του Νίκου Ρουκλιώτη (*)

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Α/συνεχεια το βιβλίο του Δημήτρη Τραυλού – Τζανετάτου «Ψηφιακός καπιταλισμός και εργασία στον αστερισμό της πανδημίας», που με τον υπαινικτικό του τίτλο έρχεται ευθύς εξαρχής να αποδώσει τις δραματικές επιπτώσεις που συνεπάγεται η πανδημία στις συνθήκες της προϊούσας τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, η οποία έχει αποτελέσει ήδη αντικείμενο επισταμένης έρευνας από τον ίδιο συγγραφέα στην πρωτοποριακή μελέτη του με τίτλο «Το εργατικό δίκαιο στην τέταρτη βιομηχανική επανάσταση. Ψηφιοποίηση, ρομποτική και τεχνητή νοημοσύνη» (εκδ. Σάκκουλα), η οποία αφιερώθηκε από τον ίδιο συμβολικά στο «ψηφιακό προλεταριάτο».

ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΣΗΜΕΙΩΘΕΙ ότι οι επιπτώσεις της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης στις εργασιακές σχέσεις είχαν αποτελέσει αντικείμενο του επιστημονικού και ερευνητικού έργου του καθηγητή Δημήτρη Τραυλού – Τζανετάτου, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 (βλ. εντελώς ενδεικτικά «Οι εργασιακές σχέσεις στη δίνη της “μικροηλεκτρονικής καπιταλιστικής ανασυγκρότησης”», Επιστημονική Σκέψη 40/1988, σ. 61 επ. και «Εργατικό δίκαιο σε κρίσιμη καμπή», Εκδ. Οδυσσέας, 1990), όταν στο κλίμα εκκωφαντικής σιωπής που δημιουργούσαν τα τότε επιτελεία της νεοφιλελεύθερης τεχνο-ουτοπίας, ο ίδιος επισήμανε τον καταλυτικό ρόλο της «μικροηλεκτρονικής παρέμβασης» στη διαδικασία αποσταθεροποίησης της εργατικής δύναμης και όξυνσης της κρίσης του εργατικού δικαίου στη δίνη της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης μέσω της αντικατάστασης της «ζωντανής» από τη «νεκρή εργασία» στο πλαίσιο της τότε μετάβασης σε ένα νέο «μεταφορντικό μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης». Η συσχέτιση των παραπάνω, ενδεικτικά και μόνο αναφερόμενων έργων του συγγραφέα, με τη σημερινή πραγματικότητα δεν μπορεί παρά να εκπλήσσει τον αναγνώστη όχι μόνο για τη διεισδυτικότητα στη μελέτη των κοινωνικών φαινομένων, αλλά κυρίως για την προφητικότητα του συγγραφέα, όταν ο ίδιος ήδη από τη δεκαετία του 1980, καλούσε να ληφθούν υπόψη οι μέσω της μικροηλεκτρονικής τεχνολογίας «εκτεταμένες δυνατότητες ελέγχου, παρακολούθησης, χειραγώγησης και τελικά “υπέρβασης” του “δυϊσμού” εργάσιμου και ελεύθερου χρόνου», διαβλέποντας και προμηνύοντας από τότε τον κίνδυνο «μετατροπής του εργαζόμενου –πολίτη σε εργαζόμενο– υπήκοο μιας ηλεκτρονικής απολυταρχικής εξουσίας, υπερσύγχρονης έκφρασης της καπιταλιστικής κυριαρχίας και έτσι «πλήρως υποταγμένης στις ανάγκες της καπιταλιστικής συσσώρευσης και αναπαραγωγής». Παράλληλα ανέλυε τη δυναμική των νέων τεχνολογιών και τον καταλυτικό τους ρόλο στη διάσπαση της εργατικής τάξης σ’ ένα βασικά «σταθερό», «τυποποιημένο» και σχετικά «νομικά διασφαλισμένο» πυρήνα και σε διάφορες περιφερειακές ή περιθωριακές κατηγορίες «ασταθών», «άτυπων», «μη προνομιούχων», ιδιαίτερα «ευλύγιστων» εργαζομένων. Η σημερινή πραγματικότητα της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης στις συνθήκες της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης και της πανδημίας με τη μετατροπή της τηλεργασίας από εξαίρεση σε κανόνα και με την πλήρη επικυριαρχία των α – τυπικών – ευέλικτων μορφών εργασίας που εν πολλοίς αποτελούν εκδηλώσεις της οικονομίας της πλατφόρμας («crowdworking») στον τομέα της απασχόλησης και επιμέρους εκφάνσεις της απορρύθμισης του εργατικού δικαίου και ανατροπής της θεμελιακής για το Εργατικό Δίκαιο προστατευτικής αρχής, δεν μπορεί παρά να αναδεικνύει τον προαγγελτικό χαρακτήρα της επιστημονικής σκέψης του συγγραφέα, ο οποίος ουδέποτε περιορίστηκε με τον κριτικό του λόγο στο να «εξηγήσει» απλώς και μόνο τα κοινωνικά φαινόμενα της εποχής του, αλλά πολύ περισσότερο στρατεύτηκε με τη σκέψη του στην ανατροπή του εξανδραποδισμού του ανθρώπου και κατ’ επέκταση στον αγώνα απελευθέρωσης της εργασίας, της επιστήμης και τεχνολογίας ως παραγωγικών δυνάμεων από τα δεσμά των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής με τελικό σκοπό τη χειραφέτηση του ανθρώπου.

