Του Μάρκου Δεληγιάννη

 

Και να! Πάλι τα πελώρια φτερά του αρπακτικού πουλιού, σκιάσανε του ζωοδότη ήλιου το φως. Αίμα νεανικό στάζει απ’ το αποτρόπαιο ράμφος του. Βία τυφλή είναι τ’ όνομά του. Άλλος ένας νέος άνθρωπος χάθηκε, πριν προλάβει με τη ζωή να πλαγιάσει. Μίσος απύθμενο, φίλοι μου, κάθε στιγμή που περνάει, στις νιόπλαστες ψυχές σταλάζουν. Ποιοι; Μα οι περίφημοι θεσμοί κάτω από τους οποίους η Ευρώπη ζει. Από καιρό τώρα, προωθούν του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού οι δυνάμεις, έναν κόσμο άδειο από συμπόνια, συναίσθημα, αγάπη, φιλία, έρωτα, αυτήν την πιο ευγενική αδυναμία του ανθρώπινου μυαλού. Ωραιοποιούν τον πλήρη εξευτελισμό της γυναίκας, μετατρέποντας σε θέαμα μοναδικό τη μετάλλαξη μιας οντότητας σε αντικείμενο χρήσης και πώλησης στα ύποπτα μαγαζιά της τρισκατάρατης αγοράς. Όλοι οι μεγαλεπήβολοι υπηρέτες των κοινών συμφερόντων της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης, προωθούν τον καινούργιο τύπο ανθρώπου, χωρίς προσωπικότητα, χωρίς αίμα να κυκλοφορεί στις αρτηρίες και στις φλέβες. Όλα αυτά θα έχουν ήδη αντικατασταθεί από τα δίκτυα του Ίντερνετ. Ο κόσμος, τώρα, απαλλαγμένος απ’ την κομμουνιστική απειλή, θα ‘ναι χωρισμένος σε κυνηγούς και θηράματα. Οι αδύναμοι, οι διαφορετικοί, δεν έχουν θέση στου καπιταλισμού την κόλαση.

Ένας νέος άνθρωπος οδηγήθηκε στο θάνατο. Σπουδαστής στα Γιάννενα. Λένε ότι αυτοκτόνησε. Διάλεξε αυτόν το ματωμένο δρόμο για να οδηγήσει τη σπαρακτική κραυγή του στ’ αφτιά μιας εκμαυλισμένης κοινωνίας: Σε σας μιλάω! Ακούστε με! Διαμαρτύρομαι για τα τείχη που χτίσατε γύρω μου, για το πλήθος των φυλακών, των ποινών, για τα σύνεργα του θανάτου που μας ενεχυριάσατε. Ήθελα να τραγουδήσω με τη δική μου τη φωνή, τα δικά μου τραγούδια, στις δικές μου ακρογιαλιές, στους δικούς μου ουρανούς. Κι εσείς, ω εκλαμπρότατοι νεκροθάφτες της Ελπίδας, μου το απαγορέψατε. Γιατί; Ξέρω! Φοβάστε το νερό που τρέχει, το σπόρο που χώνεται βαθιά μέσα στη γη, για να γεννήσει το αύριο. Φοβάστε εκείνη την Ελπίδα που τώρα τόσα γλυκόλαλα καναρίνια τραγουδούνε.

Φίλοι μου, τούτη η κοινωνία χρειάζεται μεταρρύθμιση ολοκληρωτική. Έτσι θα μπορούν ξανά, με το μέτωπο ψηλά, οι νέοι άνθρωποι να προχωρούν, το αύριο ν’ αντικρίσουν, χωρίς του μίσους, της βίας, της κόλασης τα μαυροπούλια, το δρόμο να τους φράζουν. Χρόνια τώρα, οι πατριδοκάπηλοι με τόση μανία επιτίθενται ενάντια στη γνώση, στην καλαισθησία, στην ομορφιά, στην αλήθεια, γιατί αυτά είναι όπλα που σημαδεύουν ίσια στην καρδιά του συστήματος.

Τη βδομάδα που πέρασε, βρέθηκα στη Λεόντειο Σχολή καλεσμένος από την Εταιρία Κοχύλι, που με αφορμή την τυφλή βία ανάμεσα στους νέους, οργάνωσε μια θεατρική παράσταση του έργου Ο Γδαρμένος. Το θέμα άκρως επίκαιρο. Ο συγγραφέας, Σουηδός Ματς Σιέλμπι, έτσι λέγεται, καταγράφει αδρά το ξερίζωμα της ανθρωπιάς. Ένας νέος άνθρωπος βρίσκεται στο έδαφος κτυπημένος απ’ τους πρώην συντρόφους του. Σε λίγο θα πεθάνει. Ξετυλίγεται το κουβάρι της ζωής του. Θυμάται -ήταν δώδεκα ετών- τότε που η βία μπήκε στην καθημερινότητά του. Μιλά για την αδρεναλίνη που ρέει μέσα σε μια γροθιά και τα δάκρυα που κυλούνε πάνω σ’ ένα μελανιασμένο μάγουλο. Μιλά για θύματα και δράστες, για τη μεθυστική δύναμη και την ταπείνωση. Αγγίζει βαθιά μέσα του την αγάπη και την απώλεια. Αδήριτος ανάγκη είναι, σύντροφοι, τους νέους κατάλληλα να εκπαιδεύσουμε. Θεάματα σαν κι αυτά στα σχολεία να παρουσιάζονται, να συζητιούνται, ν’ αναλύονται.

Το θέατρο έχει φωνή. Ξεκάθαρα θα πει: Νέε αφελή με τους γυμνασμένους μυώνες και τον κενό εγκέφαλο, μην ξεχνάς ότι πάντα κάποιος πιο δυνατός υπάρχει από σένα. Η βία δεν είναι η λύση. Οι κοινωνίες χτίζονται με κέντρο τον άνθρωπο. Η κατανόηση, η αλληλεγγύη, η συμπαράσταση, η ευαισθησία, ο σεβασμός στη διαφορετικότητα, η ομορφιά, είναι υλικά απαραίτητα στα χέρια των κτιστάδων του καινούργιου κόσμου. Έτσι, η κοινωνία θα πάψει να είναι έρημος κατάλληλη μόνο για άγρια θηρία. Σύντροφοι, ας μην ξεχνάμε του πολιτισμού τη δύναμη. Καιρός, των νέων οι δολοφονίες να τελειώσουν

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!