του Θανάση Μουσόπουλου*

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης και τα «Απομνημονεύματά» του αποτέλεσαν ένα αγαπητό μελέτημα στα δύσκολα χρόνια της δικτατορίας. Τότε, φοιτητής στη Φιλοσοφική του ΑΠΘ, με καθηγητή στην ιστορία τον αξέχαστο επιστήμονα και άνθρωπο Απόστολο Βακαλόπουλο, απέκτησα και απολάμβανα το έργο του στις εκδόσεις Γαλαξίας, το 1973.

Λίγα χρόνια μετά, στη λεγόμενη μεταπολίτευση, ασχολήθηκα με το έργο του Μακρυγιάννη έχοντας ως κύριο βοηθό τον Γιώργο Σεφέρη που στις «Δοκιμές» μιλά για τον Μακρυγιάννη – τον Έλληνα, ως γράφει. Έτσι το 1978 εξέδωσα το βιβλίο «Μακρυγιάννης και το 1821: ένα παράδειγμα ιστορικής μνήμης». Το μικρό εκείνο βιβλίο βασίζεται σε ομιλίες που πραγματοποίησα το 1977 και 1978 στο Πολυτεχνείο Ξάνθης καλεσμένος από τους φοιτητικούς συλλόγους, καθώς και στη Χρυσούπολη, Νευροκόπι και Βέροια. Τα σημειώνω αυτά για να θυμίσω ότι τότε υπήρχε ενδιαφέρον για τον στρατηγό Μακρυγιάννη και για το μόνο εκδομένο ως τότε έργο του, τα «Απομνημονεύματα». Ο Μακρυγιάννης θεωρούνταν ένας γνήσιος επαναστάτης. Από το 1907 που ο Γιάννης Βλαχογιάννης καταπιάστηκε και κατάφερε να εκδώσει τα «Απομνημονεύματα» ο στρατηγός Μακρυγιάννης στις δύσκολες ώρες –όπως στα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης– έγινε λαϊκό σύμβολο.

Πολύ αργότερα δημοσιεύθηκε το δεύτερο έργο του Μακρυγιάννη με τον τίτλο «Οράματα και Θάματα» (ΜΙΕΤ, 1983) με τον κόπο και τη φροντίδα του Άγγελου Παπακώστα, στον οποίο είχε αναθέσει ο Γιάννης Βλαχογιάννης την έκδοση του δεύτερου έργου το στρατηγού. Είναι γνωστό ότι τα γραπτά του Μακρυγιάννη, θέλουν ιδιαίτερη προσοχή για να διαβαστούν και αντιγραφούν. Γι’ αυτό χρησιμοποιώ τη λέξη «φροντίδα». Οφείλουμε χάριτες στον Γ. Βλαχογιάννη για το πρώτο και στον Άγγ. Παπακώστα για το δεύτερο κατόρθωμα.

Στο κείμενό μας θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε την ανάγκη για μια νέα προσέγγιση του ανθρώπου Μακρυγιάννη και των έργων του. Στο πρώτο μέρος θα αναφερθούμε στον τρόπο που παρουσιάστηκε ο στρατηγός, όταν ήταν γνωστά μόνο τα «Απομνημονεύματα». Στο δεύτερο μέρος θα μιλήσουμε για τα «Οράματα και Θάματα» που επιβάλλουν μια νέα ανάγνωση στο σύνολο του έργου.

Οι Ιστορίες Λογοτεχνίας συγκεφαλαιώνουν τις επιμέρους προσεγγίσεις και τα κυρίαρχα πορίσματα των ερευνητών μιας περιόδου. Θα παρουσιάσουμε τις απόψεις τριών πνευματικών ανθρώπων: του Κωστή Παλαμά, του Γιώργου Σεφέρη και του Γιώργου Θεοτοκά. Ο πρώτος μιλά για τον Μακρυγιάννη λίγα χρόνια μετά τη δημοσίευση των «Απομνημονευμάτων», ενώ οι άλλοι δύο κυρίως στα χρόνια της Κατοχής.

ΞΕΚΙΝΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΝ γραμματολόγο Κ. Θ. Δημαρά που στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» (Ίκαρος, 6η έκδοση 1975) θεωρεί τον Μακρυγιάννη συγγραφική ιδιοφυία. «Απαλλαγμένος από τις βαριές ή τις πιο ελαφρές γλωσσικές πέδες, που δυσχεραίνουν το βήμα των άλλων απομνημονευματογράφων, μπόρεσε να φθάσει σ’ ένα όριο, να δημιουργήσει ένα ακέριο συγκροτημένο αριστούργημα.» Σημειώνει επιπλέον: «Ο αυθόρμητος αυτός και βίαιος Ρουμελιώτης ισορροπεί με την προσφορά της λαϊκής παράδοσης, με τη διαίσθηση που είναι γνώση ασυνείδητη.» Και κλείνει τη μεστή προσέγγισή του διαπιστώνοντας πως τα απομνημονεύματά του «ζωντανεύουν τη μνήμη μιας στιγμής της ανόθευτης ελληνικής παιδείας, τον τελικό της σταθμό».

Συνεχίζουμε με τους λογοτέχνες, ξεκινώντας από τον Κωστή Παλαμά. Η Βενετία Αποστολίδου στο σημαντικό «Ο Κωστής Παλαμάς ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας» (1992) σημειώνει: «(Ο Κ. Παλαμάς) το 1911 εντοπίζει τις αρχές της (ενν. νεοελληνικής πεζογραφίας) στα Απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821. Ο Παλαμάς είναι ίσως ο πρώτος που ανακάλυψε την αξία που έχουν αυτά όχι μόνο για την ιστορία, αλλά κυρίως για την εξέλιξη της νεοελληνικής πεζογραφίας.»

Ο Γιώργος Σεφέρης, αναφερόμενος τέλος στην πολύπλευρη αξία των «Απομνημονευμάτων», σημειώνει: «Το περιεχόμενο της γραφής του Μακρυγιάννη είναι ο ατέλειωτος και ο πραγματικός αγώνας ενός ανθρώπου, που με όλα τα ένστικτα της φυλής του ριζωμένα βαριά μέσα στα σπλάχνα του, αναζητά την ελευθερία, το δίκιο, την ανθρωπιά»

Το 1911, στις 25 του Μάρτη, μιλά στη «Φοιτητική Συντροφιά», με θέμα «Ηρωικά Πρόσωπα και Κείμενα». Στο μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας αναφέρεται στα Απομνημονεύματα που ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης υπαγόρευσε το καλοκαίρι του 1836 στον περίφημο Γεώργιο Τερτσέτη, στην απλή γλώσσα, όπως την ονόμαζε. Η αναφορά του Κωστή Παλαμά στον Μακρυγιάννη είναι περιορισμένη σε έκταση αλλά πολύ σημαντική σε βαρύτητα. Λέγει στους νέους: «Ένα είναι το έργο που πρέπει να ξεχωριστεί με τιμή και με ξάφνισμα, και να βαλθεί απάνου από τ’ άλλα. Κειμήλιο της δημοτικής γλώσσας, και χωρίς καμιά καλλιτεχνική αξίωση, παράδειγμα μιας ασυνείδητης τέχνης φυσικής που δεν της λείπουν ομορφιές, που είναι όλη χαρακτήρας. Τα «Απομνημονεύματα» του στρατηγού Μακρυγιάννη».

Ο Παλαμάς αποδίδει στο κείμενο του στρατηγού: «ασύγκριτο στο είδος του, σα θάμα του ψυχόρμητου, σαν είδος αριστούργημα του αγράμματου, μα γερού και αυτόνομου, μυαλού, γραμμένο αγάλια αγάλια, ντροπαλά και ανυποψίαστα, από άνθρωπο του τουφεκιού, όχι της πέννας, μα γραμμένο με το χέρι του το ίδιο, χωρίς βοήθεια τρίτου, από άνθρωπο απαίδευτο που δεν υποψιαζόταν τη συγγραφική του φλέβα, και που έτοιμος είναι συμπάθιο ικετευτικά να ζητήσει από τους διαβασμένους, γιατί τόλμησε να καταπιαστεί με τη δουλειά τους.»

