Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, που υποχρεώθηκε με εντολή Τραμπ σε εσπευσμένη παραίτηση στα μέσα αυτής της εβδομάδας, είναι ένα απολύτως χαρακτηριστικό «προϊόν της εποχής». Η πορεία της περιλαμβάνει θητεία εισαγγελέα στο Σαν Φρανσίσκο και το Λος Άντζελες, μια πενταετή περίοδο γάμου με τον Γκ. Νιούσομ, νυν Δημοκρατικό κυβερνήτη της Καλιφόρνια και πιθανό υποψήφιο για το χρίσμα των Δημοκρατικών στις επόμενες προεδρικές εκλογές (άρα διασυνδέσεις και με τον πόλο των Δημοκρατικών), σχέση με τον πρεσβύτερο γιο του Τραμπ (δηλ. δεσμούς και αλληλοκρατήματα με το σύστημα εξουσίας της οικογένειας Τραμπ), δωδεκαετή ρόλο τηλεπερσόνας στο δίκτυο Fox News (βασικό πυλώνα υποστήριξης του Τραμπ και του κινήματος America First – MAGA), ηγετικό ρόλο στην εξασφάλιση χορηγιών του Τραμπ για τις εκλογές του 2020. Με αυτά τα προσόντα, και άλλα αντίστοιχα που δεν έχουν ίσως δει το φως της δημοσιότητας, έγινε η προσωπική επιλογή του Τραμπ για τη θέση της πρέσβειρας στην Αθήνα.
Οι κατά ριπάς αποκαλύψεις της εφημερίδας Wall Street Journal (WSJ) για «ανάρμοστες σχέσεις» της Γκίλφοϊλ με μεγάλα εταιρικά συμφέροντα (δωροληψία) και για «πώληση» δυνατοτήτων άσκησης επιρροής στον κύκλο Τραμπ έναντι ιδίου οικονομικού οφέλους, όπως επίσης και οι παρενέργειες από δημοσιεύματα που είχαν προηγηθεί στην ίδια εφημερίδα σχετικά με τα λεγόμενά της σε δείπνο –παρουσία του Έλληνα υπουργού Ενέργειας– για τις δυνατότητες των ΗΠΑ να ρίχνουν κυβερνήσεις κατά το δοκούν «όπως το έκαναν στη Ρουμανία και μπορούν να το κάνουν και εδώ (στην Ελλάδα)», επιβεβαιωθέντα και από τους Financial Times, όπως φαίνεται έκαναν αναγκαστική για το σύστημα Τραμπ την αποπομπή της. Πρόκειται για επεισόδια-φάσεις που αποκαλύπτουν, σε δημόσια θέα, μεγάλους εν εξελίξει πολέμους ανάμεσα σε σχεδιασμούς (ενεργειακούς και ποιος ξέρει τι άλλους) του συστήματος Τραμπ, και σε κέντρα εξουσίας που συναρθρώνονται γύρω από τον Αυστραλό διεθνή μεγιστάνα του Τύπου, Ρούπερτ Μέρντοχ (η έκταση της επιρροής του οποίου έχει επανειλημμένα λάβει σχεδόν θρυλικές διαστάσεις).
Η «υπόθεση Γκίλφοϊλ» δίνει ενδιαφέρον υλικό και μηνύματα για μεγάλες συγκρούσεις, ανταγωνισμούς και αβυσσαλέους πολέμους που μαίνονται ανάμεσα σε ισχυρά κέντρα εξουσίας εντός Δύσης. Έχει διεθνείς διαστάσεις, όπως και ειδικότερες αμερικανικές, την ίδια στιγμή που αποκαλύπτει και κρίσιμες όψεις σχετικά με τα όσα διαμορφώνουν τους όρους ύπαρξης της χώρας μας μέσα στο σημερινό ταραχώδες και ρευστοποιούμενο διεθνές σκηνικό. Θα αρχίσουμε από τις ελληνικές απολήξεις της υπόθεσης.
