Γράφει ο Θοδωρής Μακρίδης
Πέρασαν περισσότερες από σαράντα ημέρες από τη φετινή Θεία Λειτουργία στην Παναγία Σουμελά. Ίσως είναι η κατάλληλη στιγμή για έναν ψύχραιμο απολογισμό, όχι μόνο της στάσης των τουρκικών αρχών, αλλά και της δικής μας.
Η ιστορική Μονή, σύμβολο της Ορθοδοξίας και του Ποντιακού Ελληνισμού επί αιώνες, ξαναλειτούργησε τον Δεκαπενταύγουστο του 2010, προεξάρχοντος του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Ακολούθησε πολυετές κλείσιμο για εργασίες αποκατάστασης. Μετά την επανέναρξη των λειτουργιών, η πρόσβαση στο προσκύνημα εξακολουθεί να εξαρτάται από τις άδειες και τους όρους της τουρκικής πλευράς. Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, η λειτουργία μεταφέρθηκε από τις 15 στις 23 Αυγούστου.
Φέτος, οι περιορισμοί έγιναν ακόμη πιο αισθητοί: μόλις 80 προσκεκλημένοι έλαβαν άδεια εισόδου και οι δημοσιογράφοι αποκλείστηκαν από τον χώρο της ακολουθίας. Την ίδια ώρα, τουρκικοί εθνικιστικοί κύκλοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν μια θρησκευτική τελετή ως ζήτημα εθνικής κυριαρχίας.
Η παρουσία του προέδρου της ΚΕΔΕ (Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδος) κ. Κυρίζογλου και Ελλήνων δημάρχων υπήρξε μια θετική, θεσμική κίνηση. Όταν, όμως, οι διαθέσιμες θέσεις είναι ελάχιστες, δεν μπορεί η παρουσία επισήμων να αποβαίνει εις βάρος απλών προσκυνητών. Ούτε μπορεί να περνά απαρατήρητη η φωτογράφιση του προέδρου της ΚΕΔΕ κάτω από το πορτρέτο του Κεμάλ, η οποία προκάλεσε δημόσια αντιπαράθεση.
Η Σουμελά δεν είναι απλώς ένα αξιοθέατο που επισκεπτόμαστε με ειδική άδεια. Είναι ζωντανός τόπος πίστης και ιστορικής μνήμης. Γι’ αυτό και το ερώτημα δεν περιορίζεται στο πότε και με πόσους θα τελείται μια λειτουργία. Αφορά το αν η ελληνική Πολιτεία, η Εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι φορείς του Ποντιακού Ελληνισμού μπορούν να διαμορφώσουν μια σταθερή, κοινή διεκδίκηση για την ελεύθερη πρόσβαση και τη διαφύλαξη του χαρακτήρα της Μονής.
Γιατί η Σουμελά δεν χρειάζεται μόνο επισκέπτες και επισήμους. Χρειάζεται να μπορεί να παραμένει ζωντανή.





































