Χρόνια αργότερα, ο Γιώργος Σεφέρης αναφέρεται στον στρατηγό σε δύο πολύ σημαντικές στιγμές της νεότερης ιστορίας, πρώτα το 1943 και είκοσι χρόνια μετά το 1963. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για ομιλία του στην Αλεξάνδρεια, και στη Στοκχόλμη κατά την τελετή απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας η δεύτερη αναφορά του μεγάλου ποιητή μας. Και οι δύο ομιλίες του αποτελούν μνημεία του νεοελληνικού λόγου. Στην ομιλία του 1963 λέγει το συγκινητικό «Ένας από τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: “[…] θα χαθούμε, γιατί αδικήσαμε […].” Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος· είχε μάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή».

Θα γυρίσουμε πίσω, στην ομιλία (16 του Μάη 1943) με τίτλο: «Ένας Έλληνας-ο Μακρυγιάννης» [«Δοκιμές», τ. Α΄, εκδ. Ίκαρος, Αθήναι 1974, 3η έκδοση, σελ. 228- 263].

Στην καρδιά της Κατοχής, ο Σεφέρης μιλώντας για τον Μακρυγιάννη βρίσκει πολλές ευκαιρίες για αναλογίες και συσχετισμούς: «Ο σημερινός πόλεμος της πατρίδας μας –δεν είναι υπερβολή να το πούμε– είναι μια συνέχεια της επανάστασης του ’21. Γιατί δεν πρέπει να το ξεχνούμε: κάθε φορά που η φυλή μας γυρίζει προς το λαό, ζητά να φωτιστεί από το λαό, αναμορφώνεται από το λαό, συνεχίζει την παράδοση που μπήκε θριαμβευτικά στη συνείδηση του έθνους με την ελληνική επανάσταση. Ο αγώνας εκείνος ήταν ένα κοινωνικό, πολεμικό και πολιτικό γεγονός. Ήταν συνάμα και ένα πνευματικό γεγονός. Από την τελευταία τούτη άποψη, την πιο αγνοημένη, είναι σημαντικό να έχουμε τεκμήρια σαν αυτά που μας άφησε ο Μακρυγιάννης. Τα ιστορικά γεγονότα δε σταματούν στα χρονολογικά ορόσημα που βλέπουμε στις φυλλάδες της ιστορίας».

Ο Γιώργος Σεφέρης, αναφερόμενος τέλος στην πολύπλευρη αξία των «Απομνημονευμάτων», σημειώνει: «Το περιεχόμενο της γραφής του Μακρυγιάννη είναι ο ατέλειωτος και ο πραγματικός αγώνας ενός ανθρώπου, που με όλα τα ένστικτα της φυλής του ριζωμένα βαριά μέσα στα σπλάχνα του, αναζητά την ελευθερία, το δίκιο, την ανθρωπιά.

[…] Πολέμησε, αγωνίστηκε πίστεψε, σακατεύτηκε, αηδίασε, θύμωσε. Αλλά έμεινε –όπως βγαίνει από το γράψιμό του το απελέκητο– πάντα ορθός ως το τέλος: άνθρωπος στο ύψος του ανθρώπου. Δεν έγινε μήτε υπεράνθρωπος μήτε σκουλήκι».

 ΘΕΩΡΩ ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ τον ρόλο του Γιώργου Θεοτοκά στην όλη προβολή του έργου του Μακρυγιάννη. Ο στρατηγός και τα «Απομνημονεύματά» του αποτελούν αντικείμενο προσεκτικών προσεγγίσεων του Θεοτοκά, που παρουσιάζονται σε διάφορα άρθρα του. Στο κείμενό μας αυτό αξιοποιούμε κυρίως το σχετικό κεφάλαιο για τον στρατηγό Μακρυγιάννη που περιέχεται στο βιβλίο «Πνευματική Πορεία» (πρωτοδημοσιεύθηκε το 1961, χρησιμοποιούμε την τρίτη έκδοση, 1994, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ. 141-166).

