Εκφραστικός νέο-εξπρεσιονιστής ζωγράφος ο 67χρονος Αμερικανός Τζούλιαν Σνάμπελ αναμετρήθηκε κινηματογραφικά με βιογραφικά πορτρέτα τυραννισμένων από το βάρος της ιδιοφυΐας τους καλλιτεχνών, στις ταινίες Μπασκιά / 1996 και Πριν πέσει η νύχτα / 2000, για τον ζωγράφο Ζαν-Μισέλ Μπασκιά και τον ποιητή Ρεϊνάλντο Αρένας αντίστοιχα.

***

Στη νέα του ταινία Στην πύλη της αιωνιότητας, ο Σνάμπελ καταπιάνεται με τον διάσημο αυτόχειρα Ολλανδό μεταϊμπρεσιονιστή ζωγράφο Βίνσεντ Βαν Γκογκ (1853-1890), επιχειρώντας να δώσει τη δική του βιωματική προσέγγιση για τον «εξόριστο προσκυνητή που ζωγραφίζει για ανθρώπους που δεν έχουν γεννηθεί ακόμα». Ο Γουίλιαμ Νταφόε τον ενσαρκώνει συγκλονιστικά (βραβείο ερμηνείας στη Βενετία). Με τίτλο δανεισμένο από τον πίνακα «Στο κατώφλι της αιωνιότητας ή γέρος περίλυπος» (1890), με έναν άντρα σε απόγνωση, που ο Βαν Γκογκ ζωγράφισε λίγους μήνες πριν πεθάνει στα 37 του,, ο Σνάμπελ αποδίδει μυθοπλαστικά μια εκδοχή διαφορετική από την αυτοκτονία, ενώ ενδιαφέρεται να προσεγγίσει την ιδιοσυγκρασία του καλλιτέχνη, διερευνώντας πώς επιδρά η δημιουργική διαδικασία στην τέχνη και πώς αυτή εμπλέκεται στην αυτογνωσία, συνδυάζοντας την υπαρξιακή σχέση του ζωγράφου με τη φύση και την εκρηκτική φιλία του με τον Πώλ Γκωγκέν (Όσκαρ Άιζακ).

Η περίπτωση του Βαν Γκόγκ προσεγγίζεται για ακόμη μια φορά στερεοτυπικά, μετά τη Ζωή ενός ανθρώπου / 1956, των Μινέλι-Κιούκορ, με τους Κερκ Ντάγκλας-Άντονι Κουίν, ως αντιπροσωπευτικό δείγμα καλλιτεχνικής φύσης, συνυφασμένης με μια παρεξηγημένη ιδιοφυία, σε αντιδιαστολή με τον μποέμ χαρακτήρα του Γκωγκέν, εδώ όμως, αποκτά υπαρξιακή βαρύτητα που εκφράζεται μέσα από το εμπνευσμένο κινηματογραφικό πρίσμα του Σνάμπελ.

Σε ένα καπηλειό στο Παρίσι, ο Βαν Γκογκ εντυπωσιάζεται από τον αντιεξουσιαστικό λόγο του στιβαρού, μελαχρινού Γκωγκέν, γίνονται φίλοι και συγκατοικούν στη Νότια Γαλλία, «στο φως του ήλιου», μακριά από τη μισητή παριζιάνικη ομίχλη.

Αναδεικνύοντας την αναζήτηση της νέας αποτύπωσης του φωτός στο νότο, ο Βαν Γκογκ του Σνάμπελ κινηματογραφείται με ενστικτώδη ρεαλισμό στις εξορμήσεις του στη φύση, σε σκηνές που μεταφέρουν την υπαρξιακή, σχεδόν θεολογική -κατά Σνάμπελ- σχέση του καλλιτέχνη με τη φύση, με σκέψεις αποτυπωμένες εκτός κάδρου, να συσχετίζουν έννοιες όπως δημιουργία, φύση και αιωνιότητα.

Επιχειρώντας να αιχμαλωτίσει την ενστικτώδη, ακατανίκητη αναγκαιότητα της ζωγραφικής του, γιατί «αν δεν ζωγραφίζει, δεν μπορεί να ζήσει», ο Σνάμπελ τον απεικονίζει να ζωγραφίζει πυρετωδώς. Συνδυάζοντας κοφτά πλάνα με συνεχόμενες λήψεις και περνώντας από το ρεαλισμό στο νατουραλισμό και από εκεί στον εξπρεσιονισμό, η αεικίνητη κάμερα του Σνάμπελ αποτυπώνει, μαζί με το βλέμμα και τις κινήσεις του στον χώρο, την ορμητική φούρια του πινέλου του, προσδίνοντας ψυχική ένταση, που μεταφέρει σε εικόνες αρχικά, δίχως λόγια, το πάθος της τροφοδότριας ορμής, υποστηρίζοντάς την αργότερα και σεναριακά, με ρήσεις των θεωρητικών του προσεγγίσεων.

