επιμέλεια: Χριστόδουλος Δολαψάκης

Δέκα μήνες μετά την εμφάνιση της πανδημίας Covid-19 μία ιδιαίτερη κατηγορία ασθενών αρχίζει να περιγράφεται στις ειδήσεις και τις ιατρικές δημοσιεύσεις. Είναι αυτοί που νόσησαν από κορωνοϊό αλλά μήνες μετά εξακολουθούν να παρουσιάζουν συμπτώματα αποδιδόμενα σε αυτόν. Είναι οι επονομαζόμενοι «επί μακρόν» ασθενείς ή long-haulers. Στην κατηγορία αυτή δεν ανήκουν μόνο αυτοί που νόσησαν σοβαρά, νοσηλεύθηκαν ή και διασωληνώθηκαν (για τους οποίους αυξάνονται οι αποδείξεις ότι οι βλάβες σε ζωτικά όργανα αργούν να υποστρέψουν), αλλά και άνθρωποι που δε χρειάστηκε να νοσηλευτούν ή για τους οποίους δεν υπάρχει καν απόδειξη ότι προσβλήθηκαν από κορωνοϊό. Οι αναταραχές στην προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική ζωή του δυτικού κόσμου από την πανδημία Covid-19 ξεπερνούν τις καθαυτές «σωματικές» συνέπειες του ιού. Η σύγχρονη ιατρική συνηθίζει είτε να διαχωρίζει εντελώς αυτές τις δύο πλευρές (από εδώ οι ινωτικές βλάβες στον πνεύμονα και από εκεί το άγχος) ή να ταξινομεί τον συνδυασμό τους ως ξεχωριστή ασθένεια εάν πληρούνται κριτήρια (ινωτικές βλάβες+άγχος=long hauler). Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από μία επίκουρη καθηγήτρια του πανεπιστημίου του Τορόντο που αναγνωρίζει τον εαυτό της ως long-hauler.

«Είμαι ερευνήτρια στον τομέα της παγκόσμιας υγείας και ασχολούμαι με τη μελέτη των ανισοτήτων στο παγκόσμιο Νότο. Έπαιρνα πάντα τις απαραίτητες προφυλάξεις όταν δούλευα σε περιοχές όπου η ελονοσία ή ο δάγκειος πυρετός ενδημούν ώστε να μη μολυνθώ. Δεν περίμενα ποτέ ότι ο κίνδυνος μόλυνσης θα ήταν μεγαλύτερος στη μεγάλη, σύγχρονη πόλη του Καναδά όπου ζω… ώσπου ήρθε η πανδημία Covid-19. Κατά τη διάρκεια του λοκ-ντάουν ανέλαβα την κύρια ευθύνη για τη φροντίδα των παιδιών και τις δουλειές του νοικοκυριού, όπως οι περισσότερες εργαζόμενες μητέρες. Δούλευα αργά τη νύχτα για να μπορέσω να ολοκληρώσω τις ερευνητικές μου εργασίες. Κατά τη διάρκεια της ημέρας συνεχής διαδρομή μεταξύ δουλειάς, σπιτιού και σχολείου των παιδιών. Στα μέσα Μαΐου άρχισα να αισθάνομαι αδύναμη και είχα δυσκολία να αναπνεύσω. Στην αρχή νόμισα ότι ήμουν κουρασμένη από την έλλειψη ύπνου… όμως ήταν Covid-19. Τα συμπτώματα γρήγορα χειροτέρευσαν και σε λίγες μέρες δεν μπορούσα καν να σηκωθώ από το κρεβάτι, ανίκανη να δουλέψω ή να φροντίσω τα παιδιά μου, αγχωμένη. Ο γιατρός θεώρησε τα συμπτώματά μου ήπια και πρότεινε απομόνωση στο σπίτι και ξεκούραση. Γέλασα: Πώς κάποιος μπορεί να απομονωθεί και να ξεκουραστεί με τρία παιδιά μες στο σπίτι και τόση δουλειά να κάνει; Για τους επόμενους δύο μήνες είχα χάσει εντελώς τη γεύση και την όσφρησή μου και μία διαρκής κούραση με εξουθένωνε. Τέσσερις μήνες μετά, τα συμπτώματα δεν μου έχουν περάσει εντελώς. Είναι δύσκολο να συγκεντρωθώ… Μπορείτε να φανταστείτε έναν επιστήμονα που δε μπορεί να συγκεντρωθεί; Αυτός είμαι εγώ! Και το άγχος; Συνεχίζει να συσσωρεύεται, χωρίς να φαίνεται φως στον ορίζοντα.

