Είναι από αυτά τα βιβλία που διαβάζεις και ώρες-ώρες στεγνώνει το στόμα σου. Άλλες στιγμές νιώθεις τη συγκίνηση να κυλάει σαν ποτάμι μέσα σου, άλλες οργίζεσαι και σχεδόν συνέχεια απορείς με το κουράγιο ενός μικρού κοριτσιού που έζησε μέσα στη δίνη του πολέμου. Η ζωή αύριο, η ζωή χθες της Σοφίας Αλεξανιάν είναι πράγματι μια «συνταρακτική μαρτυρία, γραμμένη σαν μυθιστόρημα», όπως γράφει στο εξώφυλλο του βιβλίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

Από πατέρα Έλληνα, μητέρα Αρμένια, γεννήθηκε στο Σουχούμι της Αμπχαζίας. Έζησε την εισβολή της Γεωργίας σε ένα μικρό χωριό όπου είχε καταφύγει με την αδερφή της. Όπως και πολλοί Έλληνες βρέθηκε κυριολεκτικά ανάμεσα σε δυο πυρά. Κι όμως, όλα αυτά τα δραματικά βιώματα τα αφηγείται με ένα είδος αποστασιοποίησης. Με απίστευτη ψυχραιμία. Χωρίς το μίσος να διαπερνά το γραπτό της. Θαυμάσια και ώριμη γραφή και σκηνές που μένουν για πάντα στη μνήμη, όπως το κρυφτό που κατέληξε σε τραγωδία, όταν κρυμμένη σε ένα βαρέλι είδε μπροστά στα μάτια της να δολοφονούνται οι φίλοι της και η οικογένειά τους…

Αυτό το κορίτσι, που ούτε στο σχολείο δεν μπορούσε να πάει, κατάφερε να ξεπεράσει τις δυσκολίες, να έρθει στην Ελλάδα, να δουλέψει σκληρά, αρχικά στα χωράφια, να σπουδάσει πρώτα στο ΤΕΙ Κεντρικής Μακεδονίας (Σχεδιασμός και Τεχνολογία Ένδυσης) στη συνέχεια σε Ανώτερη Δραματική Σχολή, να ολοκληρώσει μαθήματα ανώτερης υποκριτικής στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας και να γίνει μια ηθοποιός γνωστή πλέον και στο ευρύτερο κοινό (σειρές: Η πολυκατοικία, Μάλιστα, Σεφ! κ.ά.)

Εξαιρετικά ενδιαφέρον το ιστορικό παράρτημα και οι σημειώσεις που περιλαμβάνονται στο τέλος του βιβλίου και φωτίζουν τα γεγονότα εκείνης της περιόδου και τα εγκλήματα πολέμου τόσο από την πλευρά των Γεωργιανών, όσο και των Αμπχάζιων.

 

Συνέντευξη στον Κώστα Στοφόρο

 

Πώς αποφασίσατε να γράψετε αυτό το βιβλίο; Δεν ήταν οδυνηρό να φέρνετε όλα αυτά τα γεγονότα στη μνήμη σας;
Αφορμή στάθηκε η ανάγκη μου να αλλάξω τον τρόπο ζωής μου. Για να το πετύχω αυτό, έπρεπε να αλλάξω τις πεποιθήσεις μου, που είχα ριζωμένες για την ζωή. Άρα έπρεπε να προβώ σε βαθιά ανάλυση, όπως και το έκανα. Λίγο πριν τη συγγραφή, μού συνέβαιναν μια σειρά παράξενων περιστατικών που λειτούργησαν ως σημάδια και με οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα. Η ασθένεια της μάνας μου, ο φόβος της αμνησίας, η ανάγκη μου να βελτιώσω τη ζωή μου, η ανάγκη μου να απαντήσω στα πολλά «γιατί» και κυρίως η ανάγκη να δηλώσω πως δεν ωφελεί στο κακό να απαντήσεις με το κακό. Πολλοί, το βρίσκουν ανοησία. Εγώ πάλι θεωρώ πως αυτό που δεν βρίσκουν οι πολλοί είναι προτέρημα! Ναι, οδυνηρές εικόνες αναβιώσανε και ταράξανε τον ύπνο μου και γύρισαν πολλά πράγματα πίσω. Όμως, βρήκα τις απαντήσεις που έψαχνα, άρα άξιζε τον κόπο.

 

Καθώς το διάβαζα αναρωτιόμουν, πώς μπορεί κανείς να ξεπεράσει τις πληγές που αφήνει πίσω του ο πόλεμος;
Νόμιζα πως κανείς τις ξεχνάει όταν τις παραγκωνίζει στο πίσω μέρος του μυαλού του και δεν επιστρέφει ποτέ σε αυτό το θέμα, σαν να μην συνέβη σε εκείνον. Είναι πολλοί που κράτησαν αυτή τη στάση. «Δεν ήθελαν να θυμούνται». Εκείνοι που επέλεξαν να δουν πίσω, κατάματα, σε αυτό που τους συνέβη ανακάλυψαν άλλους κόσμους. Ένα είναι σίγουρο. Πως αυτοί που επιβιώνουν και επιστρέφουν διαφέρουν πολύ από το υπόλοιπο πλήθος και δυσκολεύονται να προσαρμοστούν σε μια φυσιολογική ζωή. Εκτιμούν το κάθε λεπτό της ζωής. Έχουν έντονη τάση δημιουργικότητας και προσφοράς. Και δεν μπορούν να βρουν τη χαρά σε απλά πράγματα, δυστυχώς. Κουράζονται από άσκοπες φλυαρίες. Είτε συγχωρούν τα πάντα, είτε επιτίθενται με το παραμικρό. Κι όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, αναζητούν την αγάπη και την προστασία την οποία δεν θα τη βρουν ποτέ. Πάντα θα ζουν και θα κοιμούνται με την αίσθηση του κινδύνου.

