Πώς υποτιμούμε την ανάγκη για μια νέα κοινωνική συνείδηση

Του Τάσου Βαρούνη

 

Με αφορμή περιστατικά και εικόνες των τελευταίων ημερών προτείνεται μια σκέψη για προβληματισμό και συζήτηση. Ας συγχωρεθεί μια δόση υπερβολής και ας μείνουμε στην όποια ουσία της: Στην Αριστερά υποτιμούμε την ανάγκη για μια νέα κοινωνική συνείδηση ως στόχο, θεμέλιο αλλά και αποτέλεσμα των αγώνων για αλλαγή. Αδιαφορούμε ποιες γενικές ιδέες θα νομιμοποιούν τις πολιτικές της επιλογές. Και από την ανάποδη, ποιες πολιτικές επιλογές θα διαμορφώνουν έναν άλλο ορίζοντα στη συμπεριφορά και την πράξη των ανθρώπων.

Όλα αυτά μέσα σ’ έναν πραγματισμό που αυταπατάται ότι μπορεί να πετύχει τα «απαραίτητα αποτελέσματα». Κι έναν οικονομισμό που, παρά την αντινεοφιλελεύθερη χροιά του, αντιμετωπίζει τους ανθρώπους αποκλειστικά ως οικονομικά υποκείμενα. Γι’ αυτόν τον σκληρά ταξικό «μαρξισμό» οι έννοιες συνείδηση, φρόνημα, παράδειγμα, καημός κ.ά. φαίνονται κλεμμένες από το ιδεαλιστικό οπλοστάσιο. Στις μέρες που ζούμε -εποχή καθολικής κρίσης και όχι απλά οικονομικών προβλημάτων- αυτή η υποτίμηση μας στερεί πολλά ή, στη χειρότερη, θα πληρωθεί ακριβά.

Πιο συγκεκριμένα όμως: Δεν ξέρω πόσοι χάρηκαν από το «ξίδι» του Φωτόπουλου (ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ) μετά τη Συλλογική Σύμβαση που υπογράφηκε πριν από λίγες μέρες. Εμένα περισσότερο μου έβγαινε κάτι του τύπου «δεν μας παρατάς ρε μεγάλε». Ούτε κατανοώ γιατί η λογική αρκετών οδήγησε σε μια μορφή υπεράσπισης και μάλιστα με επιχειρήματα ιδιαίτερα τρωτά. Για παράδειγμα ότι όταν κάποιοι εργαζόμενοι κερδίζουν αυτό είναι καλό συνολικά για την Εργασία. Ή ότι έτσι ανοίγει ένας δρόμος και για άλλους κλάδους που οφείλουν κι αυτοί με τη σειρά τους να οργανωθούν. Ακόμα κι ότι δεν είναι ακριβώς ο συνδικαλισμός που προτιμάμε αλλά απέναντι στην προπαγάνδα των αντιπάλων εμείς πρέπει να τον υποστηρίξουμε.

Αν συζητούσαμε σε «χοντρές γραμμές» θα λέγαμε τα εξής: Η αποκλειστική επικέντρωση του συνδικαλισμού στο ζήτημα «αυξήσεις» συνιστά βαριά ήττα. Οι νίκες ως προϊόν συναλλαγής και όχι αγώνα δένουν και δεν ελευθερώνουν ούτε στο ελάχιστο τους εργαζόμενους. Δεν πρόκειται να γεννηθεί κάτι νέο, αν δεν συγκρουστούμε με -τουλάχιστον ας το εντοπίσουμε- το παλιό. Γιατί το «παλιό» δεν ήταν απλά κάτι αναποτελεσματικό αλλά βαθιά συστημικό και άρα τροχοπέδη για οποιαδήποτε ριζοσπαστική εξέλιξη. Αυτά όμως αφορούν το μεγάλο ζήτημα «ο συνδικαλισμός σήμερα».

