Εν αναμονή της ανακοίνωσης του χρόνου των εκλογών, τα κόμματα έχουν μπει για τα καλά σε προεκλογικούς ρυθμούς με συγκεντρώσεις, ανέβασμα των τόνων της πολιτικής αντιπαράθεσης και συγκρότηση ψηφοδελτίων. Όλοι καταλαβαίνουν ότι το πολιτικό σύστημα εισέρχεται σε μια φάση αναδιάταξης, με διαφορετικά κέντρα να σχεδιάζουν την επόμενη ημέρα. Στόχος τους μοιάζει να είναι η διαμόρφωση μιας νέας, πιο σταθερής αρχιτεκτονικής, που θα διαδεχθεί τον μονοπολισμό της περιόδου Μητσοτάκη, ενσωματώνοντας μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας χωρίς να αμφισβητούνται οι βασικές γεωπολιτικές και οικονομικές επιλογές της χώρας.
Σε αυτό το πλαίσιο επιχειρείται η ανάδειξη του «αναβαπτισμένου» Αλέξη Τσίπρα σε δεύτερο πόλο του πολιτικού συστήματος, με στόχο να περιοριστεί η μεγάλη διασπορά της αντιπολιτευτικής ψήφου, την οποία σήμερα διεκδικούν, με αξιώσεις κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, τουλάχιστον έξι ή επτά κόμματα. Λίγοι πιστεύουν ότι οι πρώτες κάλπες, όποτε κι αν στηθούν, θα οδηγήσουν σε καθαρή κυβερνητική λύση. Ακόμη και η Νέα Δημοκρατία, που θέτει ως στόχο την αυτοδυναμία και την κυβερνητική σταθερότητα, προετοιμάζεται για ένα πιο σύνθετο πολιτικό τοπίο. Παράλληλα, πληθαίνουν οι εκτιμήσεις ότι μετά τις εκλογές θα ανοίξει συζήτηση για την ηγεσία της Ν.Δ., ενώ αρκετοί ποντάρουν σε ανακάτεμα της τράπουλας ενόψει πιθανών δεύτερων εκλογών.
Ο Σαμαράς ως σφήνα στη Νέα Δημοκρατία
Ο Αντώνης Σαμαράς εμφανίζεται έτοιμος να προχωρήσει στη δημιουργία νέου πολιτικού φορέα, ως παρέμβαση εντός της ευρύτερης δεξιάς παράταξης. Οι πρώτες δημοσκοπικές εκτιμήσεις τού αποδίδουν ποσοστά της τάξης του 5%-7%, με δυνατότητες περαιτέρω διεύρυνσης. Παράλληλα, καταγράφεται θετική γνώμη ή πιθανότητα ψήφου από περίπου έναν στους τέσσερις ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας· έτσι, ο νέος φορέας μπορεί να λειτουργήσει προς ώρας ως πόλος συσπείρωσης των δυσαρεστημένων ψηφοφόρων της Ν.Δ. και, πιθανά σε δεύτερο χρόνο, ως καταλύτης εσωκομματικών εξελίξεων.
Για το Μέγαρο Μαξίμου προστίθεται έτσι ένας ακόμη πονοκέφαλος, δίπλα στη φθορά της κυβερνητικής θητείας, τις υποθέσεις σκανδάλων που εξακολουθούν να προκαλούν πολιτική πίεση και τις εξελίξεις γύρω από τις υποκλοπές (βλ. προσπάθεια να συγκαλυφθούν οι καταγγελίες Ντίλιαν που δείχνουν το Μαξίμου). Μέχρι τις εκλογές η επίσημη γραμμή είναι η διατήρηση της ενότητας, όμως στο παρασκήνιο συνεχίζονται οι διεργασίες για την επόμενη ημέρα. Στο πλαίσιο αυτό, ονόματα όπως του Νίκου Δένδια και του Σταύρου Παπασταύρου πλασάρονται ως πιθανοί πρωταγωνιστές σε σενάρια κυβερνήσεων συνεργασίας, ενώ κινητικότητα εμφανίζεται και από άλλα κέντρα επιρροής στο εσωτερικό της Ν.Δ., όπως η Ντόρα Μπακογιάννη, ο Άδωνις Γεωργιάδης και ο πρωθυπουργικός ανιψιός Γρηγόρης Δημητριάδης.
Η ΕΛΑΣ ως βολικό αντίπαλο δέος
Το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα εμφανίζεται δημοσκοπικά στη δεύτερη θέση και διεκδικεί τον ρόλο του βασικού αντιπάλου της κυβέρνησης. Συσπειρώνει κυρίως το ακροατήριο του κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς όμως να δείχνει ότι αποκτά ευρύτερο κοινωνικό ρεύμα. Οι συγκεντρώσεις του παραμένουν περιορισμένες, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν χαμηλό ταβάνι, ενώ τα ποσοστά αρνητικής γνώμης παραμένουν σημαντικά. Παράλληλα, δεν φαίνεται να συνομιλεί ουσιαστικά με το μεγάλο τμήμα της αποχής. Η βασική του στρατηγική ποντάρει στην προεκλογική πόλωση, με στόχο να ενισχυθεί η λογική της «χρήσιμης ψήφου», που φαίνεται να πείθει προσωπικότητες που βγήκαν μέσα από την κοινωνική κίνηση, σε μια λογική κυβερνητικής ενσωμάτωσης. Την ίδια στιγμή, ο πολιτικός του λόγος κινείται αυστηρά εντός των ορίων του υπάρχοντος πλαισίου, χωρίς αιχμές ή δεσμεύσεις που να προαναγγέλλουν ουσιαστική ανατροπή των κυρίαρχων επιλογών. Έτσι, οι προσδοκίες παραμένουν χαμηλές και εντός του πλαισίου μιας ομαλής αναδιάταξης (όσο και αν κάποια κέντρα πιθανά επιδιώκουν όξυνση, όπως φάνηκε με τις δηλώσεις Α. Γεωργιάδη για χρηματισμό Τσίπρα και τις νομικές ενέργειες του Κ. Βελόπουλου).