Μελετώντας τις διάσημες αυτοπροσωπογραφίες του Βαν Γκογκ, ο Σνάμπελ ανιχνεύει φυσιογνωμικά την ψυχολογία του, μέσα από μια φιλμική κατασκευή κοντινών πλάνων στο πρόσωπο του ζωγράφου. Η ταιριαστή λιπόσαρκη και νευρώδης φυσιογνωμία του γαλανομάτη Νταφόε, με τα πυρόξανθα μαλλιά και γένια, το εύθραυστα αυλακωμένο πρόσωπο και το συνοφρυωμένο βλέμμα ευθυγραμμίζονται με την υπαρξιακή ανησυχία του ψυχικά βασανισμένου καλλιτέχνη.

***

Πλάνα μακρινά, όπου ο Βαν Γκογκ διασχίζει καταπράσινους αγρούς, διαδέχονται υποκειμενικές λήψεις, όταν περπατάει ανάμεσα σε μαραμένα ηλιοτρόπια και καλαμιές. Παράλληλα, η τοποθετημένη χαμηλά κάμερα επικεντρώνεται με ευρυγώνιο στο χλωμό πρόσωπο του Βαν Γκόγκ, όπως στις αυτοπροσωπογραφίες του, αφήνοντας στο φόντο δέντρα ή γαλάζιους ουρανούς. Με λουσμένο στο κίτρινο φως του ήλιου πρόσωπο, η τρικυμιώδης ψυχοσύνθεση του ζωγράφου συμπληρώνεται με αντιθετικό γαλάζιο, καθώς φοράει γαλάζιο πουκάμισο, με φόντο χρυσαφένια στάχια. Η κάμερα τον ακολουθεί στα λιβάδια όπου ξαπλώνει, απολαμβάνοντας την ουσία της ύπαρξης στη ζωοδότρα δύναμη της φύσης. Ενίοτε απεικονίζεται η διαδικασία του δημιουργικού του οίστρου, που στήνει καβαλέτο, παρατηρεί και ζωγραφίζει απ’ το χάραμα ως το σούρουπο, επιχειρώντας μέσα από τη διεισδυτική ματιά της ζωγραφικής του, να ερμηνεύσει τον κόσμο όλο.

Πολλά πλάνα εμπνέονται από τους πραγματικούς πίνακες του Βαν Γκόγκ: «Αυτοπροσωπογραφία με ψάθινο καπέλο» (1888), «Η Αρλεζιάνα» (1888), ενώ λεπτομέρειες από πίνακες όπως «Ο Ζουάβος» (1888), εντάσσονται στις πολυεθνικές παρέες στα καταγώγια.

Άλλοτε, ο Σνάμπελ παρουσιάζει, ποιητική αδεία, κίτρινους τους τοίχους του δωματίου του Βαν Γκόγκ, παρότι στο «Υπνοδωμάτιο στην Άρλ» (1888), είναι γαλάζιοι. Το χαρακτηριστικό αυτό κίτρινο που έκτοτε συναντάμε στον Βαν Γκογκ, δεσπόζει στην ταινία, στα πλάνα όπου ο ζωγράφος εξορμεί στα χωράφια με καβαλέτο, παραπέμποντας στην «Αυτοπροσωπογραφία στο δρόμο για την Ταρασκόν» (1888), ενώ το κίτρινο επιλέγεται για φόντο σε αρκετά κοντινά του ζωγράφου. Έτσι, η σκηνή όπου συνομιλεί, με κομμένο αυτί, με τον γιατρό φορώντας γούνινο καπέλο, που παραπέμπει στην «Αυτοπροσωπογραφία με μπανταρισμένο αυτί»(1889), παρουσιάζεται σε δημιουργική ανακρίβεια με κίτρινο φόντο, συμβολίζοντας την ψυχική αναταραχή του.

Τα «Παπούτσια» (1886), παρότι ανήκουν σε προηγούμενη περίοδο του καλλιτέχνη, από αυτήν της ταινίας, επιστρατεύονται στη σκηνή της άφιξης του Βαν Γκόγκ στην Άρλ, όπου ο καλλιτέχνης αρχίζει επί τόπου να ζωγραφίζει τα φθαρμένα μποτάκια του, με κάμερα χαμηλά, ώστε να φαίνεται πίσω το χειμωνιάτικο παράθυρο, με τον αέρα να λυσσομανάει. Εκτός από σύμβολο αντισυμβατικότητας που αναλύθηκε από τον Χάιντεγκερ «αποκαλύπτοντας την αλήθεια της τέχνης που δεν σχετίζεται με την ομορφιά», η σκηνή αυτή υποστηρίζει τη μετάβαση της αλλαγή παλέτας του Βαν Γκογκ στο νότο, προς εντονότερα «χρώματα-φλόγες».

