Του Κώστα Βενιζέλου

Μεταξύ των άψε-σβήσε κυρώσεων κατά της Ρωσίας λόγω Ουκρανίας και της άρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης να υιοθετήσει μέτρα κατά της Τουρκίας, για την επιθετική συμπεριφορά της έναντι της Κύπρου, υπάρχει ένας… δρόμος υποκρισίας. Πρόκειται για την επιβεβαίωση της πολιτικής των δύο μέτρων και δύο σταθμών, που θριαμβεύει στις προσεγγίσεις που υιοθετούνται από τη λεγόμενη διεθνή κοινότητα.

Είναι προφανές πως τα γεωστρατηγικά, οικονομικά συμφέροντα καθορίζουν τις αντιδράσεις, συλλογικών και μη, έναντι ενεργειών τρίτων χωρών. Στην περίπτωση της Ουκρανίας και οι κυρώσεις ήταν έτοιμες και οι συλλογικές τοποθετήσεις ανακοινώθηκαν αμέσως μετά τις πρώτες αποφάσεις της Μόσχας σε βάρος του Κιέβου και της κλιμάκωσης μετά την έναρξη του πολέμου. Για την Κύπρο, με αίτημα της Λευκωσίας, συζητείται εδώ και δύο πλέον χρόνια θέμα κυρώσεων κατά της Τουρκίας για τις παράνομες ενέργειές της στην κυπριακή ΑΟΖ, ενώ στο μεταξύ ξεκίνησε και το άνοιγμα της περίκλειστης περιοχής της κατεχόμενης Αμμοχώστου.

Υπενθυμίζεται συναφώς ότι το καλοκαίρι του 2019, έναν μόλις μήνα μετά την πρώτη παράνομη γεώτρηση της Τουρκίας στην Κυπριακή ΑΟΖ, ξεκίνησε από τη Λευκωσία μια προσπάθεια υιοθέτησης ενός καθεστώτος κυρώσεων για φυσικά και νομικά πρόσωπα που εμπλέκονται στις παράνομες ενέργειες της Τουρκίας στην ΑΟΖ της Κύπρου. Το εγχείρημα τούτο, που υιοθετήθηκε από τη Λευκωσία, ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, καθώς ήταν γνωστή η στάση κάποιων κρατών-μελών της ΕΕ. Αυτή η στάση ήταν αποτέλεσμα τόσο των οικονομικών σχέσεων που διατηρούσαν οι χώρες αυτές με την κατοχική Τουρκία όσο και επειδή η Άγκυρα εκβίαζε με το μεταναστευτικό. Τον Ιανουάριο του 2021, ο τότε υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Χριστοδουλίδης, έγραφε σε άρθρο του στον «Φιλελεύθερο» ότι «η προσπάθεια ήταν ακόμα πιο δύσκολη λόγω του ότι δεν υπήρξε προηγούμενο στα χρονικά της ΕΕ λήψης μιας τέτοιας απόφασης εναντίον ενός κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ και μάλιστα υποψήφιας προς ένταξη στην ΕΕ χώρας. Πόσο δε μάλλον, όταν υπήρχε ενώπιόν μας και σχετική νομική γνωμάτευση, η οποία υποστήριζε ότι δεν είναι δυνατό να επιβληθούν περιοριστικά μέτρα σε υποψήφια για ένταξη χώρα στην ΕΕ. Ο στόχος ήταν υπερβολικά φιλόδοξος και η Τουρκία θα τον πολεμούσε αξιοποιώντας κάθε σχέση της».

Αν και υιοθετήθηκε ένα καθεστώς κυρώσεων, δεν πάρθηκαν αποφάσεις που θα επηρέαζαν την Άγκυρα, παρόλο που έγιναν μικρά βήματα. Άλλωστε, όταν το θέμα συζητείτο στα ευρωπαϊκά όργανα, ένα… αόρατο χέρι, γερμανικό και παλαιότερα και βρετανικό, φρέναρε τις όποιες αποφάσεις. Ήταν το χέρι που προστάτευε την κατοχική δύναμη. Η Τουρκία παρά τις «προειδοποιήσεις» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γνωρίζοντας προφανώς ότι η τράπουλα ήταν σημαδεμένη και ενόψει του γεγονότος ότι κάποια κράτη-μέλη την καθησύχαζαν και διαβεβαίωναν πως κυρώσεις δεν θα αποφασίζονταν, προχωρούσε σε έρευνες και γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ ενώ παράλληλα άρχισε την υλοποίηση των σχεδιασμών της για βαθμηδόν εποικισμό της περίκλειστης περιοχής της Αμμοχώστου.

Παρά τις δυσκολίες, το εργαλείο των κυρώσεων παρέμεινε στο τραπέζι των Ευρωπαίων, προκαλώντας την ενόχληση της πλειοψηφίας των εταίρων μας. Αυτό κράτησε μέχρι τις αρχές του 2022. Μέχρι, δηλαδή και την ανάληψη του υπουργείου Εξωτερικών από τον Ιωάννη Κασουλίδη, ο οποίος έθεσε ως προτεραιότητά του να στείλει στο αρχείο το εργαλείο αυτό και να επαναφέρει μια ξαναζεσταμένη συνταγή, αυτή των Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, που απέρριψε εκ του προοιμίου η τουρκική πλευρά. Η τακτική των κυρώσεων, που τόσο πολεμήθηκε από τρίτους και υπονομεύθηκε εκ των έσω, δεν ήταν οτιδήποτε άλλο παρά μια αποτρεπτική κίνηση ή έστω τακτική συντήρησης του θέματος αυτού στο προσκήνιο, την ώρα που η κατοχική δύναμη προέλαυνε στην κυπριακή ΑΟΖ. Άλλωστε, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είχε άλλη αποτρεπτική δύναμη καθώς οι αμυντικές της δυνατότητες είναι μειωμένες.