Η προσαρμογή του ρήγματος των Τεμπών
Η αποκλιμάκωση των κοινωνικών προσδοκιών δεν θα ήταν εύκολη χωρίς την επιχείρηση καναλιζαρίσματος του πολιτικού ρήγματος που δημιούργησε η τραγωδία των Τεμπών και η ευρεία κοινωνική απαίτηση για βαθιές αλλαγές. Η σταδιακή εγκατάλειψη του κινήματος των Τεμπών και η προσπάθεια περιορισμού της πολιτικής του έκφρασης, όπως επιχειρείται από το κόμμα «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», φαίνεται να λειτουργούν (ασχέτως των όποιων δηλώσεων ή προθέσεων) προς αυτή την κατεύθυνση.
Χωρίς σαφείς πολιτικούς στόχους που να μπορούν να κινητοποιήσουν ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, ο λόγος του κόμματος θυμίζει εκείνον πολλών αντιπολιτευτικών σχηματισμών που αναδεικνύουν ζητήματα κυρίως για επικοινωνιακούς λόγους. Έτσι, ακόμη και το σημαντικό ηθικό κεφάλαιο που δημιούργησε η τραγωδία των Τεμπών κινδυνεύει να αναλωθεί μέσα σε εσωτερικές αντιπαραθέσεις, «πλειστηριασμούς» και αλληλοκατηγορίες.
Οι αποχωρήσεις στελεχών αποτέλεσαν ένα πρώτο προειδοποιητικό σημάδι, χωρίς μέχρι στιγμής να οδηγούν σε ουσιαστικές αλλαγές πορείας. Στόχος μοιάζει να παραμένει κυρίως η εκλογική καταγραφή, με την προσδοκία ότι οι ακόμη ανοιχτοί (αν και όχι δεδομένο για πόσο) δίαυλοι επικοινωνίας με το μεγάλο τμήμα της κοινωνίας που απέχει από την πολιτική μπορούν να οδηγήσουν σε μια εκλογική έκπληξη.
Οι πιεζόμενοι
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, τα υπόλοιπα κόμματα βρίσκονται υπό πίεση. Ο Αντώνης Σαμαράς απειλεί κυρίως τη δυναμική της Φωνής Λογικής της Αφροδίτης Λατινοπούλου και της Ελληνικής Λύσης του Κυριάκου Βελόπουλου, αν και ο τελευταίος έχει δείξει μέχρι σήμερα αξιοσημείωτη εκλογική ανθεκτικότητα. Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα επιταχύνει τις εξελίξεις στον χώρο της Κεντροαριστεράς, αποδυναμώνοντας περαιτέρω τόσο τον ΣΥΡΙΖΑ (με εσωκομματικές εξελίξεις να αναμένονται αυτό το Σαββατοκύριακο μετά την παραίτηση Φάμελλου) όσο και τη Νέα Αριστερά. Η Νίκη εμφανίζει σημάδια συρρίκνωσης, με στελέχη και ψηφοφόρους να κατευθύνονται προς το κόμμα της Μ. Καρυστιανού, ενώ προς τα εκεί φαίνεται να κοιτάει και μέρος του κομματικού ακροατηρίου της Πλεύσης Ελευθερίας. Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται ίσως στη δυσκολότερη θέση, αφού για πολλούς μήνες επένδυσε στην προοπτική να διατηρήσει και μετεκλογικά τη (από σπόντα) θέση αξιωματικής αντιπολίτευσης· σήμερα μένει τρίτη δύναμη, κυνηγώντας πιθανό ρόλο ρυθμιστή και γεφυροποιού σε πιθανά σενάρια κυβερνήσεων συνεργασίας, δεχόμενο όμως ταυτόχρονα πίεση και από τους δύο υπό διαμόρφωση πόλους του πολιτικού συστήματος, που οξύνουν και τις εσωκομματικές αντιπαραθέσεις του.
Στα αριστερά, τέλος, του πολιτικού φάσματος, το ΚΚΕ, ως κόμμα παντός καιρού, φιλοδοξεί να διατηρήσει τα ποσοστά, χωρίς να ανοίγει ιδιαίτερα ζητήματα που πιθανόν να εμποδίσουν τους όποιους σχεδιασμούς. Στο ΜέΡΑ25 ελπίζουν να αντέξουν την προεκλογική πόλωση και να επιβεβαιώσουν τις δημοσκοπήσεις που τους δίνουν το πολυπόθητο 3%, επιδιώκοντας με τη σειρά τους να πιέσουν τις λοιπές εξωκοινοβουλευτικές δυνάμεις στη λογική της χαμένης ψήφου.





































































