του Mason Massy James*

Νομίζω ότι βρισκόμαστε σε ένα σημείο χωρίς επιστροφή. Αυτό που βλέπω γύρω μου, που δύσκολα μπορεί να περιγραφεί, είναι αγχωτικά στενάχωρο και συγχρόνως αγνοείται από τους περισσότερους.

Ανεξάρτητα από το τι μπορεί να πιστεύει κάποιος για ένα δεδομένο ζήτημα, πέρα από τις δικές του προσωπικές επιλογές, υπάρχουν αντικειμενικά γεγονότα που δεν μπορούν να αγνοηθούν και πρέπει να αναλυθούν με σαφήνεια.

Εδώ και δεκαετίες δεν φαινόταν στον ορίζοντα ένα κράτος το οποίο να ήταν σε θέση να εξαφανίσει στη σιωπή δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων που διαδηλώνουν [ΣτΜ: ενάντια στο Green Pass, δηλαδή το πιστοποιητικό εμβολιασμού]. Γιατί, πέρα από το τι υποστηρίζουν όσοι διαδηλώνουν, το γεγονός ότι αγνοήθηκαν αυτές οι διαδηλώσεις (ενώ μεταδίδονταν ανταποκρίσεις στα δελτία ειδήσεων με απευθείας ρεπορτάζ για διάλυση παράνομων ρέιβ πάρτι), θα ’πρεπε να προκαλεί στον καθένα ένα ρίγος στην πλάτη.

Ζούμε σε ένα κράτος που αποφάσισε να εφαρμόσει έναν εκβιασμό συγκρίσιμο μόνο με ορισμένους φασιστικούς νόμους, κι αυτό το λένε επίσης φιλόσοφοι και πολιτικοί όπως ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν.

Ο εκβιασμός αυτός, στην πραγματικότητα, παραβιάζει νόμους και συνθήκες που έχουν μεγαλύτερη νομική αξία, και στην πράξη επιφέρει διακρίσεις σε βάρος εκατομμυρίων ατόμων που ακολουθούν μια τυπικά νόμιμη και επιτρεπτή επιλογή. Περίπου το 20% των Ιταλών εργαζομένων δεν θέλει το Green Pass.

Μετά από μήνες κινητοποιήσεων, αφού εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες κατέβηκαν στο δρόμο ειρηνικά χωρίς να τους δοθεί καμία σημασία, κι αφού απογυμνώθηκαν από δικαιώματά τους και υπέστησαν πολλούς εκβιασμούς, ξαφνικά τώρα άναψαν όλοι οι προβολείς. Τώρα, που χρησιμοποιήθηκε η βία.

Το σενάριο Κοσίγκα

Είναι ένα σενάριο που γνωρίζουμε, το σενάριο Κοσίγκα**. Ένα σενάριο που προφανώς εξακολουθεί να λειτουργεί: διείσδυση πρακτόρων μέσα στο κίνημα και βίαιη «πολιτικοποίησή» του, ώστε να υπάρξει δικαιολογία για την καταστολή του.
Η επίθεση στα γραφεία της CGIL εγγράφεται σε αυτού του είδους τα σενάρια. Το καινούργιο είναι πως, ενώ παρήλθαν 20 χρόνια από το G8 (Γένοβα), υπάρχουν ακόμα εκείνοι που τα χάφτουν.

Η ομιλία του Λαντίνι [ηγέτη της CGIL] την επόμενη μέρα από την επίθεση είναι μνημειώδης: ένας ύμνος στην αντίσταση, στον αντιφασισμό, στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Δηλαδή ακριβώς στις αξίες που θα έπρεπε να κινήσουν τα συνδικάτα για την προστασία των εργαζομένων από αυτό που συμβαίνει σήμερα, τα οποία όμως μέχρις στιγμής δεν κούνησαν το δαχτυλάκι τους.