Το κεφάλαιο περιέχει δύο κείμενα, το μεγαλύτερο είναι του 1941, ενώ το δεύτερο (ούτε 4 σελίδες) χαρακτηρίζεται ως Επίμετρο και είναι του 1945.

Επειδή ο Μακρυγιάννης έμαθε λίγα γράμματα μεγάλος για να γράψει τον καημό του, θα λέγαμε, έχει επικρατήσει η άποψη ότι είναι «απλός και ανεύθυνος άνθρωπος του λαού». Ο Θεοτοκάς ευφυώς αντιτείνει: «Είναι λαϊκός σαν κάποιους ρεμπέτηδες καπετανέους βασιλιάδες των ιστορικών δραμάτων του Σαιξπήρου […] Πιστεύω ότι, παρά την απλότητα της φρασεολογίας του, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης δεν είναι απλός συγγραφέας. Είναι περίπλοκος.»

Ο Μακρυγιάννης έμεινε μακριά από το λογιοτατισμό της εποχής του, έτσι διατήρησε «τη μεγάλη δροσιά της λαϊκής του λαλιάς, που αποτελεί ίσως την ισχυρότερη γοητεία αυτού του έργου. Συνάμα, ο άνθρωπος είναι καλλιτέχνης και, όσο προχωρούμε στο διάβασμα, μας κάνει εντύπωση ο πλούτος της καλλιτεχνικής του ιδιοσυγκρασίας».

Την καλλιτεχνική φύση του (τις «έμφυτες καλλιτεχνικές διαθέσεις του Στρατηγού») τα διαπιστώνουμε στα τραγούδια που αποδίδει και δημιουργεί, αλλά και στις ζωγραφιές που καθοδηγεί να εκτελέσει ο Παναγιώτης Ζωγράφος. Σε όλα το είναι του είναι στραμμένο στην Ελλάδα. Πολύ χαρακτηριστικά ο Γιώργος Θεοτοκάς παρατηρεί: «Σ’ όλη την τρικυμισμένη σταδιοδρομία του αυτή τη δουλειά κάνει: προσφέρει τη ζωή του και γυρεύει δικαιοσύνη.» Τέλος, στο Επίμετρο του 1945, γίνεται αναφορά στη σταδιακή αναγνώριση της αξίας των «Απομνημονευμάτων’ και στον ανεπανάληπτο ρόλο του Γιάννη Βλαχογιάννη.

Η σημασία του Γιώργου Θεοτοκά γίνεται φανερή κι από κάτι άλλο. Μετά τη δημοσίευση της μελέτης του 1941, ο Βλαχογιάννης κάλεσε τον Θεοτοκά να δει το αρχείο του και συζήτησαν. Τότε είχε την ευκαιρία να δει ένα δεύτερο χειρόγραφο του Στρατηγού, που εκδόθηκε αργότερα από τον φιλόλογο Α. Ν. Παπακώστα με τον τίτλο «Οράματα και Θάματα». (Ο Βλαχογιάννης τότε συνεργαζόταν με αυτόν τον φιλόλογο και του δώρισε το χειρόγραφο 152 φύλλων. Ο τίτλος οφείλεται στον Α. Ν. Παπακώστα). Ο Βλαχογιάννης είπε στον Θεοτοκά κατά λέξη: «είναι το έργο ενός τρελού» και ότι περιέχει «όνειρα και συζητήσεις με την Παναγία και τους αγίους».

Επανερχόμαστε στον Γιώργο Θεοτοκά και στο Επίμετρό του (1945). Καταλήγει: «Τη μέρα εκείνη, που είδα το χειρόγραφο, παρακάλεσα πολύ θερμά τον Βλαχογιάννη να αρχίσει τη μεταγραφή του, μα εκείνος αρνήθηκε κατηγορηματικά. Ήταν, μου είπε, πολλή δουλειά και δεν είχε πια καιρό. Ήθελε να αφοσιωθεί ολόψυχα στη βιογραφία του Καραϊσκάκη. “Ας το κάνει άλλος” είπε. Τον “άλλο” περιμένουμε λοιπόν. Για έναν φιλόλογο βρίσκεται εδώ ένα κλωνάρι δάφνη».