Δεν θα ήταν υπερβολή, λοιπόν, να λεχθεί ότι το έργο του συγγραφέα και ο κριτικός του λόγος ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 με αντικείμενο την έρευνα του ρόλου της μικροηλεκτρονικής τεχνολογίας και των νέων τεχνολογιών ευρύτερα στις συνθήκες της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης και μετάβασης σε ένα μεταφορντικό-μετατεϋλορικό μοντέλο παραγωγής, αποτελεί απαραίτητο μεθοδολογικό εργαλείο όχι μόνο για κάθε νέο επιστήμονα, αλλά και για κάθε συνειδητά αγωνιζόμενο πολίτη, στη διαδικασία έρευνας του σύγχρονου κοινωνικού φαινομένου, όπως αυτό χαρακτηρίζεται από την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, που περιγράφει τη μετάβαση από την περίοδο της πληροφορικοποίησης (πληροφορική, τηλεματική, διαδίκτυο) στην ψηφιακή περίοδο (ψηφιοποίηση, ρομποτική, τεχνητή νοημοσύνη).

Στο προσφάτως εκδοθέν βιβλίο του συγγραφέα με τίτλο «Το εργατικό δίκαιο στην τέταρτη βιομηχανική επανάσταση. Ψηφιοποίηση, ρομποτική και τεχνητή νοημοσύνη» (εκδ. Σάκκουλα) που αποτελεί κορωνίδα της έως σήμερα σκέψης του γύρω από τις επιπτώσεις της Τεχνολογικής Επανάστασης και έργο αναφοράς στο χώρο του Εργατικού Δικαίου και της κοινωνίας ευρύτερα. Στο βιβλίο αυτό, προτάσσονται σε πείσμα των όποιων τεχνοφοβικών ή τεχνοουτοπικών θεωρήσεων της επιστημονικής επανάστασης, τα απαραίτητα εργαλεία όχι μόνο για τη νομική αντιμετώπιση του φαινομένου με σκοπό την υπεράσπιση της εργασίας σε μια μάχη οπισθοφυλακής, αλλά και για τη χειραφέτηση της εργασίας, της επιστήμης και της τεχνολογίας από τα δεσμά των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

Δημήτρης Τραυλός – Τζανετάτος
Ψηφιακός καπιταλισμός και εργασία στον αστερισμό της πανδημίας
Πρόλογος-επιμέλεια: Ρούντι Ρινάλντι, σελίδες 182, τιμή: 15 ευρώ
Εκδόσεις Α/συνεχεια, 2021
Μπορείτε να το αγοράσετε ηλεκτρονικά από την ιστοσελίδα των εκδόσεων www.asynechia.gr. Επίσης μπορείτε να το βρείτε στα κεντρικά βιβλιοπωλεία.

ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ του συγγραφέα με τίτλο «Ψηφιακός καπιταλισμός και εργασία στον αστερισμό της πανδημίας» δεν μπορεί να προσεγγιστεί, λοιπόν, αποκομμένα από την μέχρι σήμερα διαδρομή της επιστημονικής σκέψης του, εξέχουσα θέση στην οποία οπωσδήποτε διαδραμάτισε η έρευνα του κοινωνικού φαινομένου της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης στο πλαίσιο της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης και των επιπτώσεών της στην εργασία και την κοινωνία γενικότερα. Το βιβλίο αυτό που αποτελεί παράδειγμα διεπιστημονικότητας, κατά το βαθμό που αγκαλιάζει όλους τους τομείς της επιστήμης του δικαίου –ιδιότητα που χαρακτηρίζει το έργο του συγγραφέα διαχρονικά– έρχεται να διερευνήσει το φαινόμενο της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης και τη μετάβαση στο ψηφιακό καπιταλισμό, αυτή τη φορά υπό τη σκιά της πανδημίας, η οποία φαίνεται πλέον ακατάλυτα συνδεδεμένη με την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών. Στο πλαίσιο αυτό έρχεται να δημιουργήσει το προνομιακό έδαφος για την ανάδειξη της βιοπολιτικής σε κυρίαρχο παράδειγμα διακυβέρνησης εκφράζοντας τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της πολιτικής εξουσίας –ως θεραπαινίδας της οικονομίας και των διεθνοποιημένων καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, από τη διαχείριση των παραγωγικών δυνάμεων– στον έλεγχο των σωμάτων και στο πεδίο της βιολογικής ζωής, όπου η ζωή, η γέννηση, ο θάνατος, η αναπαραγωγή, η ασθένεια και εν προκειμένω η πανδημία ελέγχονται και εργαλειοποιούνται, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το δημόσιο χώρο, τα δημοκρατικά και εργασιακά δικαιώματα και τέλος την ίδια την ψυχοπνευματική υπόσταση του ανθρώπου. Έτσι, η πανδημία της εποχής μας έρχεται να αποκαλύψει κατά τον συγγραφέα τον κίνδυνο βαθμιαίας μετατροπής της κατάστασης εξαίρεσης σε μια μορφή μετανεωτερικής κανονικότητας, όπου η δημοκρατία θα βρίσκεται για μεγάλο ή το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σε αναστολή ή ατονία και η βιοπολιτική θα έχει καταστεί το κυρίαρχο παράδειγμα καπιταλιστικής διακυβέρνησης.

Το εν λόγω βιβλίο δεν περιορίζεται, λοιπόν, στη διερεύνηση της διασύνδεσης της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης και της πανδημίας και των επιπτώσεών τους στον κόσμο της μισθωτής εργασίας, αλλά επεκτείνεται με διεπιστημονικότητα και πυκνότητα γραφής στους κινδύνους που περικλείει το φαινόμενο αυτό για την ίδια την κοινωνία, τη Δημοκρατία και τον άνθρωπο ως υποκείμενο δικαίου. Από τη βάσανο του κριτικού λόγου του συγγραφέα δεν ξεφεύγει το φαινόμενο υποκατάστασης της πολιτικής από τη δεσπόζουσα θέση που κατέλαβαν οι ειδήμονες (λοιμωξιολόγοι, ιολόγοι, επιδημιολόγοι) την περίοδο που διανύουμε, η οποία κατά τον συγγραφέα συνεπάγεται την «υποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμοποίησης από μια τεχνοκρατική ΤΙΝΑ, η οποία μέσω μιας ψευδεπίγραφης νεοφιλελεύθερης συναίνεσης υποβάλλει και εδραιώνει τη λογική της αγοράς ως τη μοναδική, μη επιδεχόμενη εναλλακτικής αντιμετώπισης, ορθολογικότητα». Ο συγγραφέας υποβάλλει σε σκληρή, τεκμηριωμένη, αλλά και απροκατάληπτη κριτική τα «μεγάλα» αφηγήματα της εποχής μας για τη διαχείριση της ψηφιακής επανάστασης και της πανδημίας, όπως αυτά προσδένονται στο άρμα μιας ψευδεπίγραφης «Μεγάλης Επανεκκίνησης», η οποία ως άλλη τεχνοουτοπία, κατασκευασμένη από τα ιδεολογικά επιτελεία του υπό αναδιάρθρωση καπιταλισμού, έρχεται να μυστικοποιήσει την πραγματικότητα μετάβασης στο ψηφιακό καπιταλισμό και τους κινδύνους που αυτή περικλείει. Έτσι συγκαλύπτεται το γεγονός ότι για όσο χρόνο η εργασία παραμένει εγκλωβισμένη στα δεσμά των καπιταλιστικών σχέσεων εργασίας, η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας θα λειτουργεί καταστροφικά για το μέλλον όχι μόνο της μισθωτής εργασίας, αλλά και της ίδιας της ανθρωπότητας.

Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη, τα οποία παρά την αυτοτέλεια τους συγκροτούν μια ευρύτερη θεματική ενότητα διερεύνησης των προβλημάτων που προκάλεσε η κατά τον συγγραφέα «δημιουργική συνεύρεση ψηφιακού καπιταλισμού και πανδημίας σε μια εξουθενωμένη από τα μνημόνια χώρα». Έτσι, η συγκέντρωση και ενοποίηση από τον εκδοτικό οίκο Α/συνεχεια των παρεμβάσεων-τοποθετήσεων του Δ. Τραυλού – Τζανετάτου στην ειδική συγκυρία της πανδημίας, δεν αποτελεί μια απλή συγκέντρωση μελετών σε έναν ενιαίο τόμο, αλλά ενιαία καταγραφή των ανατροπών που συνεπάγεται η πανδημία σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο.

Ο συγγραφέας εξηγεί στο πρώτο μέρος του τόμου τους λόγους, για τους οποίους η πανδημία, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό της ως «μαύρου κύκνου», ο οποίος ορθώς και απορρίπτεται, θα οδηγήσει σε ένα τέτοιο δυστοπικό περιβάλλον, όπου τα εναπομείναντα δημοκρατικά, κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα μπαίνουν στο στόχαστρο, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί κατά τον συγγραφέα η «πιθανότητα δημιουργίας ενός υβριδικού οργανωτικού μοντέλου, στο οποίο θα συνυπάρχουν και θα συλλειτουργούν μεταδημοκρατικά και κρατικιστικά – αυταρχικά στοιχεία». Έτσι, αποκαλύπτεται το γεγονός ότι η πραγματικότητα της αστικής δημοκρατίας βρίσκεται στην κρίση και την κατάσταση εξαίρεσης και καθίσταται εναργής η εγγενής ροπή του καπιταλισμού προς τον αυταρχισμό, θυμίζοντας τη ρήση του Χορκχάιμερ ότι «όποιος δεν θέλει να μιλάει για τον καπιταλισμό, καλό θα είναι να παύσει να μιλάει για τον φασισμό». Στη συνέχεια των αναλύσεων του μέρους αυτού γίνεται λόγος για την ενίσχυση του ψηφιακού μιθριδατισμού και για τον κίνδυνο παγίωσης μιας κατάστασης εξαίρεσης, κατά τρόπο που η ρήση του Καρλ Σμιτ ότι «κυρίαρχος είναι αυτός που αποφασίζει για την κατάσταση εξαίρεσης» να αποκτά μια δραματική και δυστοπική για την αστική δημοκρατία επικαιρότητα. Στη συνέχεια, άξιες ιδιαίτερης υπόμνησης είναι οι σκέψεις του συγγραφέα που αφορούν τη σχέση πολιτικής και ειδημόνων στην εποχή της πανδημίας και τους κινδύνους που εμπεριέχει για «τη μετατροπή μιας κατάστασης εξαίρεσης σε βιοπολιτική κανονικότητα» θέτοντας τη Δημοκρατία σε μια κατάσταση «διαρκούς διακινδύνευσης». Το πρώτο μέρος του τόμου κλείνει με την ενότητα ΙΙΙ «Προς ένα υγειονομικό ολοκληρωτισμό;», στην οποία ο συγγραφέας πραγματεύεται τις συνταγματολογικές όψεις της αναγωγής ενός ζητήματος που αφορά την προστασία της δημόσιας υγείας σε ζήτημα δημόσιας τάξης με κορυφαία έκφανση αυτή του «υποχρεωτικού εμβολιασμού» και τους κινδύνους διολίσθησης σε ένα καθεστώς υγειονομικής δικτατορίας, όπου δικαιώματα όπως αυτό της υγείας μετατρέπονται από δικαιώματα αυτοπροσδιορισμού και αυτονομίας σε υποχρέωση και ετεροπροσδιορισμό.

