του Νίκου Σταθόπουλου*

Μα γιατί SOS; Ενέχουν κινδύνους οι «αθώες» εκλογές; Απειλείται κάτι, και μάλιστα ουσιώδες; Γενικώς οι εκλογές είναι μια, κατά περιστάσεις χρήσιμη, αυταπάτη, Οπωσδήποτε δεν είναι άνευ αξίας, αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι το «εκλογικό δικαίωμα» κατά την πρώτη φάση της Γαλλικής Επανάστασης είχε χορηγηθεί με κριτήρια εισοδηματικά και δια του χωρισμού των πολιτών σε «ενεργούς» (πλούσιους) και «παθητικούς»(φτωχούς): Προφανώς από τον φόβο κάποιας «άφρονος» εκλογής των «κάτω»! Γενικώς, όμως, και εξελισσόμενης της «επιστήμης» και της τεχνολογίας της χειραγώγησης, η «καθολική ψηφοφορία» συνιστά μια παγιδευτική υπεκφυγή της «δημοκρατίας».

Σε αυτό το πλαίσιο συζητάμε για τις εκλογές της Κυριακής, αφού ο φενακιστικός χαρακτήρας (τους) και η ιδιοτυπία της συγκυρίας φορτίζουν με αυξημένη κρισιμότητα την «ανάγνωσή» τους. Η αυτοδυναμία Μητσοτάκη δείχνει δεδομένη, και, παράλληλα, δεδομένη φαίνεται και η γενική υποχώρηση της αριστερής προτίμησης.

ΑΥΤΗ τη φορά, οι εκλογές σφραγίστηκαν από τον κεντρικά και δομικά συστημικό χαρακτήρα τους: Οι «μεγάλοι», στην ουσία συνεπικουρούμενοι από τους βασικούς «μικρούς», αποσιώπησαν τις παραμέτρους της «βαθείας τραγωδίας» του τόπου, δηλαδή την επίταση της γεωπολιτικής καταστροφής, την εντατικοποίηση της οικονομικοπαραγωγικής αποδόμησης και παρασιτοποίησης, και την απολυτοποίηση της διεθνοπολιτικής περιθωριοποίησης.

Η ραγδαία αποικιοποιούμενη πατρίδα, μέσα σε μια παραζάλη κοινωνικοταξικού ανακαθορισμού με όρους νεοφεουδαρχικής διαίρεσης, είδε καθαρά, στις λερές οθόνες της εκλογοπολιτικής ασημαντότητας, τη βαθιά σύγκλιση των φατριών στην αδιατάρακτη αναπαραγωγή της παγκοσμιοποιητικής ενσωμάτωσης. Προσπαθούν να μας εμπλέξουν σε ένα στημένο σόου παραπλανητικών ερίδων, και για να χάσουμε την αίσθηση του όλου «κάδρου» και για να βρεθούμε λειτουργικά εμπλεκόμενοι στην εκφυλιστική διαχείριση που θα ακολουθήσει. Ειδικά ο Δρόμος έχει, επανειλημμένα και με έμφαση, αναφερθεί σε αυτά, σε αυτά τα «ελλείμματα προεκλογικού λόγου», μα έχει κρίσιμη αξία να το αναδείξουμε, όχι σαν «επικαιρικό ιδίωμα» αλλά σαν προάγγελο δυναμικής. Πλέον, η Δεξιά «της ανάπτυξης» και η δίχρωμη σοσιαλδημοκρατία «της στοργής», συμπληρωμένες από κάθε φορά μεταβαλλόμενους «μικρούς» (άλλοι «γραφικοί», άλλοι «ελπίδα», άλλοι «φόβητρο»…), θα συγκροτούν ένα στημένα ρευστό πολιτικό σύστημα : η κοινωνία «πρέπει» να οικειωθεί μια «ρευστότητα» που θα λειτουργεί σαν «απειλή» που θα δικαιολογεί μια ισχυρή κυβερνησιμότητα. Το «αριστερό (;) πείραμα» έδωσε και στα δυο, στη χαοτική ρευστότητα και την κατευναστική κυβερνησιμότητα, πρωτοφανές κύρος!

