Σχολιάζει ο Δώρος Μελιανίτης
– Ο Λάκης Χαλκιάς, ο ευγενής αυτός άνθρωπος, ο σπουδαίος και πολυδιάστατος διάκονος της ελληνικής μουσικής παράδοσης, ατύχησε. Πέθανε αρχές Αυγούστου, την ώρα που το Πανελλήνιο ετοίμαζε τα μπαγκάζια του για τις διακοπές. Πού καιρός για πένθη και συγκινήσεις.
– Σε αντίθεση με τον Λάκη Χαλκιά, τον πρόωρα χαμένο τραγουδιστή Γιώργο Μαζωνάκη τον αποχαιρέτησαν αρίφνητα πλήθη λαού. Ομολογώ ότι δεν έχω καμία εξοικείωση ούτε με τα τραγούδια ούτε με τους χώρους που εμφανιζόταν ο μακαρίτης. Επιπλέον, η εκκεντρικότητα για την εκκεντρικότητα με ενοχλεί. Το θέμα μου όμως δεν είναι ούτε ο Γιώργος Μαζωνάκης ούτε οι επιδόσεις του. Το θέμα μου είναι οι πολλές χιλιάδες ανθρώπων που παντί τρόπο διαδήλωσαν τη θλίψη τους για τον εκδημήσαντα.
– Έναντι του πένθους και της διαχείρισής του οφείλουμε άπαντες να στεκόμαστε κλαρίνο. Εν προκειμένω όμως έχω την εντύπωση ότι δεν επρόκειτο, ούτε ακριβώς ούτε στο περίπου, για συμμετοχή σε πένθος. Πώς να το κάνουμε; Κανείς δεν πενθεί σε απευθείας σύνδεση. Σε απευθείας σύνδεση σκηνοθετεί τον εαυτό του. Και τα σηκωμένα τηλέφωνα που καταγράφουν τα τεκταινόμενα δεν εκφράζουν τη συμπάθεια, αλλά την αδημονία των κατόχων τους να χωρέσουν στο πλάνο της επικαιρότητας: «ήμουν κι εγώ εκεί»!
– Λένε πως ο Γιώργος Μαζωνάκης υπήρξε καλός άνθρωπος κι ότι βοήθησε με διακριτικότητα πολύ κόσμο. Και αυτό είναι νομίζω το πιο σημαντικό: ότι δεν προσπέρασε τους ανθρώπους που είχαν ανάγκη. Και είναι σημαντικό αυτό γιατί δεν το πράττουν και πολλοί. Μακριά από τη δική μας τύρβη, ας είναι αναπαυμένος ο άνθρωπος εκεί που είναι.
– Και όλοι εμείς που δεν είμαστε (ακόμη) εκεί, ας αξιωθούμε τη δική του καλή απολογία, έχοντας κατά νου αυτό το απολησμονημένο που στη δημοτική μας παράδοση ήταν κοινός τόπος: «Τούτη η γης που την πατούμε, / όλοι μέσα θε να μπούμε. / Τούτη η γης με τα χορτάρια, / τρώει νιους και παλικάρια».
– Η αποφυγή αυτού του φαγώματος, δηλαδή η παράταση ή ανάκτηση της νεότητας, είναι το διαρκές ζητούμενο, μόνο που η νεότητα έρχεται και παρέρχεται χωρίς να μπορεί να αγοραστεί από κανέναν πτυχιούχο μπαγαπόντη. Υπενθυμίζω το προφανές γιατί πάλι, ειδικοί κι ανειδίκευτοι από τον Κολωνό ίσαμε το Κολωνάκι, έπεσαν από τα σύννεφα που στο κέντρο της Αθήνας κόβουν και ράβουν, λέει, απατεώνες που μοσχοπουλάνε σε ματσωμένους (αφελείς, ματαιόδοξους ή απελπισμένους) φύκια για μεταξωτές κορδέλες.