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ και ο Γιώργος Θεοτοκάς προσέγγισαν σφαιρικά τα «Απομνημονεύματα» από ουσιαστικές πλευρές και τα ανέδειξαν όχι απλά ως φιλολογικό έργο αλλά ως τεκμήριο μιας εποχής και μιας στάσης. Το 1983 το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας εξέδωσε το νέο έργο του Μακρυγιάννη με τον τίτλο «Οράματα και Θάματα» με τη φροντίδα του Α. Ν. Παπακώστα.

Στην Εισαγωγή του έργου ο «δεύτερος Βλαχογιάννης» θα λέγαμε, ο Παπακώστας, σημειώνει: «Στο νέο έργο του Μακρυγιάννη, εκτός από στοιχεία ιστορικά, που συμπληρώνουν και διαφωτίζουν ορισμένα άλλα στα «Απομνημονεύματα», περιέχονται και ενδιαφέροντα λαογραφικά στοιχεία. Το ενδιαφέρον όμως του Μακρυγιάννη δεν περιορίζεται σε αυτά, επεκτείνεται και σε φαινόμενα του ψυχικού βίου, που ανήκουν σε άλλη κατηγορία. Αφηγείται οραματισμούς και όνειρα που είδε στον ύπνο του ή του έλεγαν οι άλλοι, αφηγείται και θαύματα που συνέβησαν στον ίδιο, σε δικούς του και στην πατρίδα. Στα «Απομνημονεύματα» μιλάει και γράφει ο πολεμιστής Μακρυγιάννης· στο έργο αυτό, ο χριστιανός Μακρυγιάννης, και μάλιστα ο μυστικιστής, ο λαϊκός θεολόγος.»

Η θέση και το συμπέρασμά μας είναι ότι οφείλουμε να δούμε τον Μακρυγιάννη από την αρχή. Ως φορέα του νεοελληνικού πολιτισμού και της νεοελληνικής ταυτότητας

Γίνεται κατανοητό ότι το δεύτερο βιβλίο ταράζει τα νερά. Από τον Μακρυγιάννη που ξέραμε προέκυψε ένας άλλος Μακρυγιάννης. Και ο καθένας τον προσέγγισε από τη δική του μεριά. Έχουμε πρώτα την άποψη του Βλαχογιάννη: «είναι το έργο ενός τρελού». Σύμφωνα, πάλι, με τον καθηγητή μου λογοτεχνίας στο ΑΠΘ Γιώργο Σαββίδη, η καθυστέρηση της έκδοσης του εγγράφου οφειλόταν «[…] σε μια κακώς εννοούμενη, αλλά συνηθέστατη, προστατευτική πολιτική, απέναντι στην υστεροφημία ενός μεγάλου συγγραφέα ή […] σε μια τελικώς εξω-επιστημονική προκατάληψη, που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αλλιώς, νομίζω, παρά ως αντιθρησκοληψία ή τάχα φωτισμένη λογοκρισία».

Ο Μάριο Βίττι, στη νεότερη έκδοση της «Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», σε υποσημείωση αναφέρεται στη δημοσίευση των «Απομνημονευμάτων» από τον Βλαχογιάννη και προσθέτει: «Η δημοσίευση ενός άλλου κειμένου του Μακρυγιάννη, που τιτλοφορήθηκε “Οράματα και Θάματα” (1983), προκάλεσε αμηχανία για τον χαρακτηρισμό της προσωπικότητας του στρατηγού.»