Οι υποκειμενικές λήψεις στα πόδια του Βαν Γκογκ, σκηνοθετικό σήμα κατατεθέν του Σνάμπελ, ήδη από Το σκάφανδρο και η πεταλούδα (2007), καθώς διασχίζει φουριόζος χωράφια και λιβάδια, λειτουργούν ως επαναλαμβανόμενο οπτικό μοτίβο μεταφράζοντας, ίσως, το σύμπτωμα έντονης υπερκινητικότητας της αγχώδους κατάθλιψης με υστερικές κρίσεις και παραισθήσεις, που τον κατέτρωγε.

Με αντίστοιχο βιαστικό περπάτημα απεικονίζεται και στους διαδρόμους του Λούβρου, όπου θαυμάζει πίνακες του γαλλικού ρομαντισμού των Ντελακρούα και Ζερικώ, ενώ εκτός κάδρου αναφέρει ως επιρροές του, τους Γκόγια, Βερονέζε και Βελάσκεζ.

Η τραχιά αίσθηση της σχέσης του ζωγράφου με τη φύση συνοδεύεται από την πρωτότυπη μουσική για πιάνο και βιολί της Τατιάνα Λιζόφσκαγια, με ταραχώδεις συνθέσεις εμπνευσμένες από τα ηχοχρώματα του ρομαντισμού, που αργότερα συνοδεύουν και τα πλάνα στο άσυλο. Ομολογώντας εκεί, στον αγαπημένο του αδερφό Τεό, ότι χάνει τα λογικά του, ο ζωγράφος στα όρια κατάθλιψης, βρίσκεται ανάμεσα σε ψυχικά τραυματισμένες φυσιογνωμίες, θυμίζοντας την ταινία του Μπρουνό Ντυμόν (2013) Καμίλ Κλωντέλ 1915. Η απόγνωση μεταφράζεται σκηνοθετικά με την επανάληψη προηγούμενων διαλόγων στους διαπληκτισμούς με τον Γκωγκέν, ενώ όσο εντείνεται η σύγχυση, το κάδρο από τη μέση και κάτω παρουσιάζει ανετάριστη οπτική.

***

Η αρνητική αποδοχή του καλλιτέχνη από τη μικρόμυαλη κοινωνία της εποχής προσεγγίζεται μέσα από συγκεκριμένα επεισόδια στο μυθοπλαστικό σενάριο. Η απροσδόκητη επιδρομή αδιάκριτων μαθητών, ενώ ζωγράφιζε στη φύση, προκαλεί την οργισμένη αντίδρασή του, με συνέπεια να λιθοβοληθεί όχι μόνο από τα παιδιά, αλλά και από τους αδαείς πατεράδες τους, σε έναν εύστοχο συνειρμό με τον παλιότερο ρόλο του Νταφόε ως Χριστού στον Τελευταίο Πειρασμό / 1988, του Σκορτσέζε.

Η ταινία κλείνει με τα λόγια του Γκωγκέν που περιγράφει ένα λογοπαίγνιο του Βαν Γκογκ στα γαλλικά, «St. Εsprit-sain d’ esprit» (Άγιο πνεύμα-υγιές πνεύμα), επισφραγίζοντας και τη θέση του ζωγράφου πως «μια δόση τρέλας είναι η καλύτερη τέχνη».

* Η Ιφιγένεια Καλαντζή, θεωρητικός-κριτικός κινηματογράφου, ifigenia.kalantzi@gmail.com

INFO

  • Στα πλαίσια της «Χαμένης Λεωφόρου του Ελληνικού Σινεμά» στον Κινηματογράφο Άστορ από 17-21/1/2019, προβάλλονται ακόμη: Σάββατο 19/1/2019: 22:15 Οι Βοσκοί (Νίκου Παπατάκη / 1967), Κυριακή 20/1/2019: 18:30 Σχετικά με τον Βασίλη (Σταύρου Τσιώλη / 1986), 20:15 Τα παιδιά του Κρόνου (Γιώργου Κόρρα / 1985), Δευτέρα 21/1/2019: 20:00 Διά ασήμαντον αφορμήν (Τάσου Ψαρρά / 1981)
  • Κριτική της Ιφιγένειας Καλαντζή για την ταινία Καμίλ Κλωντέλ 1915 υπάρχει στο τεύχος 209 (12/4/2014), στο κείμενο Ωδή για την Καμίλ Κλωντέλ.
  • Κριτική της Ιφιγένειας Καλαντζή για την ταινία Στους διαδρόμους του Τόμας Στούμπερ (από 17/1/2019), υπάρχει στην ανταπόκριση από τις «Νύχτες Πρεμιέρας», στο φύλλο 423 (29/9/2018).

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!