Ανήκω λοιπόν σε αυτούς που έχουν πια ονομαστεί long-haulers, σε αυτούς δηλαδή που προσβλήθηκαν από Covid-19 και επιβίωσαν αλλά παρουσιάζουν ακόμα συμπτώματα. Η κόπωση είναι το πιο συχνό σύμπτωμα, αλλά πολλοί περιγράφουν αίσθημα παλμών, πόνο στις αρθρώσεις και δύσπνοια. Αρκετοί long-haulers βιώνουν εμμένουσα απώλεια γεύσης ή όσφρησης, και γνωσιακές διαταραχές σαν «ομίχλη μες στο μυαλό». Με λιγότερο από ένα έτος πανδημίας Covid-19, είναι νωρίς να πούμε αν οι long-haulers θα αναπτύξουν μία χρόνια αναπηρία και έτσι είναι νωρίς για να καταλάβω εάν τα συμπτώματά μου θα διαρκέσουν. Η ίδια αβεβαιότητα βασανίζει εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους σε όλον τον κόσμο.

Η πιθανότητα εμμενόντων συμπτωμάτων μετά από Covid-19 λοίμωξη είναι δύσκολο να προβλεφθεί και είναι ασαφές γιατί κάποιοι άνθρωποι προσβάλλονται χειρότερα από άλλους. Αλλά γνωρίζουμε ότι συμβαίνει: Σύμφωνα με μια μελέτη από την Ιταλία, μόνο το 12% των ασθενών που νοσηλεύθηκαν με Covid-19 δεν είχαν απολύτως κανένα σύμπτωμα δύο μήνες μετά. Το 32% είχε 1 ή 2 συμπτώματα και το 55% είχε 3 ή περισσότερα. Πολλοί άνθρωποι που βιώνουν μακροχρόνια συμπτώματα Covid-19 έχουν αρνητικό τεστ και δεν μπορούν να αποδείξουν ότι είχαν προσβληθεί στο παρελθόν. Από την άλλη, αρκετοί από αυτούς που ήταν θετικοί δεν είχαν νοσήσει τόσο σοβαρά ώστε να νοσηλευτούν. Ένα συχνό παράπονο των long-haulers είναι ότι οι γιατροί δε δίνουν σημασία στα συμπτώματά τους λέγοντας ότι είναι απλά αποτέλεσμα του στρες. Αυτό το επιπρόσθετο βάρος που επιφέρει η δυσπιστία των γιατρών για μία κατάσταση της οποίας η πρόγνωση είναι άγνωστη είναι βάρβαρο. Πολλοί βρίσκουν στήριξη σε διαδικτυακά groups όπως το Body Politic, όπου περισσότεροι από 14.000 άνθρωποι από όλο τον κόσμο συζητούν για τα συμπτώματά τους − πολλά από τα οποία διαρκούν περισσότερους από 3 μήνες.

Ο στόχος μου, όπως ισχύει για πολλούς long-haulers, είναι να επανακτήσω την προηγούμενη κανονική και παραγωγική ζωή μου. Παρόλα αυτά εξακολουθώ να βιώνω μία πληθώρα συμπτωμάτων που μου προκαλούν έντονη κόπωση και ένα νου θολωμένο. Πολλοί long-haulers φοβούνται πως θα βρεθούν χωρίς δουλειά, καθώς τα συμπτώματά τους τους εμποδίζουν να εργαστούν. Προσωπικά είμαι ευγνώμων που είμαι ζωντανή, που έχω ακόμη δουλειά και που ζω σε μία χώρα που προσφέρει καθολική και δημόσια χρηματοδοτούμενη περίθαλψη. Πολλοί άνθρωποι δεν έχουν αυτό το προνόμιο.

Η πανδημία Covid-19 βαθαίνει τις ανισότητες σε παγκόσμιο επίπεδο. Στο Νότο, η πλειοψηφία των προγραμμάτων ενάντια στο AIDS, τη φυματίωση και την ελονοσία συναντούν δυσκολίες, ενώ αυξάνεται η φτώχεια και η πείνα. Οι πραγματικές συνέπειες της πανδημίας στην αύξηση της θνησιμότητας μητέρων και βρεφών θα γίνουν εμφανείς σε λίγα χρόνια. Αν ένα ποσοστό από τα εκατομμύρια ασθενείς που επιβίωσαν από Covid-19 αναπτύξουν μακροχρόνιες επιπλοκές και συμπτώματα, οι συνέπειες θα είναι ακόμα μια φορά δυσανάλογες εις βάρος των πληθυσμών του παγκόσμιου Νότου.»

Monica Malta, My journey with COVID-19, EClinicalMedicine, 1/10/2020

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!