Τα Τέμπη και η Πάρος «εξήγησαν» τα «γιατί» και «πώς» μιας «διακυβέρνησης» που μετατρέπει σε «εσωτερικές υποθέσεις» κραυγαλέα θέματα σχετιζόμενα με τη «χρήση» της χώρας ως τηλεχειριζόμενου ενεργούμενου: οι Επικυρίαρχοι, στο μικρο- και μακρο- ιστορικό πεδίο, κανονίζουν τις εσωτερικές διεργασίες, και οι «ιθύνοντες» τις διαμεσολαβούν με όρους «διαδικαστικούς». Ακριβώς η απολυτοποίηση-«αποκλειστικοποίηση» της διαδικαστικότητας δίνει το απόλυτο στίγμα των εκλογών, αφού αυτές γίνονται η «κορυφαία» διαδικασία που θεσμίζει την υποκατάσταση της πολιτικής από τη διασικασία. Είναι μια μορφή της λεγόμενης «μεταδημοκρατίας», μια «πολιτική διοίκηση» με δομική αίσθηση απολίτικου που διαχειρίζεται «κοινές υποθέσεις» με πνεύμα και τεχνικές ετεροκαθορισμού, σαν ένα φιλμ που «γυρίζεται» και μοντάρεται εκείνη την ώρα και κατά βούληση!

H ηττημένη και απογοητευμένη κοινωνία, ματαιωμένη μέσα στην ίδια της την αυταπάτη (περίμενε σωτηρία από τον ψεύτη μεσσιανισμό της συριζαίικης μούφας), κυνηγάει πλέον την ουρά της μπαίνοντας «συνειδητά» στην «κουλτούρα των διαδικαστικών». Να γιατί στην Πάτρα συντελέστηκε ο απόλυτος εξευτελισμός του «κυρίαρχου λαού» με τους δρόμους που στρώθηκαν με βάγια για να διαβεί ο χειρότερος μεσάζοντας όλων των εποχών: Η απόλυτη σύγχυση στα σχεδόν παρώνυμα «μεσσίας-μεσίτης», κατέδειξε την προσχώρηση του «κόσμου» στη «διαδικασία», στη διακυβέρνηση «με επιδόματα», στην εθνική στρατηγική με γνώμονα την «ασφάλεια» εντός και του άλλοθι των «υπεύθυνων ισχυρών» και της «πλάτης» που αυτοί τάχα βάζουν, στην μιζέρια του «βιολογικού κύκλου» όπου απλώς «τη βγάλαμε και σήμερα».

Είναι αυτή η «διαδικασιοποίηση» της δημοκρατίας και η «επιβιωσιοποίηση» της κοινωνικής ηθικής, που εξέρχονται από το Θέαμα όχι σαν αμφισβήτηση έστω και διαθλασμένη, αλλά σαν υλοποιημένο Θέαμα, δηλαδή σαν κουλτούρα όπου αυτός ο λαός εκπαιδεύτηκε και τώρα την ασκεί με τον αταβισμό του ετοιμοθάνατου που του αρέσει πια να είναι ετοιμοθάνατος, τον προσέχουν, τον φροντίζουν. Ένας λαός φορτωμένος ενοχές και αισθήσεις ανικανότητας, σέρνεται σε μια «σταθερότητα» όχι σαν «άποψη» και «παιδεία» αλλά σαν «τρόπος», σαν μεθοδολογία για μια υποφερτή ζωή σε μια «σύγχρονη δημοκρατία». Ενώ η όλη Αριστερά τραυλίζει τα γνωστά «ταξικά», που δεν τεκμηριώνουν τίποτα εκτός από πανάρχαιες στοιχειώδεις εμπειρίες, η κοινωνία σαλπάρει με τα δικά της αόρατα υπερφορτωμένα σαπιοκάικα σε μια «μετανάστευση» πιο οικτρή κι από δήλωση μετανοίας.