Σε ένα άλλο πεδίο είχαμε τις προτάσεις Βαρουφάκη για τους φοροπράκτορες. Αν και το ιδιαίτερα γόνιμο και ευφάνταστο τρολάρισμά τους επαρκεί ως μια πρώτη απάντηση, οι κριτικές ήταν σαφείς και εύστοχες: Μετατόπιση του προβλήματος της φοροδιαφυγής από την επιχειρηματική ελίτ στους φτωχομεσαίους. Εκμαυλισμός νέων ανθρώπων και ανέργων που θα κυνηγούν τους φοροδιαφεύγοντες. Τους μικρούς πάντα, γιατί οι μεγάλοι είναι συχνά «νόμιμοι» και σίγουρα απροσπέλαστοι από τη νοικοκυρά και τον φοιτητή. Μέχρι και πιο πολιτικά επιχειρήματα του τύπου «αν είναι να τα πάρει για να τα δώσει στους δανειστές…».

Από τη σκοπιά που μας ενδιαφέρει εδώ, η ουσία είναι αλλού: Έχουμε δικαίωμα να θέτουμε ως διαρκή στόχο μια κοινωνική συνείδηση που να στηρίζει μια διευρυμένη ισότητα; Μπορούμε να αποδεχτούμε ιεραρχήσεις ή μήπως όλα τα κοινωνικά αιτήματα είναι εξίσου έγκυρα και άξια διεκδίκησης από τους φορείς τους; Υπάρχει μέτρο για να κριθεί το κατά προτεραιότητα κοινωνικά αναγκαίο; Και ποιος έχει τη νομιμότητα να αποφασίζει;

Κι επειδή τα ερωτήματα απαιτούν φιλοσοφικές προκείμενες, ας απαντήσουμε πιο πεζά: Η ισχνή μειοψηφία που παρασιτεί κοινωνικά μπορεί να απαλλοτριωθεί χωρίς τύψεις. Ας πάρουμε όσα μπορούμε από τους μεγάλους. Δεν χρειάζεται σχολαστικισμός. Οι «μεγάλοι» μπορούν να καταγραφούν. Πέρα από την πρακτική αξία είναι και ένα μήνυμα. Έτσι, ίσως ο υδραυλικός και ο γιατρός που δεν κόβουν απόδειξη (κάποιοι σ. έθεσαν τόσο πραγματιστικά το ζήτημα) μπορούν να δουν τα πράγματα διαφορετικά. Οι ανισότητες δεν μπορούν παρά να τεθούν στο δημόσιο λόγο και τη δημοκρατική αρένα, αρκεί να ενδιαφερόμαστε στα σοβαρά γι’ αυτή τη δημοκρατία. Πριν φτάσουμε να κυνηγάμε ο ένας τον άλλον, ας τεθούν κριτήρια για το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο. Κόντρα στο μεταμοντέρνο σχετικισμό, μια κοινωνία που νοιάζεται περισσότερο για τους πεινασμένους της και μετά για τα εισοδήματα γενικώς, είναι απλά καλύτερη. Το κοινωνικό κλίμα που θα επέτρεπε να μεταφερθούν πόροι από τους υψηλόμισθους στους εξαθλιωμένους είναι πιο υγιές. Το ίδιο και μια κοινωνία με καλύτερους δάσκαλους, ακόμα κι αν τα ωράρια δεν μειωθούν αλλά αυξηθούν. Ο γιατρός που αδιαφορεί για τον άρρωστο είναι κακός γιατρός. Και τόσα ακόμα.

Θα ήταν όμως άστοχο -και επικίνδυνο- όλες αυτές οι κρίσεις να παραχθούν από το κράτος, ακόμα κι από μια αριστερή κυβέρνηση. Γι’ αυτό χρειάζεται το κίνημα με την πιο πλούσια μορφή του. Μεγάλοι στόχοι σε κάθε τομέα. Ο λαός σε διαρκή ζύμωση. Έτσι, πιθανόν, να παταχθούν κάποτε πολλά νοσηρά φαινόμενα. Μπορούμε, πάλι, να πούμε ότι έτσι αναπαράγουμε όσα λέει ο αντίπαλος και να ξεμπερδέψουμε…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!