Οι εικονιζόμενοι προαγωγοί της Υγείας είναι πεφτοσυννεφάκηδες, δηλαδή δεν γνώριζαν τίποτε για αυτό που γνωρίζει το πανελλήνιο: για γιατρούς-απατεώνες. Πού να ήξεραν και για τους γιατρούς-μαϊμούδες με τα αγορασμένα πτυχία…
– Θα μας απασχολήσουν για λίγο αυτές οι ιστορίες με τα ελιξίρια, αλλά από βδομάδα από δω παν κι οι άλλοι. Όταν έχεις πιάσει όχι πάτο αλλά απόπατο, η δυσοσμία δεν σε ξενίζει. Και ο κυνισμός έχει το πάνω χέρι: οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους, δεν λέμε; Το σημαντικό είναι να μην χαθεί το κέφι για «ζωή». Όσα πάνε κι όσα έρθουν. «Μια ζωή την έχουμε», δεν λέμε θυμοσοφώντας μετ’ ευτελείας;
– Το ξέρουν κι οι βορειοελλαδίτες. Η Θεσσαλονίκη μας κάποτε έβγαζε τα καλύτερα παιδιά. Σήμερα βγάζει πάρτι-άνιμαλ. Ω Ελλάς, ηρώων χώρα, τι γλεντζέδες βγάζεις τώρα! Μόλις την προηγούμενη εβδομάδα εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι στη συμπρωτεύουσα διαγκωνίστηκαν υπό βροχή για να βρουν μια καλή θέση ώστε να συνεορτάσουν με τον Αντώνη Ρέμο τα 30 χρόνια που κολλάει ένσημα στη νύχτα.
– Με συγχωρείτε. Αδίκησα τη «νύχτα» με τη διατύπωσή μου. Οι νύχτες δεν έχουν μόνο ελαφρότητες και λαϊφσταλιές. Έχουν φεγγάρια κι αναστεναγμούς. Όπως και οι πίστες δεν δεξιώνονται μόνο νεοπλουτικά τσαλίμια. Περιθάλπουν ζόρια κι αγκαλιές.
– Τα παραπάνω (με τις αντιφάσεις τους) αφορούν τις νύχτες μας. Οι μέρες μας πάνε κι έρχονται «με τον σουγιά στο κόκκαλο, με το λουρί στο σβέρκο». Και το χειρότερο δεν είναι αυτό. Το χειρότερο είναι που αυτό περνιέται για κανονικότητα χωρίς να μας τρομάζει. Μόνο που, όπως μας έμαθε ο Μάνος Χατζηδάκις, καλή του ώρα, «όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει».
– Σε άλλες σελίδες της εφημερίδας διαβάζετε, συνήθως, ενδιαφέροντες προβληματισμούς για το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας. Με την ανοχή σας επιτρέψτε μου να έχω τη βάσιμη υποψία ότι χώρα δεν υπάρχει. Ψευτοζούμε στην προσομοίωσή της.
– Με τις υγείες μας να ’ρθει ανάποδα ο ντουνιάς.
Οι Κασιδιάρηδες είναι μια κάποια λύσις
Αλλά για ποιον;
Παρότι στον τόπο μας υπάρχουν περιοχές όπως τα Καλάβρυτα, το Κομμένο, το Δίστομο, η Κάνδανος κ.ά. που γνώρισαν από πρώτο χέρι τα ναζιστικά εγκλήματα, ενθάδε υπάρχουν απολογητές και νοσταλγοί τους!
Και είναι όλοι τους θρασύδειλοι, όπως τα ινδάλματά τους. Οι επίγονοι των δοσίλογων μάλιστα τα τελευταία χρόνια κρύβουν τον κωλοπαιδισμό τους παριστάνοντας… τους πατριώτες!
Εντούτοις, στις Δημοκρατίες που πατούν στα πόδια τους δεν αρμόζουν οι δικολαβισμοί που αποκλείουν τους βραδύνοες από τις εκλογές. Στη δική μας δεν έχουν βρεθεί τα πατήματά της. Παραπαίει, μαδάει μαργαρίτες και μηχανοραφεί για να κρυφτεί κάτω από το χαλί το χάλι ενός συνονθυλεύματος που στεγάζει νεοναζί, χουντοβασιλικούς, παγανιστές, τη σάρα τη μάρα και το κακό συναπάντημα που ελπίζει ότι «ο Ηλίας» και οι φουσκωτοί θα καθαρίσουν για όσα αυτό καταπίνει αμάσητα.
Πολιτικά πάντως θα ήταν πιο πρόσφορο να απαντηθεί ποιος και γιατί δημιουργεί χώρο για να παραγοντίζουν οι κουραδόμαγκες με τις σβάστικες στα μπράτσα.






































































