιέργεια για καθετί καινούριο και άμβλυνε γωνίες μέσα μου. Αυτή η εμπειρία με φέρνει πράγματι πιο κοντά στις ηρωίδες μου, γιατί με έμαθε να κουβαλώ πολλούς κόσμους μέσα μου.
Από την ιατρική στο μυθιστόρημα… Θα συνεχίσετε τον νέο δρόμο που ανοίξατε;
Η ιατρική είναι η πρώτη μου αγάπη – η παντοτινή, ο έρωτας. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ήθελα να γίνω χειρουργός και παρακολουθούσα με ευλάβεια όλες τις ιατρικές σειρές της εποχής, ανυπομονώντας να ζήσω το όνειρο. Η συγγραφή ήρθε πολύ αργότερα στη ζωή μου, με διάθεση εξομολογητική, σαν τον καλό φίλο στον οποίο ακουμπάς για να σε στηρίξει στις δύσκολες στιγμές της καθημερινότητας. Παράλληλα, η πειθαρχία που απέκτησα στις σπουδές μου με βοήθησε πολύ στις απαιτήσεις ενός ιστορικού μυθιστορήματος.
Δεν τη βλέπω ως αντικατάσταση, αλλά ως συνύπαρξη. Η συγγραφή είναι ένας άλλος τρόπος παρατήρησης του ανθρώπου, μια διαφορετική γλώσσα για τα ίδια ερωτήματα.







































































