Ξεκίνησε η αδειοδοτική διαδικασία, με τη γαλλική Nexans να καταθέτει επίσημα αιτήματα για τη διεξαγωγή θαλάσσιων ερευνών στις ελληνικές και κυπριακές αρχές. Το γαλλικό ερευνητικό πλοίο αναμένεται στην περιοχή στα τέλη Οκτωβρίου, οπότε και προβλέπεται να εκδοθούν οι αντίστοιχες NAVTEX.
Η ελληνική κυβέρνηση εμφανίζεται αισιόδοξη, παρουσιάζοντας την εμπλοκή των Γάλλων (Nexans και Meridiam) στο έργο αλλά και την πρόσφατη επίσκεψη Ρούμπιο (ασχέτως αν αυτή επισκιάστηκε από την αποπομπή Γκίλφοϊλ) ως εγγύηση για την ασφαλή διεξαγωγή των ερευνών. Τίποτα, ωστόσο, δεν έχει διασφαλιστεί. Η Τουρκία δεν έχει υποχωρήσει από τις αξιώσεις της, επιμένοντας ότι οποιαδήποτε έρευνα σε θαλάσσιες περιοχές που θεωρεί τουρκική υφαλοκρηπίδα προϋποθέτει προηγούμενη συνεννόηση μαζί της. Άλλωστε, το προηγούμενο της Κάσου, το καλοκαίρι του 2024, παραμένει ανοιχτό.
Συνεχίζει τις προκλήσεις και τα τετελεσμένα
Στο μεταξύ, η Άγκυρα συνεχίζει να αμφισβητεί εμπράκτως τις ελληνικές αρμοδιότητες στην Ανατολική Μεσόγειο. Στις 16 Οκτωβρίου εξέδωσε αντι-NAVTEX για την πολυεθνική άσκηση «Ευνομία» της 19ης Οκτωβρίου, νότια του Καστελλόριζου, αμφισβητώντας την αρμοδιότητα του σταθμού Ηρακλείου και διεκδικώντας εκείνη της Αττάλειας. Πρόκειται για θαλάσσια περιοχή από την οποία σχεδιάζεται να διέλθει και το γαλλικό ερευνητικό πλοίο του καλωδίου, χωρίς η τουρκική κίνηση να αφορά ακόμη ευθέως τις έρευνες.
Παράλληλα, στη Λιβύη, η Άγκυρα φέρεται να ασκεί πιέσεις προς τον Σαντάμ Χαφτάρ για την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή της ανατολικής Λιβύης, μετά την αλλαγή της ηγεσίας της. Από την άλλη, η κυβέρνηση της Τρίπολης επαναφέρει, με ρηματική διακοίνωση που δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα, τις αντιρρήσεις της στις ελληνικές έρευνες νοτίως της Κρήτης, απειλώντας με αναστολή των συνομιλιών οριοθέτησης. Οι αμφισβητήσεις πολλαπλασιάζονται, ενώ τα ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων παραμένουν ανοιχτά.
Τρία κρίσιμα ερωτήματα
Εν αναμονή της ελληνικής NAVTEX, τρία είναι τα κρίσιμα ερωτήματα που μένει να απαντηθούν:
Πρώτον, ποιος θα έχει τον πραγματικό έλεγχο των ερευνών; Η μεταφορά μεγαλύτερου μέρους του επιχειρησιακού και επενδυτικού βάρους στη γαλλική πλευρά ενδέχεται να διευκολύνει την επανεκκίνηση. Δεν απαντά, όμως, από μόνη της στο ερώτημα των τουρκικών αξιώσεων.
Δεύτερον, θα αναζητηθεί φόρμουλα συνεννόησης με την Τουρκία; Το πρόβλημα δεν είναι η απλή ενημέρωση για λόγους ναυσιπλοΐας, αλλά αν αυτή μετατραπεί στην πράξη σε διαδικασία προηγούμενης συναίνεσης. Πρόκειται για ουσιαστική διαφορά με πιθανές μακροπρόθεσμες συνέπειες.
Τρίτον, τι θα συμβεί όταν το ερευνητικό πλοίο φτάσει στην επίμαχη περιοχή; Θα έχουμε το προηγούμενο της Κάσου το 2024 με την παρουσία του τουρκικού ναυτικού να εμποδίζει την πόντιση; Και ποιος θα είναι ο ρόλος των υποτιθέμενων εγγυητών (ΗΠΑ, Ισραήλ και Γαλλία);
Όλα δείχνουν ότι αναζητείται κάποια φόρμουλα συνεννόησης με την τουρκική πλευρά με μεσολάβηση των Γάλλων (οι οποίοι μάλιστα θυμίζουμε πως πρόσφατα προχώρησαν σε συμφωνίες με την Άγκυρα που ενισχύουν την αμυντική τους συνεργασία). Παρ’ όλα αυτά, η Τουρκία εμφανίζεται αδιάλλακτη, μη αποδεχόμενη μια απλή ενημέρωση, αλλά απαιτώντας ουσιαστικά να έχει τον τελευταίο λόγο για κάθε ενέργεια στην περιοχή. Η επένδυση ενός εθνικής σημασίας έργου (όπως η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου) στα γεωπολιτικά παζάρια και τις προνομιακές σχέσεις με ΗΠΑ και Ισραήλ, αντί να θωρακίσει το έργο, το καθιστά όλο και πιο επισφαλές, αφήνοντας τη χώρα πολλαπλά εκτεθειμένη στις ενεργειακές καταιγίδες που πυκνώνουν.





































