Η ΠΕΘΑΜΕΝΗ στοργή μιας πολιτείας που όντως προσπαθούσε (μέχρι, έτσι σαν συμβατικό ορόσημο, το 1996) να έχει μια λειτουργική ανθρωπιστική αξιοπρέπεια, δεν σηματοδοτεί την «παλιανθρωπιά» και τον «κωλοπαιδισμό» των νέων ηγεσιών, αλλά την μεταμόρφωση της δημοκρατίας από πεδίο πολιτικοποίησης των βαθύτερων ανταγωνισμών και διεργασιών, σε αποξενωμένο ριάλιτι όπου άνετα «όλοι χωράνε» με μόνο εμπόδιο κάθε φορά την εκλογική σκοπιμότητα. Δεν υπάρχουν πια «γραφικοί» κι ας λέει τα «σοβαρά» του ο κωλοτούμπας Τσίπρας, ο ορισμός της αριστερής γραφικότητας: Πόσο «γραφική» είναι η «αφέντρα» Ζωή απέναντι στον «πιο επικοινωνιακό» Κουτσούμπα με τις χαριτωμενιές με τις «καρδούλες»; Πόσο «γραφικός» είναι ο Νατσιός του «αυνανισμού των σκοτωμένων σπερματοζωαρίων» απέναντι στον ναζιστικά λαϊκιστή Μητσοτάκη του «πίνω καφεδάκι με τον homeless»; Όλες οι έννοιες αποσημασιολογούνται, και αιωρούνται σαν σκέτα «κουφάρια» σε ένα αλλόκοτο «κουίζ μεταγνώσεων», μεταστοιχειώνοντας την «πολιτική σκέψη» σε συμπεριφορικό μοντέλο. Είναι μια κοινωνία που, στα σοβαρά, διυπάρχει μέσω της διάθεσης-πεποίθησης ότι «παίζει ένα ρόλο», απλώς.

Δεν είναι ότι άλλαξε το πολιτικό marketing (αφού στην ουσία είναι καθολική η συμφωνία απόκρυψης), αλλά ότι απευθύνονται στην «ψηφοφορία / ποιος βγαίνει από το παιχνίδι», δηλαδή πάει στην άκρη κάθε ουσία και περιεχόμενο και οργανώνεται η πειθώς του Θεάματος. Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο; Όταν η χώρα τελεί υπό εξωτερικό έλεγχο και το κράτος λειτουργεί σαν σχετικής αυτονομίας «τροχονόμος». Τα πολλαπλά επίπεδα αλλοτρίωσης και η μεθοδική εξαπάτηση από το πιο άθλιο «πολιτικό προσωπικό» όλων των εποχών, ανεβάζει τις ταχύτητες μιας πολιτισμικής συγκατάβασης που αποκτηνώνει μέσω συμπόνιας του κράτους προς την κοινωνία και της κοινωνίας προς τον εαυτό της.

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ της Κυριακής κλείνουν έναν κύκλο μύθων: η περιβόητη «λαϊκή βούληση» είναι μια επικοινωνιακή κατασκευή μέσω ποικίλων ψηφιακών μεσολαβήσεων, η «αριστερή ελπίδα»(η δεδομένη…) είναι μια διάτρητη απάτη με εγγενή λογικότητα ως προς τις πολιτισμικές και πολιτικές προϋποθέσεις της, η ιστορικοκοινωνική αλήθεια είναι μια μπαζωμένη παραδοξότητα που πρέπει να φέρουμε στο φως. Σε μια θνήσκουσα πατρίδα και με μια αλαφιασμένη κοινωνία fbκικής μεταπληροφόρησης, η μεν «Ρόδος» είναι η ανανεωμένη ουτοπία έτη φωτός μακράν από τον ποικιλόμορφο «ρεαλισμό» του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, το δε «πήδημα» είναι η ανώτερης πνευματικότητας αυταπάρνηση σε σχέση με τις «οικείες δόξες» όπου νιώθουμε ασφαλείς. Το γεγονός ότι ο Μητσοτάκης κυριολεκτικά σάρωσε επικοινωνιακά, πιστοποιεί την χρεοκοπημένη εξουσιαστικότητα «μορφών» και «ιδεών» που πλέον δεν εμπνέουν ούτε τους ίδιους…

* Ο Νίκος Σταθόπουλος είναι φιλόλογος και συγγραφέας

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!