O Βάσος Λυσσαρίδης γεννήθηκε στο χωριό Λεύκαρα στις 13 Μαΐου του 1920.

Αποφοίτησε από το Παγκύπριο Γυμνάσιο και την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με άριστα.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του οργάνωσε την Πανσπουδαστική Επιτροπή Κυπριακού Αγώνα (με συμμετοχή όλων των νεολαιών) της οποίας υπήρξε πρόεδρος. Η επιτροπή πρωτοστάτησε στις μαζικές εκδηλώσεις για την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, παρά το γεγονός ότι οι πλείστες πολιτικές δυνάμεις αντιδρούσαν στην ανακίνηση του Κυπριακού, γιατί αυτό θα υπονόμευε τις σχέσεις με τη Μεγάλη Βρετανία. Την ίδια περίοδο ήταν γ.γ. της Συντονιστικής Επιτροπής Κυπριακών Σωματείων της Ελλάδας, καθώς επίσης και υπεύθυνος της εθνικοτοπικής Κύπρου στο ΕΑΜ.

Επιστρέφοντας στην Κύπρο μετά τις σπουδές του υπήρξε πρόεδρος του Κινήματος Ειρήνης, θέση από την οποία παραιτήθηκε με την εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στην Ουγγαρία.

Με την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα εντάχθηκε στην ΕOΚΑ. Του απονεμήθηκε ο τίτλος του πολιτικού τομεάρχη.

Αντιπροσώπευσε την ΕOΚΑ στη σύσκεψη Λονδίνου και καταψήφισε τις συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, τονίζοντας ότι νομιμοποιούν τη στρατιωτικοπολιτική παρουσία της Τουρκίας και οδηγούν σε αδιέξοδα τα οποία θα τύχουν εκμετάλλευσης από τη Μ. Βρετανία και την Τουρκία.

Το 1963 κατά τη διάρκεια της τουρκοκυπριακής ανταρσίας υπήρξε ηγέτης του λαϊκού στρατού (υπό την αιγίδα του κράτους) που απελευθέρωσε τον Πενταδάκτυλο.

Υπήρξε ενεργό στέλεχος στον αντιχουντικό αγώνα με διασυνδέσεις με τις οργανώσεις αντίστασης του ελληνικού λαού. Σε αυτή του τη δράση συνάντησε αρκετά εμπόδια λόγω της αντίληψης που επικρατούσε στην Κύπρο για εξίσωση «βίας και αντιβίας», δηλαδή υπονόμευσης του κράτους και προάσπισής του.

Ακόμα και η κυπριακή Βουλή στρεφόταν προς φίμωση κάθε φωνής που αποκάλυπτε τον ρόλο της χούντας, για να «μη διασαλευθούν» δήθεν οι σχέσεις Κύπρου με το εθνικό κέντρο (χούντα).

Πρωτοστάτησε στην αντίσταση ενάντια στον προδοτική στάση της ΕOΚΑ Β και ενάντια στο πραξικόπημα. Με τη στάση του στις 15 Αυγούστου 1974 κατά τη διάρκεια της σύσκεψης της Κυπριακής Πολιτικής ηγεσίας υπό την απειλή ενόπλων υποστηρικτών του πραξικοπήματος, ματαίωσε την αποδοχή του Σχεδίου Γκιουνές, το οποίο προνοούσε «ειρηνική» τουρκική κατοχή. Τα αυτόματα σίγησαν. Έτσι εγκαινίασε το σύνθημα «δεν υπάρχουν προδότες λαοί, αλλά προδομένοι» και όσοι παρασύρθηκαν από καλόηχα συνθήματα και είδαν τώρα την πραγματικότητα έχουν θέση στην εθνική οικογένεια.

Τόνισε στην περιβόητη συνεδρίαση ότι η μεταπραξικοπηματική κατάσταση ήταν παράνομη και μόνο με την επάνοδο του νομίμως εκλεγέντος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου αποκαθίστατο η νομιμότητα. Αυτή η δραστηριότητα, η ανάγκη κατασίγασης αυτής της φωνής και εδραίωσης του μεταπραξικοπήματος, οδήγησε στην απόπειρα δολοφονίας του στις 30 Αυγούστου 1974 που είχε ως αποτέλεσμα τη δολοφονία του Δώρου Λοΐζου.

