του Δημήτρη Μπελαντή

Επαναλαμβάνοντας τις δηλώσεις του της ημέρας επετείου του Πολυτεχνείου αλλά και οξύνοντάς τις, ο υπουργός, κατ’ ευφημισμόν, Προστασίας του Πολίτη κ. Χρυσοχοΐδης δήλωσε στις 6 Δεκεμβρίου ότι οι πορείες όπως του Πολυτεχνείου ή της επετείου δολοφονίας του Αλέξη Γρηγορόπουλου, επειδή έχουν εκφυλισθεί και αφορούν λίγους πια, «έχουν τελειώσει». Συνέχισε λέγοντας ότι: «Θα πάρει λίγο χρόνο αλλά έχουν τελειώσει.»

ΕΠΕΙΔΗ ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ Δημόσιας Τάξης δεν είναι φιλόσοφοι ή κοινωνιολόγοι, είναι βέβαιο ότι αυτή η τοποθέτηση έχει κανονιστικό και όχι διαπιστωτικό χαρακτήρα. Δεν μας αποκαλύπτει ότι δεν θα επιθυμούν να πηγαίνουν πολλοί πολίτες τα επόμενα χρόνια στις πορείες αυτές, αλλά ότι οι συγκεκριμένες πορείες αυτές κάθε χρόνο θα απαγορεύονται ανεξάρτητα από την ύπαρξη λοκντάουν ή πανδημίας ή όχι. Όπως είχαμε επισημάνει και σε προηγούμενο άρθρο μας (1), ο υπουργός και η κυβέρνηση με αφορμή την πανδημία του Covid-19 εγκαινιάζουν μια πάγια πρακτική υπερεκτεταμένης, σε χώρο και χρόνο, απαγόρευσης δημοσίων συναθροίσεων, παρά και εναντίον των προδιαγραφών της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 11 παρ. 2 του Συντάγματος. Σήμερα συγκεκριμένων πολιτικών συναθροίσεων, που είναι «ύποπτες» διατάραξης της δημόσιας τάξης, αύριο πρακτικά όλων των ανεπιθύμητων. Αυτό είχε αρχίσει να διαφαίνεται καθαρά και με τον νέο νόμο του περασμένου καλοκαιριού για τις συναθροίσεις (ν. 4703/2020) όπου τέθηκαν τέτοιοι όροι, περιορισμοί και συνέπειες ώστε η άσκηση αυτού του συλλογικού πολιτικού δικαιώματος να καθίσταται σχεδόν ανέφικτη. Επίσης, είχε διαφανεί και προ της κυβέρνησης αυτής, όταν στα χρόνια των μνημονίων, από το 2010 μέχρι σήμερα ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, όλες οι βασικές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας του λαού προβοκαρίστηκαν (Μαρφίν), πνίγηκαν στα χημικά (καλοκαίρι 2011, Φεβρουάριος 2012, ψηφίσεις μνημονίων του ΣΥΡΙΖΑ) και χτυπήθηκαν από μια ωμή καταστολή. Είναι, όμως, βέβαιο ότι η συγκεκριμένη κυβέρνηση έχει ένα πιο συνεκτικό και πιο βίαιο πρόγραμμα καταστολής: ακραία αστυνομοκρατία, δημιουργία πολυάριθμων στρατιωτικών τμημάτων της αστυνομίας, πανεπιστημιακή αστυνομία, αύρες, χρήση νερού κατά διαδηλώσεων, κακοποίηση συλληφθέντων κ.λπ. Επίσης, η συγκεκριμένη κυβέρνηση και ο συγκεκριμένος υπουργός κλείνουν συνεχώς το μάτι στα αστυνομικά όργανα καταστολής ταραχών με το νόημα ότι «το κράτος είστε εσείς» και «μπορείτε να κάνετε πρακτικά οτιδήποτε θέλετε» – αν και η τροπολογία του κ. Σπίρτζη για τους μισθούς των αστυνομικών σε ύποπτο χρόνο δείχνει ότι και η αξιωματική αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις διαμαρτυρίες της, δεν σκέφτεται πολύ διαφορετικά. Πρόκειται για μια στρατηγική του κράτους και όχι μόνο των διαχειριστικών κομμάτων διακυβέρνησης, ενδεχομένως δε και για μια διεθνή πια στρατηγική των κυρίαρχων κύκλων (2), αν ληφθεί υπόψιν και η εμπειρία του νόμου Μακρόν και των επιτυχών μαζικών αντιδράσεων σε αυτόν. Το πανδαιμόνιο προσαγωγών και συλλήψεων στις 6 Δεκέμβρη, περιλαμβανομένων και των συλλήψεων δύο βασικών δικηγόρων πολιτικής αγωγής στη δίκη της Χρυσής Αυγής, αλλά και η νομιμοποίηση ουσιαστικά των υπέρμετρων απαγορεύσεων από την Επιτροπή Αναστολών του ΣτΕ αποτελούν σημαντικές ακόμη παραμέτρους αυτής της κατεύθυνσης.