Ο χώρος «Ελλάδα-κόμβος», έρμαιο εν μέσω παιγνίων επιρροής και μεγάλων ντιλ
Κεντρική προτεραιότητα της μέχρι πρότινος πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ελλάδα, δηλωμένη πομπωδώς και κατ’ εξακολούθηση από την πρώτη μέρα της στην Αθήνα, υπήρξε η προώθηση «της ενεργειακής κυριαρχίας των ΗΠΑ», μέσω του πρότζεκτ του λεγόμενου κάθετου άξονα παροχής (πανάκριβου) αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης (και στην Ουκρανία). Οι σχετικοί αμερικανικοί σχεδιασμοί, με την Ελλάδα σε ρόλο πύλης εισόδου (Ρεβυθούσα, Αλεξανδρούπολη) και με μεγάλες δουλειές για μερίδες του ελληνικού εφοπλιστικού κόσμου σχετικές με τη μεταφορά του αμερικανικού –ή αμερικανοελεγχόμενου– LNG, συνάντησαν σημαντικές αντιδράσεις των χωρών υποδοχής, και κυρίως της Ρουμανίας αλλά και της Βουλγαρίας – σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβαστούν και οι κομπασμοί Γκίλφοϊλ σχετικά με την αλλαγή της κυβέρνησης της πρώτης και τη δυνατότητα επανάληψης και αλλού, και «εδώ», παρόμοιων κυβερνητικών αλλαγών. Υπήρχαν μια σειρά λόγοι για τις αντιδράσεις, που είχαν στο επίκεντρό τους την ακραία ασύμφορη τιμή του αμερικανικού LNG και την επισφάλεια από το δυσθεώρητο κόστος και την αβεβαιότητα των προοπτικών του όλου πρότζεκτ, αλλά και τη σύγκρουση με άλλους σχεδιασμούς, σχετιζόμενους με τις γερμανικές, πολωνικές και άλλες κεντροευρωπαϊκές βλέψεις για δίκτυα με πύλες εισόδου (σημεία γερμανικά και πολωνικά στη Βόρεια θάλασσα ή και από την Κροατία, με σημαντικά μειωμένο μάλιστα το κόστος μεταφοράς).
Δεύτερη πτυχή του πρότζεκτ «κάθετος διάδρομος» που κινητοποίησε αντιπαλότητες (και ήρθε στην επιφάνεια από τα δημοσιεύματα της WSJ) υπήρξε η προνομιακή ανάθεση του πρότζεκτ στον όμιλο Άκτωρ, που ελέγχεται από τον μεγαλοεπιχειρηματία Εξάρχου. Η στενότατη (και ασυνήθιστη, δωροληπτική) σχέση Γκίλφοϊλ-Άκτωρ, με τη συμμετοχή ελληνοαμερικανού λομπίστα-ανθρώπου του Εξάρχου που εμφανιζόταν σαν άνθρωπος εξ απορρήτων της τέως πρέσβειρας των ΗΠΑ, πυροδότησε εξ όσων προκύπτουν εντονότατες πολεμικές αντιδράσεις από πλευράς άλλων ομάδων συμφερόντων.
Στην υπόθεση βεβαίως εμπλέκεται βαθύτατα, όπως αποκαλύπτεται, και ο Μητσοτάκης που, πέραν του ότι ταυτίστηκε με τον «κάθετο άξονα» (εκών-άκων άραγε, και απειλούμενος να υπερφαλαγγιστεί ως προς την πρόσβαση στην τραμπική Ουάσινγκτον από τους Πιερρακάκη και Παπασταύρου;), είχε συστηματικά «εργαστεί» για την προώθηση του Εξάρχου έτσι ώστε να ελέγξει την Crediabank (τράπεζα που προέκυψε από την συνένωση της Παγκρήτιας με την Αττικής – αυτό το πολεμικό μέτωπο άφησε σε προηγούμενη φάση ηττημένα τα συμφέροντα γύρω από τον Μ. Σάλλα και τον Πάτση), να εξασφαλίσει πρόσβαση στα ΜΜΕ (Action 24, iefimerida), και να αποκτήσει λεόντειο μερίδιο στην ανάθεση δημοσίων έργων με απευθείας αναθέσεις κ.λπ.