Οι επιπτώσεις της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης στις εργασιακές σχέσεις είχαν αποτελέσει αντικείμενο του επιστημονικού και ερευνητικού έργου του καθηγητή Δημήτρη Τραυλού – Τζανετάτου, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1970

ΣΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ του τόμου αυτού, ο συγγραφέας με αφορμή το βιβλίο των Κ. Schwab και K. Malleret «Covid-19: Η μεγάλη επανεκκίνηση» συνδιαλέγεται με τα μεγάλα θέματα της εποχής του εξετάζοντας κριτικά το αφήγημα που προτάσσει την αξιοποίηση της πανδημίας ως μιας «χρυσής ευκαιρίας» μετάβασης-επιστροφής στον stakeholder καπιταλισμό ή διαφορετικά σε ένα νέο παράδειγμα κοινωνικού καπιταλισμού που να εμπνέεται από το μοντέλο της κοινωνικής οικονομίας της αγοράς. Η βασική θέση του συγγραφέα είναι ότι τέτοιου είδους αφηγήματα παραβλέπουν το γεγονός ότι το διαδίκτυο, η ψηφιοποίηση και οι νέες τεχνολογίες, ως εγγεγραμμένες στο γενετικό κώδικα του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, υπηρετούν τις ανάγκες κεφαλαιακής συσσώρευσης και ως εκ τούτου η όποια κριτική διατυπώνεται από το αφήγημα της «μεγάλης επανεκκίνησης» στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο δεν παύει να εντάσσεται στην εξαγγελλόμενη ως αναγκαία καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Περαιτέρω, δε, με αφορμή το βιβλίο των K. Schwab και K. Malleretο εξετάζεται η θέση του αφηγήματος της «μεγάλης επανεκκίνησης» αναφορικά με την απόλυτη αξιολογική προτεραιότητα της προστασίας της υγείας στη σύγκρουσή της με άλλα κοινωνικά αγαθά και θεμελιώδη δικαιώματα υπό το πρίσμα του κυοφορούμενου κινδύνου μετάβασης από τον υγειονομικό στο γενικευμένο βιοπολιτικό έλεγχο με την παράλληλη αξιοποίηση των νέων δυνατοτήτων των ψηφιακών τεχνολογιών να δημιουργούν μια δυστοπική πραγματικότητα γενικευμένης επιτήρησης. Έτσι ορθά επισημαίνεται από το συγγραφέα ότι δεν πρέπει να απαξιωθεί η όποια συμβολή της θεωρίας της «μεγάλης επανεκκίνησης» στην αποδόμηση του θατσερικού ιδεολογήματος «ΤΙΝΑ», κατά το βαθμό που υποβάλλεται σε αυστηρή πράγματι κριτική η ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού. Ωστόσο, ο συγγραφέας δεν παύει να υπογραμμίζει τα εγγενή και πεπερασμένα όρια του αφηγήματος της «μεγάλης επανεκκίνησης» ως εναλλακτικού καπιταλιστικού μοντέλου. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον και δραματική επικαιρότητα έχουν οι θέσεις του συγγραφέα αναφορικά με την προσαρμογή της θεωρίας της «μεγάλης επανεκκίνησης» στην Ελλάδα που ως κράτος ευρισκόμενο σε διαδικασία προϊούσας οικονομοπολιτικής, κοινωνικής, γεωπολιτικής και δημογραφικής υποβάθμισης, ευρισκόμενη υπό τη μέγγενη της επιτήρησης των θεσμών και ενός δυσβάστακτου και μη διαχειρίσιμου χρέους, κάθε άλλο παρά ευνοεί την ευαγγελιζόμενη στο βιβλίο των Schwab–Malleret μετάβαση σε ένα μοντέλο κοινωνικού καπιταλισμού και κοινωνικής οικονομίας της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, το ελληνικό παράδειγμα της θεωρίας της «μεγάλης επανεκκίνησης», όπως θα μπορούσε ψευδεπιγράφως να χαρακτηριστεί το «Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας Ελλάδα 2.0», δεν σηματοδοτεί την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, αλλά αντιθέτως την περαιτέρω αποδιάρθρωση των εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, όπως αποδείχτηκε και με το Ν. 4808/2021 (Νόμος Χατζηδάκη).