Το 1969 ίδρυσε την ΕΔΕΚ της οποίας υπήρξε πρόεδρος μέχρι το 2001 και κατόπιν επίτιμος πρόεδρος μέχρι τον θάνατό του.

Υπήρξε αντιπρόεδρος της Oργάνωσης Αφρικανοασιατικής Αλληλεγγύης και υπεύθυνος (γ.γ.) της Οργάνωσης Αλληλεγγύης προς τους λαούς της Νότιας Αφρικής και για την απελευθέρωση του Μαντέλα (ICSA) με δεκάδες συγκεντρώσεις σ’ όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Συνδέθηκε στενά με το παγκόσμιο εθνικό-απελευθερωτικό κίνημα και κυρίως της Αφρικής, τους ηγέτες του οποίου φιλοξένησε κατ’ επανάληψη και είχε στενή συνεργασία (Γκαμπράλ της Γουϊνέας Μπισσάου, Νέτο της Αγκόλας, Τάμπο της Ν. Αφρικής, Ντος Σάντος της Μοζαμβίκης Σαμ Νουτζόμε της Ναμίμπια και με ξένους Ευρωπαίους ηγέτες όπως ο Oύλωφ Πάλμε, Βίλυ Μπραντ, Φρανσουά Μιτεράν, Nάσερ). Επίσης αδελφική και μακρά φιλία τον συνέδεε με τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ακόμα, στενή συνεργασία ανέπτυξε με τον Παλαιστίνιο ηγέτη Γιασέρ Αραφάτ και τον πρόεδρο της Κούβας Φιντέλ Κάστρο.

Το 1960 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής του Πατριωτικού Μετώπου (που περιελάμβανε όλες τις τάσεις που έλαβαν μέρος στον αντιαποικιακό αγώνα) και κατέχει το αξίωμα του βουλευτή μέχρι το 2006. Διετέλεσε πρόεδρος της κυπριακής Βουλής (1985-1991).

Πρωτοπόρος και επιτυχημένος γιατρός, άσκησε την ιατρική για δεκαετίες και γι’ αυτό ο λαός υποκατέστησε το ονοματεπώνυμο με το προσωνύμιο γιατρός. Υπήρξε πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Ιπποκράτης και του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου, του οποίου είναι επίτιμος πρόεδρος. Υπήρξε προσωπικός γιατρός του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Έγραφε ποίηση και ζωγράφιζε. Πραγματοποίησε πολλές ατομικές και ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής σε Ελλάδα και Κύπρο.

Το 1996 αναγορεύθηκε επίτιμος Διδάκτορας του Πάντειου Πανεπιστημίου. Τον Ιούνιο του 2002 σε επίσκεψή του στη Ραμάλα, ο Παλαιστίνιος ηγέτης Γιασέρ Αραφάτ, μετά από ομόφωνη απόφαση του υπουργικού του συμβουλίου του απένειμε την Ανώτατη Τιμητική Διάκριση της Παλαιστινιακής Αρχής. Έχει ανακηρυχθεί επίτιμος Δημότης πολλών ελληνικών δήμων.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του παρέμεινε πιστός στις ιδέες του, πάντα παρών στον αγώνα για την Ανεξαρτησία και τη Δημοκρατία. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του πλειοψηφικού ρεύματος του «Όχι» στο σχέδιο Ανάν και στη συνέχεια τάχθηκε ενάντια στις διαρκείς υποχωρήσεις των κυβερνήσεων ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, στο όνομα του διαλόγου. Οι παρεμβάσεις του αυτά τα χρόνια, είχαν τον χαρακτήρα μιας διαρκούς προειδοποίησης μπροστά στον κίνδυνο αυτοαναίρεσης της ίδιας της υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πάντα με μια ματιά νεανική και οραματική, με πίστη πως η ελευθερία και ο ελληνισμός είναι έννοιες βαθιά συνδεδεμένες.

Ήταν παντρεμένος με τη Barbara Cornwall, δημοσιογράφο και συγγραφέα, που έζησε με τους αντάρτες της Μοζαμβίκης και Γουϊνέας Μπισσάου και ένα από τα βιβλία που έγραψε αναφέρεται σε αυτή της την εμπειρία.

Πηγή: www.edek.org.cy

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!