Αν μη τι άλλο, η κυβέρνηση προσφέρει στιγμές διασκέδασης. Τις προάλλες, επέβαλε πλαφόν στις τιμές των καυσίμων και την επομένη το απέσυρε. Προφανώς οι βενζινοπώλες ήταν πολύ πιο «πειστικοί» στην επιχειρηματολογία και την πίεσή τους από τους οδηγούς φορτηγών, έναντι των οποίων η κυβέρνηση επέδειξε θεαματική ακαμψία. Ή μήπως συμβαίνει κάτι άλλο;

Η αλήθεια είναι ότι η επιβολή μιας ανώτατης τιμής σε ένα αγαθό βρίσκεται σε κραυγαλέα αντίθεση με τη, νεοφιλελεύθερης πνοής, αντίληψη περί «απελευθέρωσης» κάθε αγοράς προϊόντων και υπηρεσιών. Αλλά δεν νομίζω ότι τους υφισταμένους της τρόικας τους απασχολεί η «φιλοσοφική συνοχή» των πολιτικών τους. Παρ’ ότι όλες οι παρεμβάσεις γίνονται στο όνομα του «ανταγωνισμού», η εξασφάλισή του γίνεται αλά κάρτ. Παράδειγμα, στην αγορά καυσίμων, η κυβέρνηση επέδειξε σπουδή να περιορίσει το εμπορικό κέρδος των πρατηριούχων, που ιδιαίτερα στην Αττική είναι κατ’ εξοχήν ανοικτός και «απελευθερωμένος» κλάδος, αλλά θεώρησε αδιανόητο να παρέμβει στις τιμές διυλιστηρίου όπου επικρατούν μονοπωλιακές συνθήκες και το καπιταλιστικό κέρδος καθορίζεται στο απόλυτα αδιαφανές περιβάλλον της διεθνούς αγοράς-καζίνο του μαύρου χρυσού.
Κάτι ανάλογο συνέβη και με την τιμή του ψωμιού. Υποτίθεται ότι η κυβέρνηση και η Επιτροπή Ανταγωνισμού πίεσαν και «έπεισαν» τους αλευροβιομήχανους να πάρουν πίσω αυξήσεις έως και 30% στις τιμές των αλεύρων, ώστε να μην αυξηθεί η τιμή του ψωμιού από τους αρτοποιούς και οι τελευταίοι με τη σειρά τους πείστηκαν να παγώσουν την τιμή του ψωμιού. Το αντάλλαγμα, όμως, ποιο ήταν; Διόλου τυχαία, λίγες εβδομάδες πριν οι αλευροβιομήχανοι εξαπολύσουν την επίθεση αυξήσεων στα άλευρα, με υπόμνημά τους απαιτούσαν «απελευθέρωση» και της αγοράς του ψωμιού από το «κλειστό» επάγγελμα των αρτοποιών, ώστε να επιτραπεί η πώλησή του από σούπερ μάρκετ και άλλα καταστήματα (το περίφημο bake off). Η κυβέρνηση έτεινε ευήκοον ους στο αίτημα και έχει περιλάβει και τα αρτοποιεία (όπως και τα βενζινάδικα) στα «απελευθερωτικά» της σχέδια.
Ποιο είναι το νόημα όλων αυτών των παλινδρομήσεων; Υποτίθεται ότι οι «απελευθερώσεις» των αγορών γίνονται εν ονόματι της πτώσης των τιμών των προϊόντων. Ωστόσο, σε κανένα σχεδόν κλάδο που έχει μέχρι τώρα υποστεί αυτού του είδους την «κάθαρση», δεν έχει προκύψει αυτόματα το επιθυμητό αποτέλεσμα. Αντιθέτως, το άνοιγμα μιας αγοράς αυξάνει τις ευκαιρίες μονοπώλησής της από τους μεγάλους του κλάδου και καταλήγει σε μονοπωλιακές τιμές, εξ ορισμού πολύ πάνω απ’ αυτό που ο Άνταμ Σμιθ όριζε ως «φυσική τιμή» του προϊόντος (με ό,τι αυτή περιλαμβάνει: μισθούς, γαιοπρόσοδο, κέρδος κάθε τμήματος του κεφαλαίου που απασχολήθηκε στην καλλιέργεια, την παραγωγή και τη μεταφορά ενός αγαθού).
Στον αναπόφευκτο ανταγωνισμό ανάμεσα στους μικρούς επιχειρηματίες και τα μονοπώλια κάθε «απελευθερωμένου» κλάδου για την κατανομή της υπεραξίας που υλοποιείται στην τελική τιμή κάθε αγαθού, η κυβέρνηση τοποθετείται, αποφασιστικά, υπέρ των δεύτερων και του μονοπωλιακού κέρδους τους. Αλλά καθώς αδυνατεί (και δεν θέλει) να συγκρατήσει την ορμή τους, εκτονώνει την αυστηρότητά της στους αδύναμους κρίκους της αλυσίδας, τους μικρούς παραγωγούς και πωλητές. Κατά συνέπεια, θα δούμε πολλά ακόμη οπερετικά επεισόδια ακροβασίας, ανάμεσα στην παροχή δικαιωμάτων ασυδοσίας στις «απελευθερωμένες» αγορές και παρεμβατισμού στη διαμόρφωση των τιμών τους. Και με τον αστυφύλαξ και με το χωροφύλαξ. Αρκεί να δέρνουν…
Σάιλοκ

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!