Η Λευκωσία ταλαιπωρήθηκε με τις κυρώσεις. Μέχρι που πρυτάνευσε στην κυπριακή κυβέρνηση η πολιτική του κατευνασμού. Των δώρων προς την Τουρκία για να «πεισθεί» και να ξεκινήσει τις συνομιλίες. Αυτοί, οι οποίοι τα λένε αυτά φαίνεται να μην ακούνε όσα προτάσσουν οι Τούρκοι. Ότι, δηλαδή, για να αρχίσουν διαπραγματεύσεις θα πρέπει να αναγνωριστεί το ψευδοκράτος.

Η Κύπρος δεν είναι Ουκρανία και η Ρωσία δεν είναι Τουρκία. Πριν να ξεσπάσει η κρίση στο ρωσοουκρανικό μέτωπο, το χαλί ήταν στρωμένο για τις κυρώσεις. Παρά το γεγονός ότι το θέμα των κυρώσεων χρησιμοποιείται κατά το δοκούν και εφαρμόζεται εκεί που επιλέγουν οι βασικοί διεθνείς παίκτες, ο πόλεμος στην Ουκρανία επιβεβαίωσε πως το εργαλείο αυτό παραμένει στην ατζέντα. Ποιους αφορά και πότε χρησιμοποιείται αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα.

Περαιτέρω, οι κινήσεις της Μόσχας, που περιλαμβάνουν αναγνώριση περιοχών, εισβολή, προσάρτηση εδαφών, ανοίγουν την όρεξη και του Ερντογάν. Ο πρόεδρος της κατοχικής δύναμης επενδύει στην αναγνώριση του ψευδοκράτους, το οποίο είναι δημιούργημα της εισβολής στην Κύπρο το 1974, της συνεχιζόμενης κατοχής εδάφους της ενώ προετοιμάζεται και για το σενάριο της προσάρτησης.


Κομβικό σημείο στην περιοχή η χρήση των βρετανικών βάσεων

Οι νατοϊκοί σχεδιασμοί εμπλέκουν την Κύπρο στο θέατρο του πολέμου, που διαδραματίζεται στην Ουκρανία. Οι Βρετανοί ενίσχυσαν τις δυνάμεις τους στις Βάσεις Ακρωτηρίου στην Κύπρο, με τέσσερα μαχητικά αεροσκάφη τύπου Typhoon «για περιπολίες στην ανατολική Ευρώπη, λόγω της Ουκρανικής κρίσης, την ώρα που οι βρετανικές δυνάμεις κάνουν εντονότερη την παρουσία τους στην περιοχή». Την εξέλιξη αυτή την ανακοίνωσαν οι Βρετανοί δίνοντας στη δημοσιότητα φωτογραφίες και βίντεο από την παρουσία των μαχητικών. Αυτή η κίνηση, όπως αναφέρθηκε, αφορά την ενίσχυση της ευρύτερης παρουσίας του ΝΑΤΟ στην ανατολική Ευρώπη. Χωρίς αυτό να έχει ανακοινωθεί φαίνεται πως η περαιτέρω ενίσχυση της περιοχής περνά και από την Κύπρο, πέραν βέβαια από τα τέσσερα πολεμικά, η άφιξη των οποίων διαφημίσθηκε.

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι Βρετανοί χρησιμοποιούν τις βάσεις στην Κύπρο ως ορμητήριο για επιχειρήσεις στην περιοχή. Αυτό γίνεται σε περιόδους κρίσης. Κι αυτό γίνεται χωρίς να ενημερώνεται η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία γνωρίζει όλες τις βρετανικές κινήσεις και τις παρακολουθεί. Δεν αντιδρά, όμως, γιατί προφανώς και δεν θέλει να… ενοχλήσει τους Βρετανούς.

Μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι βρετανικές βάσεις στην Κύπρο ως ορμητήριο για επιθέσεις σε γειτονικές χώρες; Η δραστηριότητα των Βρετανών, διά των βάσεων, παραβιάζει τις Συνθήκες Εγκαθίδρυσης γιατί δεν είναι αμυντικού χαρακτήρα αυτοί οι σχεδιασμοί.

Υπενθυμίζεται ότι οι βάσεις χρησιμοποιήθηκαν στον Πόλεμο του Κόλπου το 1991 και του Ιράκ το 2003 αλλά και στις πιο πρόσφατες κρίσεις, στη Συρία και στη Λιβύη. Οι βρετανικές βάσεις θεωρούνται, πάντα, κομβικό σημείο στην περιοχή. Αντί να σταθμεύουν αεροπλανοφόρα, τα οποία στοιχίζουν οικονομικά, υπάρχουν οι βάσεις που γειτνιάζουν με το θέατρο του πολέμου.

Η ανεκτικότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας στις βρετανικές ενέργειες συνδέεται με τη διαχρονική άρνησή της για αποαποικιοποίηση.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!