Δρώντας με τον τρόπο αυτόν, οι φορείς της κυβερνητικής και της εκτελεστικής εξουσίας διαμορφώνουν σταδιακά μια νέα έννοια και προσέγγιση του δημόσιου χώρου. Ως «δημόσιος χώρος» δεν νοείται πια ο χώρος όπου τοπικά και διανοητικά ασκούνται ατομικά και συλλογικά δικαιώματα, κατοχυρωμένα στο Σύνταγμα, και ιδίως συλλογικά πολιτικά δικαιώματα που συμβάλλουν στη διαμόρφωση της «βούλησης του λαού» και συνιστούν εκδήλωση της ίδιας της λαϊκής κυριαρχίας (άρθρο 1του Σ.), η οποία δεν εκδηλώνεται, άλλωστε, μόνο την ημέρα των εκλογών (3). Στο βαθμό που τα συλλογικά πολιτικά δικαιώματα ή και ορισμένα ατομικά δικαιώματα έχουν πολιτική λειτουργία (ελευθερία του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, ελευθερία πολιτικής έκφρασης, ίση πολιτική ελευθερία, ελευθερία συνέρχεσθαι, συνεταιρισμού, ελευθερία οργάνωσης των πολιτικών κομμάτων και συμμετοχής σε αυτά, ελευθερία στην πληροφόρηση κ.ά., κατά προέκταση και τα αναγκαία συλλογικά εργασιακά δικαιώματα στον συνδικαλισμό, στην απεργία κ.λπ.), ο υπέρμετρος περιορισμός ή αναστολή τους τα αποδυναμώνει ως δικαιώματα και προοπτικά μπορεί και να τα αναστείλει πλήρως. Η αναστολή των δικαιωμάτων με πολιτική λειτουργία, αν ολοκληρωθεί, σημαίνει αναστολή ή και άρση του κοινοβουλευτικού δημοκρατικού πολιτεύματος, που προβλέπει το Σύνταγμα, η οποία, πρακτικά, μπορεί να συμβεί και άτυπα ακόμη, χωρίς να ενεργοποιηθεί το άρθρο 48 του Σ. (κατάσταση πολιορκίας).

Η παγκόσμια καπιταλιστική τάξη, από ένα σημείο της εξέλιξής της και μετά, εγκαταλείπει τον δημόσιο χώρο: ως χώρο όπου συνοικεί και συνυπάρχει με τις άλλες τάξεις, όπου συνομιλεί μαζί τους, όπου συμμετέχει με ενεργό τρόπο στην πολιτική. Αποδρά γεωγραφικά αλλά αποδρά και από τη δημοκρατία, αποσυρόμενη από κάθε γνήσια ηγεμονική πολιτική

ΤΙ ΕΙΝΑΙ, λοιπόν, ο «δημόσιος χώρος» που προκύπτει από τέτοιες απαγορεύσεις άσκησης δικαιωμάτων; Είναι τοπολογικά αλλά και νοητικά μια απόλυτη αγορά. Η έννοια της «αγοράς εμπορευμάτων» ως λόγου περιορισμού των συναθροίσεων υπάρχει, πάντως, ήδη στο Σύνταγμα του 1975: «μπορούν να απαγορευθούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής… σε ορισμένη δε περιοχή αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, όπως ο νόμος ορίζει», άρθρο 11 παρ. 2 Σ. Όμως, στη λογική του συντακτικού νομοθέτη, δεν εθεωρείτο μια μορφή συναθροίσεων (π.χ. η ετήσια πορεία του Πολυτεχνείου) μονίμως και μη ειδικά αιτιολογημένα ως πάγια σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής. Ή ως πάγια «μη ειρηνική» και απειλητική για τη δημόσια ασφάλεια. Η σημερινή νεοφιλελεύθερη αλλά συνάμα και έντονα κρατιστική εκτελεστική εξουσία αντιδιαστέλλει απόλυτα την αγορά στα δημόσια δικαιώματα των πολιτών. Προστατεύει αποκλειστικά τα δικαιώματα των ιδιωτών που θέλουν να πουλήσουν ή να αγοράσουν καπιταλιστικά εμπορεύματα και υπηρεσίες, και μάλιστα ακόμη και σε εποχές λοκντάουν, όπου αυτή η δραστηριότητα είναι τραγικά περιορισμένη από το ίδιο το κράτος. Προστατεύει απόλυτα, και χωρίς στάθμιση, αυτόν που κυκλοφορεί το αυτοκίνητό του, αυτόν που πάει ή έρχεται από τη διαδικασία πώλησης της εργατικής του δύναμης (τη δουλειά του), αυτόν που νιώθει ως «ιδιώτης» μια πάγια αντιπάθεια ή και εχθρότητα σε όσους σωστά ή λάθος, ειρηνικά ή βίαια, διαδηλώνουν για κάτι και λειτουργούν συλλογικά. Προστατεύει απόλυτα αυτόν που εύλογα φοβάται μην του «σπάσουν» το μαγαζί, αν και, χωρίς βέβαια να συμφωνούμε διόλου με αυτήν την πρακτική, η συνταγματική μηχανική του αστικοδημοκρατικού πολιτεύματος είναι μια μηχανική που αναλαμβάνει και ρίσκα, προσπαθώντας πάντοτε να σταθμίσει ή και να περιορίσει τον κίνδυνο. Χωρίς καθόλου ρίσκα από την άσκηση των συλλογικών δικαιωμάτων, μένουν μόνο τα καθαρώς ατομικά δικαιώματα και μάλιστα τα ατομικά που δεν έχουν καμία πολιτική έκφανση ή λειτουργία, ιδίως το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και της οικονομικής επιχείρησης και το δικαίωμα να πουλάς, να αγοράζεις ή πλέον και να «νοικιάζεις» μέσω τρίτου την εργατική δύναμη. Ενδεχομένως, και το «δικαίωμα στην ετερότητα» (4).