Η πραγματική επίθεση στα κεντρικά γραφεία των συνδικάτων δεν είναι αυτή που οργανώνουν γύρω από ένα τραπέζι τέσσερις φασίστες που αντιπροσωπεύουν το 0,01% της χώρας, αλλά μια επίθεση που ξετυλίγεται εδώ και πολύ καιρό. Συνολική και έντονη, η επίθεση αυτή έχει απογυμνώσει τα συνδικάτα από τους ρόλους τους, με τρόπο πολύ πιο ύπουλο από αυτό που συνέβη χθες

Το κάλεσμα για γενική κινητοποίηση μετά από αυτό το γεγονός είναι το κερασάκι πάνω σε μια τούρτα περιττωμάτων. Αντίθετα, η «γενναιόδωρη» ανταπόκριση και συμμετοχή σε αυτό το κάλεσμα από μέρους όσων δεν έκαναν το παραμικρό για όσα συμβαίνουν, είναι το τελικό σύμπτωμα μιας μετάστασης που αναπτύσσεται από καιρό. Η προσμονή μάλιστα μιας γενικής εργασιακής μεταρρύθμισης μετά από αυτό το γεγονός προκαλεί ανατριχίλα σε όποιον ξέρει να διαβάζει αυτό που εννοείται πίσω από τις γραμμές.

Διακηρύξεις από τη μια μεριά και βία από την άλλη. Οτιδήποτε, αρκεί το σενάριο να σωπάσει αυτό που συμβαίνει στις πλατείες, στους χώρους των διαδηλώσεων. Οτιδήποτε, αρκεί να αποκρύψει και τους άγριους ξυλοδαρμούς νέων, γερόντων, μανάδων.

Αλλά, ακόμη κι όταν παριστάνει την αφελή και κάνει ότι δεν βλέπει την προφανή διείσδυση βαλτών στις ειρηνικές διαδηλώσεις (καταβάλλει μάλιστα μεγάλη προσπάθεια γι’ αυτό), η Δεξιά κάνει μόνο αυτό που ξέρει να κάνει πάντα: να χειραγωγεί τη δυσαρέσκεια ανθρώπων εξαντλημένων και εγκαταλελειμμένων τόσο από τις κυβερνητικές υπηρεσίες όσο και από τις μη κυβερνητικές οργανώσεις, καθώς και από δυνάμεις της αριστεράς και του κινήματος υπεράσπισης δικαιωμάτων – κι αυτές είναι ακόμη πιο ένοχες. Χειραγώγηση όμως δεν σημαίνει εκπροσώπηση, και άρα το να θεωρεί κανείς ότι οι κινητοποιήσεις στις πλατείες είναι έργο των φασιστών, αποτελεί, ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, υπόδειγμα αφέλειας και μυωπίας – για να το πούμε ευγενικά.

Η πραγματική επίθεση

Η πραγματική επίθεση στα κεντρικά γραφεία των συνδικάτων δεν είναι αυτή που οργανώνουν γύρω από ένα τραπέζι τέσσερις φασίστες που αντιπροσωπεύουν το 0,01% της χώρας, αλλά μια επίθεση που ξετυλίγεται εδώ και πολύ καιρό. Συνολική και έντονη, η επίθεση αυτή έχει απογυμνώσει τα συνδικάτα από τους ρόλους τους, με τρόπο πολύ πιο ύπουλο από αυτό που συνέβη χθες [ΣτΜ: αναφέρεται στην επίθεση νεοφασιστών στην έδρα της συνδικαλιστικής ομοσπονδίας CGIL]. Αλλά, ως συνήθως, ξυπνάμε μόνο όταν δεχόμαστε επίθεση από φασίστες που αποκαλούνται ανοιχτά φασίστες. Χωρίς να έχουμε μια εκτίμηση για το γιατί και σε ποιο κοινωνικό πλαίσιο φτάσαμε σε αυτό το σημείο, πράγμα που θα σήμαινε ότι έπρεπε να γίνει μια ορισμένη αυτοκριτική – την οποία, όμως, οι διάφορες οργανώσεις «της αριστεράς» δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους. Και έτσι τώρα είναι η ώρα της ρητορικής και των αντιφασιστικών συνθημάτων, των όρκων για την υπεράσπιση της εργασίας και των δικαιωμάτων…