Το βιβλίο έρχεται να διερευνήσει το φαινόμενο της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης και τη μετάβαση στο ψηφιακό καπιταλισμό, αυτή τη φορά υπό τη σκιά της πανδημίας, η οποία φαίνεται πλέον ακατάλυτα συνδεδεμένη με την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών

ΣΤΟ ΤΡΙΤΟ ΚΑΙ τελευταίο μέρος του βιβλίου αναπτύσσεται ο κριτικός λόγος του συγγραφέα για το πως η τέταρτη βιομηχανική επανάσταση βοηθούσης της πανδημίας οδηγεί σε περαιτέρω αποδιάρθρωση των εναπομεινάντων στοιχείων εργατοδικαιϊκής προστασίας. Στο μέρος αυτού του βιβλίου κεντρική θέση έχουν τα κεφάλαια που αφορούν προβλήματα ψηφιακής απορρύθμισης των σχέσεων εργασίας. Πιο συγκεκριμένα αναλύεται: α) η εδραίωση της τηλεργασίας ως μηχανισμός απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων κατά την περίοδο της πανδημίας, β) η εργασία σε ψηφιακές πλατφόρμες υπό το πρίσμα των πρόσφατων νομοθετικών ρυθμίσεων του Ν. 4808/2021, για τις οποίες ο συγγραφέας προβαίνει σε κριτική αποτίμηση χρησιμοποιώντας και πρόσφατα παραδείγματα εφαρμογής των ρυθμίσεων αυτών, όπως ήταν ο αγώνας των ταχυδιανομέων της e–food και γ) το επίκαιρο ζήτημα του δικαιώματος αποσύνδεσης των εργαζομένων από την κατάσταση μονίμου εργασιακής διαθεσιμότητας μέσω των δυνατοτήτων της ψηφιακής τεχνολογίας. Στη συνέχεια ασκείται αυστηρή κριτική στην περαιτέρω νομοθετική απορρύθμιση του δικαιώματος απεργίας. Σημειώνεται ότι στο συγκεκριμένο μέρος του βιβλίου αποδομείται με δογματική νομική συνέπεια το ούτως ή άλλως αλυσιτελές αφήγημα του Υπουργού Εργασίας, κ. Χατζηδάκη, και προκύπτει με ενάργεια όχι μόνο η προχειρότητα και η αστοχία των νομοθετικών επιλογών μιας άκρως νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης, αλλά πολύ περισσότερο η ταξική της μεροληψία που δύναται να φθάνει στη δημιουργία οιονεί αμάχητων τεκμηρίων υπέρ της αυτό-απασχόλησης, με ό, τι αυτό συνεπάγεται για τις εργασιακές σχέσεις των απασχολουμένων, όπως οι ταχυδιανομείς, σε εταιρείες-πλατφόρμες.

Σε μια περίοδο επικυριαρχίας του νομικού θετικισμού που επιμένει να «τοποθετεί το Δίκαιο με το κεφάλι κάτω και τα πόδια ψηλά» αντιμετωπίζοντας το ως αποκομμένο από την κοινωνική-οικονομική πραγματικότητα, ο καθηγητής Δ. Τραυλός – Τζανετάτος έρχεται να καταδείξει με νομική δογματική συνέπεια στο τρίτο μέρος του βιβλίου τη συντηρητική λειτουργία του Δικαίου για την κοινωνική αναπαραγωγή του καπιταλισμού σε περιόδους οικονομικής και υγειονομικής ταυτόχρονα κρίσης και την υποχώρηση της όποιας εναλλακτικής – χειραφεσιακής του λειτουργίας, που άλλωστε είναι πάντοτε εξαρτημένη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και κυρίως τουεκάστοτε συσχετισμού οικονομικών και κοινωνικών δυνάμεων.

Στο πλαίσιο αυτό και όσο υπάρχουν πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, όπως ο συγγραφέας του εν λόγω βιβλίου, Δ. Τραυλός – Tζανετάτος, θα μπορούμε να ελπίζουμε ότι η απαισιόδοξη ρήση-προφητεία του Μπρεχτ στο θεατρικό έργο «Η ζωή του Γαλιλαίου», ότι «το μόνο που μπορούμε να περιμένουμε πλέον είναι μια γενιά από επιστημονικά ανδρείκελα που θα εκμισθώνουν πρόθυμα τις υπηρεσίες τους στους ισχυρούς» δεν θα δικαιωθεί.

(*) Ο Νίκος Ρουκλιώτης ασκεί μάχιμη δικηγορία ως εργατολόγος από το 2015 περίπου, ασχολούμενος κυρίως με ζητήματα συλλογικού εργατικού δικαίου και συνδικαλιστικού δικαίου (απεργία, συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτησία).

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!