Μέσα από την πρακτική αναστολή των δημοσίων συναθροίσεων, όπως προχωρά ως διαδικασία, αλλά και μέσα από τις ιδιωτικοποιήσεις των δημοσίων επιχειρήσεων και των «κοινών αγαθών» (5), την πλήρη κατάργηση των κοινοχρήστων πραγμάτων (π.χ. ΤΑΙΠΕΔ-Υπερταμείο, αλλά και περίφραξη πλήρης των παραλιών ως νέα δυνατότητα), μέσα από την πτώχευση του πολιτισμού, πλέον μέσα και από την άρση της υλικής-φυσικής συνύπαρξης, η κοινωνικότητα και ο δημόσιος χώρος, όπως υπήρχαν μεταπολεμικά διεθνώς και μετά το 1974 στην Ελλάδα, τείνουν να καταρρεύσουν ή να καταργηθούν. Οι ίδιοι νεοφιλελεύθεροι που κατηγορούσαν τα καθεστώτα του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού» ότι είχαν καταργήσει την «κοινωνία των πολιτών» νοούν σήμερα ως «κοινωνία των πολιτών» αποκλειστικά τις ΜΚΟ, τα δίκτυα του επιχειρείν, και από αυτά όχι όλα, και τη δική τους διεθνή «κοινωνία των κολλητών». Τα δε κοινοβουλευτικά κόμματα είναι, με κάποιες εξαιρέσεις ίσως, σκέτες επιχειρήσεις.

ΟΠΩΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ στο υπέροχο έργο του «Η εξέγερση των ελίτ και η προδοσία της δημοκρατίας» ο πρόωρα χαμένος Αμερικανός φιλόσοφος Κρίστοφερ Λας (Christopher Lasch, έργο του 1994, ελλ. έκδοση, Θεσσαλονίκη 2004, Νησίδες, μετάφραση-επιμέλεια Β. Τομανάς), η παγκόσμια καπιταλιστική τάξη, από ένα σημείο της εξέλιξής της και μετά, εγκαταλείπει τον δημόσιο χώρο: ως χώρο όπου συνοικεί και συνυπάρχει με τις άλλες τάξεις, όπου συνομιλεί μαζί τους, όπου συμμετέχει με ενεργό τρόπο στην πολιτική. Αποδρά γεωγραφικά αλλά αποδρά και από τη δημοκρατία, αποσυρόμενη από κάθε γνήσια ηγεμονική πολιτική. Το σχετικά αστείο περιστατικό με τον πλούσιο κύριο που «διαφημίζει», εν μέσω λοκντάουν, το σπίτι του στο πολυτελές Μπάντεν Μπάντεν και την Άστον Μάρτιν του είναι χαρακτηριστικό ενός ναρκισσιστικού και ενδοστραμμένου στην επίδειξη πλούτου επιχειρηματικού στρώματος που έχει διαρραγεί από, αλλά και καταστρέψει, όσο μπορεί, τη δημόσια σφαίρα. Με την οποίαν δεν έχει τίποτε το κοινό, κανέναν δεσμό.

Παραπομπές

  • «Η Δεξιά, η Αριστερά και τα σύμβολα» , Δρόμος της Αριστεράς της 21-11-2020
  • Δες και το πρόσφατο ενδιαφέρον άρθρο του Χριστόφορου  Σεβαστίδη, προέδρου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων –λινκ  https://www.dikastiko.gr/articles/chr-sevastidis-moiraies-sygkriseis-ena-scholio-gia-ti-nea-apagoreysi-ton-synathroiseon
  • Βλ. σε Γ. Κασιμάτη « Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ –Οι λειτουργίες του κράτους», τ. α’ , Αθήνα-Κομοτηνή 1980, σελ. 158 και επ.
  • Δεν είναι τυχαίο ότι τα Τμήματα Δικαιωμάτων των αριστερών κομμάτων διεθνώς ασχολούνται μόνο με την «ετερότητα» και το μεταναστευτικό.
  • Βλ. για την έννοια των «κοινών αγαθών» και σε Γ. Λιερού «Κοινά, κοινότητες, κοινοκτημοσύνη, κομμουνισμός», Αθήνα 2016, Εκδόσεις των Συναδέλφων.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!