Ο Νίκος Θεοτοκάς στη μελέτη του «Ο βίος του στρατηγού Μακρυγιάννη. Απομνημόνευμα και ιστορία», εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2012, παρατηρεί: «Με την έκδοση του βιβλίου “Οράματα και Θάματα”, το 1983, η έως τότε παραδεδεγμένη δημόσια εικόνα του Μακρυγιάννη τέθηκε υπό διερεύνηση. Με το που κυκλοφόρησε αυτό το “νέο” έργο τού “πατριδοφύλακα” στρατηγού, ξεκίνησε η συζήτηση για τη σημασία και το βάρος που έχει ή που θα μπορούσε να έχει τούτη η νέα μαρτυρία στην εθνική μας αυτογνωσία αλλά και στα ιστοριογραφικά μας δρώμενα. Θα περιοριστώ στο δεύτερο. Το άγνωστο, μέχρι τότε, γραπτό τού Μακρυγιάννη ήρθε να ταράξει κατεστημένες βεβαιότητες, να τροφοδοτήσει νέους προβληματισμούς, μα και οξύτατες αντιπαραθέσεις και διαμάχες.»

Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΜΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ νεοελληνικής λογοτεχνίας στο Αριστοτέλειο ΠΘ Λίνος Πολίτης, που με αγάπη επιστημονική και υπευθυνότητα φιλολογική παρακολούθησε τη σύνθεση και έκδοση του τόμου «Οράματα και θάματα», στον πρόλογό του (σελ. 7-19) γράφει: «Το καινούργιο έργο του Μακρυγιάννη δεν έχει βέβαια την αξία των “Απομνημονευμάτων” […] Η –ενοχλητική για μας σήμερα– θρησκοληψία του γερασμένου Μακρυγιάννη, είναι ωστόσο πολύ συγκινητική, καθώς βλέπουμε τον γενναίο και άλλοτε αγέρωχο στρατηγό να υποφέρει όσα υποφέρει και να καταφεύγει για ανακούφιση στις μετάνοιες και στις προσευχές.» Ο Λίνος Πολίτης αναφέρεται στον διάλογο του Βλαχογιάννη με τον Θεοτοκά, συνεχίζοντας: «Αλλά ο Θεοτοκάς προσθέτει: “Συμπεραίνω πως η μυστικιστική αυτή εξομολόγηση μπορεί να είναι κάτι καταπληκτικά ενδιαφέρον, ένα από τα γνήσια διαμάντια του νεοελληνικού λόγου. Ο Βλαχογιάννης με το πνεύμα της εποχής του, δεν μπορούσε ίσως να συλλάβει όλη την ψυχολογική και λογοτεχνική σημασία ενός τέτοιου «τρελού» έργου. Εμείς όμως, που τόσο ασχοληθήκαμε και εξοικειωθήκαμε με το στοιχείο «όνειρο», είναι πιθανό να βρούμε σ’ αυτό το τετράδιο σελίδες συναρπαστικές”.»

Και ο Λίνος Πολίτης καταλήγει: «(“Τα Οράματα και θάματα”) το βέβαιο είναι ότι αποτελούν τη συγκινητική αποκάλυψη μιας ταλαιπωρημένης και δυστυχισμένης ψυχής.» Προσωπικά, ασχολούμενος με τον στρατηγό Μακρυγιάννη και τα δύο έργα του, πήρα βοήθεια από το Αφιέρωμα στον Μακρυγιάννη του περιοδικού Διαβάζω, τ. 101/5.9.84 που περιέχει πολύ σημαντικά άρθρα που είναι κυρίως προσανατολισμένα στο νέο έργο του Μακρυγιάννη.

Η ΘΕΣΗ και το συμπέρασμά μας είναι ότι οφείλουμε να δούμε τον Μακρυγιάννη από την αρχή. Ως φορέα του νεοελληνικού πολιτισμού και της νεοελληνικής ταυτότητας. «Από το λαϊκό πανεπιστήμιο του Γένους βγήκαν ο Μακρυγιάννης και ο Θεόφιλος» γράφει ο Νίκος Ματσούκας, («Ελληνορθόδοξη Παράδοση και Δυτικός Πολιτισμός», 1985). Θα κερδίσουμε αν δούμε το Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών αυτού του Πανεπιστημίου…

*Ο Θανάσης Μουσόπουλος είναι φιλόλογος, συγγραφέας και ποιητής

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!