Δεν είναι στις προθέσεις μας μια λεπτομερής αναφορά στην πορεία (αντιπολιτευτική και κυβερνητική) του ΣΥΡΙΖΑ.

Εκείνο που θέλουμε να αναδείξουμε αφορά μόνο σε ορισμένα θεμελιώδη ζητήματα στα οποία ο ΣΥΡΙΖΑ είτε δεν δίνει απαντήσεις είτε οι απαντήσεις που δίνει πόρρω απέχουν από τις αναμενόμενες για ένα κόμμα που θέλει να ονομάζεται ριζοσπαστικό. Συνεπώς η ριζοσπαστική αριστερά θα πρέπει να απαντήσει –κάτι που μέχρι σήμερα δεν το έχει κάνει– στις ακόλουθες βασικές ερωτήσεις: τι επικαλείται ως ριζοσπαστισμό, τι είδους κοινωνία επιθυμεί, πώς μπορεί να αλλάξει η κληρονομημένη κοινωνία και πώς σκέπτεται την πολιτική, ως αναγκαίο μέσο της αλλαγής.

Φυσικά υπάρχει σαφής αλληλεξάρτηση των ερωτήσεων και όλες με κάποιον τρόπο συνδέονται. Ας προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε λίγο πιο συγκεκριμένα ορισμένα ζητήματα.

1. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια βαθιά ειρωνεία. Ενώ για τη Δεύτερη και Τρίτη Διεθνή η (αστική) δημοκρατία αποτελούσε ένα μέσο για να επιτευχθεί ο σοσιαλισμός, αλλά και συγχρόνως ένα συστατικό της ολοκληρωμένης σοσιαλιστικής κοινωνίας, τώρα η «ριζοσπαστική αριστερά» έμοιαζε να αποτελεί ένα απλό μέσο για να περισωθούν τα κατάλοιπα της λεγόμενης «φιλελεύθερης δημοκρατίας» και κυρίως του πυλώνα που αφορά στο κράτος πρόνοιας. Ουσιαστικά η Ριζοσπαστική Αριστερά επιδιώκει να αναστήσει το κράτος ως φορέα που ασκεί σημαντικό κυριαρχικό έλεγχο στην οικονομική του πολιτική. Οι αριστεροί ριζοσπάστες αναζήτησαν αρχικά έναν ρόλο «για τον λαό» αλλά τελικά βρήκαν το κράτος (1). Η Ριζοσπαστική Αριστερά στηρίζει ανεπιφύλακτα αυτόν τον κοινοβουλευτισμό (παρά την πλήρη κατάρρευσή του ως θεσμού έκφρασης της λαϊκής κυριαρχίας), τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις πρακτικές που συνδέονται συνήθως με τις αρχές της αντιπροσώπευσης. Δεν τέθηκε ποτέ θέμα άμεσης λήψης αποφάσεων από τον λαό σε σημαντικές σφαίρες του πολιτικού βίου. Τη μοναδική φορά που τέθηκε (δημοψήφισμα 2015) θάφτηκε το αποτέλεσμα με μια θεαματική υπαναχώρηση – πλήρη μεταστροφή (λαϊκά «κωλοτούμπα»).

Η διεύρυνση των δημοκρατικών θεσμών παραπέμφθηκε στις ελληνικές καλένδες. Παρότι τονίζει ότι η δημοκρατία είναι συγκρουσιακή και ότι οι συγκρούσεις είναι ανάγκη να εκφράζονται ανοιχτά αντί να καταπιέζονται από τον φιλελεύθερο ορθολογισμό ή την επιδίωξη συμβιβασμού των οικονομικών συμφερόντων, στην πράξη αποδέχτηκε την άποψη ότι η δημοκρατία είναι συνώνυμο των οριοθετημένων συγκρούσεων και έχει ως βασικό της χαρακτηριστικό τη δυνατότητα αναθεώρησης κάθε απόφασης, μια λειτουργία που εξαρτάται από την έκταση της συνταγματοποίησης (2). Νοθεύει δηλαδή τη δημοκρατία με πλήθος φιλελεύθερες απόψεις, αποδεχόμενος τη μεθερμηνεία του ολιγαρχικού ιστορικού φιλελευθερισμού με το ιστορικό καθεστώς της λεγόμενης φιλελεύθερης δημοκρατίας (3). Έχει λησμονήσει παντελώς ότι τα δύο βασικά ρεύματα σκέψης, ο αστικός φιλελευθερισμός αγγλοσαξωνικής προέλευσης είναι πρόσφατος, και έχει ως βάση του το άτομο και τις αρνητικές ελευθερίες του, και η δημοκρατία έχει μακριά παράδοση και στηρίζεται στην έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, βρίσκονται ουσιαστικά στις δύο διαφορετικές όχθες του ποταμού. Η σύγκλιση που επιχειρήθηκε πάνω στον ρέοντα ποταμό της ιστορίας, ήταν πάντοτε υποκείμενη στις καταστάσεις που επικρατούσαν στα ταραχώδη νερά του καθώς και στα δυνατά υπόγεια ρεύματα των ασταμάτητων κοινωνικών διεργασιών τα οποία κυριαρχούσαν ολόκληρη αυτή την περίοδο, με αποτέλεσμα οι δυναμικές ισορροπίες που επιτυγχάνονταν να ήταν βραχυπρόθεσμες και ασταθείς.