Με μεγάλη θλίψη συνειδητοποίησα τις τελευταίες μέρες πως μέσα σε τόσες δυσκολίες και πόνο αυτό που με κράτησε όρθια ήταν μια αδικαιολόγητη ελπίδα πως όλα θα πάνε καλά. Μια αυταπάτη πως θα τα καταφέρω με βάρκα την ελπίδα. Και τελικά ήταν μια ψευδαίσθηση. Με κράτησε όρθια μια οφθαλμαπάτη. Δεν αλλάζει τίποτα από μόνο του, χωρίς προσπάθεια

Είναι μια μαρτυρία, αλλά και μια εξαιρετικά καλογραμμένη αφήγηση. Θα γράφατε ένα «καθαρό» μυθιστόρημα;
Πραγματικά θα ‘λεγα πως δεν μου λείπει η φαντασία και ευελπιστώ να το αποδείξω στο άμεσο μέλλον με τη νέα διαδικτυακή σειρά Ανοιχτές Υποθέσεις στην οποία γράφω το σενάριο. Όμως παρόλο που έχω γράψει πολλά φανταστικά κείμενα που δεν γνώρισαν το αναγνωστικό φως, υποστηρίζω ακράδαντα πως μόνο ότι έχει αληθινή ιστορία έχει ενδιαφέρον, απήχηση και επιτυχία. Ας μην είναι απαραίτητα δική μου ιστορία. Νομίζω πως θα κρατήσω την αλήθεια, σε πολλά γραπτά με στοιχεία μυθοπλασίας. Με μόνη εξαίρεση το βιβλίο Η ζωή αύριο, η ζωή χτες που δεν έχει ίχνος μυθοπλασίας. Είναι πέρα για πέρα αληθινή ιστορία από το βίωμα μου.

 

Απόρησα πραγματικά με το κουράγιο σας. Τι σας κράτησε όρθια όλα αυτά τα χρόνια;
Αγαπητέ μου Κώστα, με μεγάλη θλίψη συνειδητοποίησα τις τελευταίες μέρες πως μέσα σε τόσες δυσκολίες και πόνο, αυτό που με κράτησε όρθια ήταν μια αδικαιολόγητη ελπίδα πως όλα θα πάνε καλά. Μια αυταπάτη πως θα τα καταφέρω με βάρκα την ελπίδα. Και τελικά ήταν μια ψευδαίσθηση. Με κράτησε όρθια μια οφθαλμαπάτη. Δεν αλλάζει τίποτα από μόνο του, χωρίς προσπάθεια. Ήταν σαν να ανακάλυψα πως δεν υπάρχει ο Άι Βασίλης που περίμενα όλα αυτά τα χρόνια.

 

Έχετε επιστρέψει από τότε στην Αμπχαζία;
Δυστυχώς όχι. Πάντα υπήρχε ένας ενδόμυχος φόβος διότι η περιοχή εκείνη ποτέ δεν ειρήνεψε και δεν ησύχασε από τρομοκρατικές επιθέσεις. Όμως παρόλα αυτά, τώρα πρέπει να πάω εκεί. Πρέπει κάποια στιγμή να μάθουν για το βιβλίο και εκεί. Θα χαρούν. Θα το τιμήσουν. Και θέλω να πατήσω σε εκείνον τον τόπο μαζί με μια κάμερα ώστε να δουν οι αναγνώστες την αλήθεια που περιγράφω.

 

Πώς βλέπετε εσείς σήμερα το θέμα των προσφύγων;
Δεν ξέρω αν υπάρχουν σήμερα πρόσφυγες στην Ελλάδα με την σωστή σημασία της λέξης «πρόσφυγας». Γιατί δεν έχουμε πόλεμο στις γειτονικές χώρες, (Αλβανία, Βουλγαρία, Ιταλία κ.λπ.) ώστε αναγκαστικά να προσφύγουν στη γειτονική Ελλάδα. Παθόντες πολέμου, ναι υπάρχουν στην Ελλάδα, λαθρομετανάστες επίσης, πραγματικοί πρόσφυγες όμως, νομίζω ελάχιστοι. Από ποιον πόλεμο; Με ποιο σχέδιο είναι εδώ αυτοί οι άνθρωποι; Οι πρόσφυγες του 1993, που έγινε η μεταφορά τους από τον Καύκασο στις Σάπες της Αλεξανδρούπολης, ήταν ένα σχέδιο της Βιργινίας Τσουδερού, να σκορπίσουν ανάμεσα στις οθωμανικές φυλές της Θράκης, ομογενείς χριστιανικές φυλές. Ήταν μια συμφωνία μεταξύ κρατών. Οι ομογενείς αυτοί στα διαβατήρια τους αναγράφονταν ελληνικής υπηκοότητας, όσο ζούσαν στο Σοβιέτ. Εν πάση περιπτώσει, κατά τη δική μου κρίση, δεν θα υποστήριζα ιδιαίτερα πως σήμερα σώζουμε κάποιους ομογενείς ή περιθάλπουμε πρόσφυγες από κάποια χώρα που ξαφνικά υπέστη επίθεση. Με την έννοια αυτή θα έπρεπε να βρίσκονται εδώ και οι Ουκρανοί και οι Εβραίοι ακόμη.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!