Σάρκινος λόγος
Τα ποιήματα που έζησα στο σώμα σου σωπαίνοντας,
θα μου ζητήσουν, κάποτε, όταν φύγεις, τη φωνή τους.
Όμως εγώ δε θα’χω πια φωνή να τα μιλήσω.
Γιατί εσύ συνήθιζες πάντα
να περπατάς γυμνόποδη στις κάμαρες, κι ύστερα μαζευόσουν στο κρεβάτι
ένα κουβάρι πούπουλα, μετάξι κι άγρια φλόγα. Σταύρωνες τα χέρια σου
γύρω στα γόνατά σου, αφήνοντας προκλητικά προτεταμένα
τα σκονισμένα σου ρόδινα πέλματα.
Να με θυμάσαι –μού’λεγες – έτσι•
έτσι να με θυμάσαι με τα λερωμένα πόδια μου•
με τα μαλλιά μου ριγμένα στα μάτια μου
–γιατί έτσι βαθύτερα σε βλέπω.
Λοιπόν,
πώς να’χω πια τη φωνή. Ποτέ της η Ποίηση δεν περπάτησε έτσι
κάτω από τις πάλλευκες ανθισμένες μηλιές κανενός Παραδείσου.
Τα Αιώνια
Αυτές τις ίδιες ακριβώς σημερινές εφημερίδες τις διαβάσαμε
και πέρσι και πρόπερσι και πριν πενήντα χρόνια, κι ίσως
μετά διακόσια χρόνια τις ίδιες θα διαβάζουν –
πόλεμοι, καταποντισμοί, λοιμοί, λιμοί. Ένα ποτήρι
πέφτει και σπάει. Τα πρωινά, οι γυναίκες
βγάζουνε στην αυλή για να τα λιάσουν, μαζί με τα σεντόνια,
και τα δικά μας δεκανίκια,
γιατί κι αυτά μουχλιάζουν και σαπίζουν.
Επιλογικό
Να με θυμόσαστε – είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια.
για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα.
Την ομορφιά ποτές μου δεν την πρόδωσα.
Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια.
Μερτικό εγώ δεν κράτησα.
Πάμπτωχος. Μ’ένα κρινάκι του αγρού
τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε.
Και συχωράτε μου αυτή την τελευταία μου θλίψη:
Θα ’θελα ακόμη μια φορά
με το λεπτό δρεπανάκι του φεγγαριού να θερίσω
ένα ώριμο στάχυ. Να σταθώ στο κατώφλι, να κοιτάω
και να μασώ σπυρί σπυρί το στάρι με τα μπροστινά μου δόντια
θαυμάζοντας κι ευλογώντας τούτον τον κόσμο που αφήνω,
θαυμάζοντας κι Εκείνον που ανεβαίνει το λόφο στο πάγχρυσο λιόγερμα.
Δέστε:
Στο αριστερό μανίκι του έχει ένα πορφυρό τετράγωνο μπάλωμα.
Αυτό δεν διακρίνεται πολύ καθαρά.
Κι ήθελα αυτό προπάντων να σας δείξω.
Κι ίσως γι’αυτό προπάντων θ’άξιζε να με θυμάστε.






































