Η σημερινή, τέταρτη φάση (4), φαντάζει σαν επιστροφή στην εποχή του 19ου αιώνα. Υπάρχουν σειρά από σημερινές εξελίξεις οι οποίες ερμηνευόμενες με γενικό και επιφανειακό τρόπο να δίνουν την εντύπωση ότι πράγματι διαπιστώνεται μια ροπή επιστροφής στον 19ο αιώνα. Οι «σύγχρονοι φιλελεύθεροι» (μάλιστα, υπάρχουν και αυτοί στις μέρες μας) οι οποίοι οραματίζονται την επιστροφή στην εποχή της επικράτησης της απόλυτης ατομοκρατίας ίσως να θεωρούν ότι όσα σήμερα διαδραματίζονται είναι μια καλή ένδειξη για την επανακυριαρχία των φιλελεύθερων ιδεών στην πρωταρχική τους μορφή, οι οποίες συμπυκνώνονται ουσιαστικά στην αποκατάσταση της έννοιας του ατόμου όπως αυτή είχε νοηθεί τον 19ο αιώνα. Όμως οι αντιλήψεις αυτές αποτελούν απλές επιθυμίες και οραματισμούς που δεν έχουν καμία ανταπόκριση στη ζώσα πραγματικότητα. Οι λόγοι είναι απλοί και εμφανείς διά γυμνού οφθαλμού.

Υπάρχει κάτι πολύ βαθύτερο και πολύ πιο σοβαρό που θέτει ερωτήματα που αγγίζουν την ίδια την ύπαρξη αυτών των μορφωμάτων που αυτοαποκαλούνται «ριζοσπαστική αριστερά». Πρόκειται για την παντελή θεωρητική ένδεια που είναι παρούσα σε όλες τις επιμέρους εκφάνσεις μιας βαθύτερης συζήτησης για τα σύγχρονα (και συγχρόνως διαχρονικά) ζητήματα που τίθενται στο τραπέζι των θεωρητικών προβληματισμών

 

2. Με την επίκληση της «ηθικής του σκοπού», πολιτικά κόμματα αναρριχώνται στην εξουσία κι ευθύς σπεύδουν να υιοθετήσουν την «ηθική της ευθύνης», δηλαδή την ανημπόρια να έλθουν σε ρήξη μ’ αυτή την πραγματικότητα. Ασκούν στην πράξη μια πολιτική διάσωσης της καθεστηκυίας κατάστασης –τη λεγόμενη «ηθική του καθήκοντος»– ταυτιζόμενα πλήρως με αυτή και εγκαταλείπουν την όποια δική τους βούληση. Η σύγχρονη εμπειρία δείχνει ότι και τα λεγόμενα κόμματα της ριζοσπαστικής αριστεράς (βλέπε ΣΥΡΙΖΑ, ΑΚΕΛ), όταν ανέλαβαν κυβερνητικές θέσεις, όχι μόνο ενσωματώθηκαν στην «ηθική της ευθύνης» αλλά υπερακόντισαν στα κελεύσματά της αποδεχόμενα πλήρως τη λογική της. Τα χιλιάδες «επιχειρήματα» και οι μυριάδες δικαιολογίες αυτής της πολιτικής συμπεριφοράς αποτελούν απλά… εκλογικεύσεις και μάλιστα του εσχάτου επιπέδου. Απλά διότι η αδήριτη πραγματικότητα είναι αψευδής μάρτυρας της συμπεριφοράς τους. Η κυβερνητική θητεία και των δύο κομμάτων έδειξε με απόλυτη σαφήνεια την απουσία οποιασδήποτε θεωρητικής προσέγγισης στο επίπεδο της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής πρότασης που να εκφράζει «αριστερό ριζοσπαστισμό». Αλλά δεν είναι μόνο η ιστορική περίοδος της κυβερνητικής πρακτικής η οποία αποτελεί καθρέπτη της συμπεριφοράς τους. Υπάρχει κάτι πολύ βαθύτερο και πολύ πιο σοβαρό που θέτει ερωτήματα που αγγίζουν την ίδια την ύπαρξη αυτών των μορφωμάτων που αυτοαποκαλούνται «ριζοσπαστική αριστερά». Πρόκειται για την παντελή θεωρητική ένδεια που είναι παρούσα σε όλες τις επιμέρους εκφάνσεις μιας βαθύτερης συζήτησης για τα σύγχρονα (και συγχρόνως διαχρονικά) ζητήματα που τίθενται στο τραπέζι των θεωρητικών προβληματισμών. Απουσιάζει παντελώς κάτι που να λειτουργεί ως θεωρητικό πλαίσιο με βάση το οποίο να προσανατολίζονται τα επιδιωκόμενα βήματα των πράξεων τους. Ανυπόφορες ρητορείες χωρίς καμία θεωρητική προσέγγιση. Καμία θεωρητική βάση. Τσαλαβούτημα σε θολά νερά που επιτηδευμένα λαμβάνουν μορφή μιας ενδελεχούς αναζήτησης αλλά που στην ουσία δεν είναι τίποτε περισσότερο από προσπάθεια κάλυψης μιας όλο και μεγαλύτερης άγνοιας. Μια άγνοια, που από τη στιγμή που δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια, καθίσταται άκρως επικίνδυνη καθόσον αυτοεξαπατά εαυτούς και στη συνέχεια εξαπατά τους άλλους.

Παραπομπές

1) Jan- Werner Muller, «Ένας επικίνδυνος νους», Εκδόσεις Πόλις, 2010,σ.364.
2) Jan- Werner Muller, «Ένας επικίνδυνος νους», όπως παραπάνω
3) Π. Κονδύλης, «Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού», Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1991
4) Κ. Μελάς, «Περί της “φιλελεύθερης δημοκρατίας”», Περιοδικό ΦΡΕΑΡ , Νο 002, Χειμώνας 2021

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!