Όταν από την άλλη πλευρά, μέσα στη λογοκριτική σιωπή των ΜΜΕ, κατεβαίνουν δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι στις πλατείες εναντίον ενός φασισμού μεταμφιεσμένου σε δημοκρατία, ο οποίος σβήνει δικαιώματα και επιτίθεται στην εργασία αποκλείοντας περίπου το 20% των εργαζομένων, δεν μπορείς να κάνεις ότι «δεν τρέχει τίποτα». Διότι κάτι τρέχει, πολύ σοβαρότερο από το τίποτα.

Όταν παριστάνεις ότι «δεν τρέχει τίποτα», καταλήγεις επικίνδυνος και άθλιος συνεργάτης του εχθρού. Κι όχι μόνο αυτό: είναι μια τέλεια εικόνα για το πώς οι φασισμοί (όπως έγινε και στο παρελθόν) μπορούν να αναδυθούν ύπουλα πάνω στα κύματα χειροκροτημάτων και κινητοποιήσεων ορισμένων μηχανισμών που αυτοανακηρύσσονται αντιφασίστες.

* Ιταλός μπλόγκερ (www.masonmassyjames.it). Οι μεσότιτλοι είναι της Σύνταξης.
** Ο Φραντσέσκο Κοσίγκα, εκ των ηγετών της Χριστιανοδημοκρατίας, διατέλεσε επανειλημμένα υπουργός, πρωθυπουργός και πρόεδρος της Ιταλίας τον προηγούμενο αιώνα, εφαρμόζοντας σκληρή καταστολή των κινημάτων διαμαρτυρίας, αλλά και μεθόδους εξουδετέρωσής τους μέσω διάβρωσης από πράκτορες μυστικών υπηρεσιών.


Ο πραγματικός κίνδυνος

Ο Μάσιμο Κατσιάρι είναι Ιταλός φιλόσοφος, πανεπιστημιακός και πολιτικός. Διατέλεσε βουλευτής του Ιταλικού Κ.Κ. και αργότερα, εκπροσωπώντας σχηματισμούς της Κεντροαριστεράς, δήμαρχος Βενετίας (1993-2000 και 2005-2010) και ευρωβουλευτής. Είναι από τους λίγους μη «ακραίους» που τοποθετείται εμφατικά εναντίον της επιβολής του Green Pass:

«Το Green Pass δημιουργεί μια άνευ προηγουμένου επιπλοκή, νομικού-θεσμικού τύπου, για την οποία έχω μιλήσει τόσες φορές. Δεν λέω πλέον τίποτα, καθώς νιώθω ναυτία… Στην Ιταλία έχουμε τα πλέον περιοριστικά μέτρα στον κόσμο… Κι όλα αυτά χωρίς καμία βελτίωση όσον αφορά τα κρούσματα, τις εντατικές, τους θανάτους. Ο Ντράγκι και η κυβέρνηση θα πρέπει να εξηγήσουν γιατί σκοπεύουν να επιδεινώσουν περαιτέρω την κατάσταση, ειδικά για τις μικρές επιχειρήσεις, όταν γνωρίζουν τα επιστημονικά δεδομένα».

(www.affaritaliani.it, 14/10/2021)

«Ο φασιστικός κίνδυνος είναι εξίσου ρεαλιστικός με την είσοδο ενός διαστημόπλοιου σε μια μαύρη τρύπα… Από την άλλη, αποτελεί μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια ότι οι επί δεκαετίες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, που έχουν κηρυχθεί με ποικίλες αφορμές, έθεσαν την ίδια την ουσία της δημοκρατίας σε δυσκολία… Κινδυνεύουμε να βρεθούμε σε ένα καθεστώς που δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τις δημοκρατικές δοξασίες που διαρκώς επαναλαμβάνουμε».

(La Stampa, 15/10/2021)

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!