Συνωστισμός στον ποδόγυρο της Γκίλφοϊλ και προσαρμοστικότητα
Η εικόνα συμπληρώνεται από το άγχος Μητσοτάκη να αποκτήσει πρόσβαση στο περιβάλλον Τραμπ (από το οποίο ήταν και παραμένει σε μεγάλο βαθμό αποκλεισμένος), που οδήγησε το σύστημά του να υπερεπενδύσει στην Γκίλφοϊλ και στην «ανοιχτή τηλεφωνική της γραμμή με τον Τραμπ» (και να το κάνει μάλιστα και δημοσίως σημαία, καλλιεργώντας ατμόσφαιρα «τεράστιας ευκαιρίας» μέσω των μίντια). Για να εισπράξει επί της ουσίας απόρριψη, και να καταλήξει να εμφανιστεί η ελληνική κυβέρνηση (ή ίσως ακριβέστερα μέρος της) σε τροχιά υποβόσκουσας σύγκρουσης με την Γκίλφοϊλ.
Επιπλέον το εγχώριο πολιτικοκοινωνικό σύστημα εξουσίας στο σύνολό του, όπως και οι μεγάλες μερίδες του επιχειρηματικού κόσμου, έσπευσαν επίσης να συνωθηθούν στον ποδόγυρό της προς εξασφάλιση της εύνοιάς της, με πρωτοφανείς τρόπους επιδεικτικής και χλιδάτης υποτέλειας. Αυτοί από μόνοι τους αρκούν για να αποδώσουν το τι επί της ουσίας διαδραματίζεται στη χώρα μας σήμερα, και την πραγματική υπόσταση αυτών που παίζουν με τις τύχες της για τα πιο πρόσκαιρα, ιδιοτελή και εν τέλει ίσως και έωλα συμφέροντά τους (γίνεται και πάλι επίκαιρος εδώ ο «Άτταλος ΙΙΙ» του Κ. Βάρναλη).
Πέραν από τις επιμέρους λεπτομέρειες που δεν χωρούν εδώ, ας συνοψίσουμε την ουσία. Το καθεστώς που έχει για κυβέρνηση το σύστημα Μητσοτάκη και για αντιπολίτευση τους γνωστούς συναινούντες «άλλους», μαζί με μια μικρή παρέα συμφερόντων (Άκτωρ και εφοπλιστικοί κύκλοι του LNG στις πρώτες θέσεις), καταληστεύουν τη χώρα, τη διαμοιράζουν για το «άμεσο τώρα τους» «χωρίς κανένα αύριο», και τη μετατρέπουν σε χώρο-κόμβο διέλευσης πάσης φύσεως δικτύων και εσωτερίκευσης των συγκρούσεων τρίτων. Με απεριόριστη προσαρμοστικότητα, αφήνοντας την Ελλάδα έκθετη να πληρώσει τα θηριώδη κόστη και, απ’ ό,τι φαίνεται, και τα αδιέξοδα «της αμερικανικής ενεργειακής κυριαρχίας» (που μόνη αυτή αναγνωρίζεται ως απόλυτη προτεραιότητα), αλλά και τους γεωπολιτικούς αναδασμούς που επαπειλούνται σε όλα τα επίπεδα.
Γίνεται αρκετά εμφανές ότι η αποχώρηση Γκίλφοϊλ και οι πόλεμοι που την προκάλεσαν και βεβαίως μόλις τώρα αρχίζουν, αφήνουν πολλά «σπασμένα» σε εκκρεμότητα για να τα πληρώσει η χώρα. Μαζί και το κενό εκπροσώπησης των ΗΠΑ στην Αθήνα, σε αντίστιξη μάλιστα με τη βαριά τους εκπροσώπηση στην Άγκυρα (Τομ Μπάρακ), που μπορεί να γίνει το στημένο σκηνικό για μεγάλα «ριξίματα» εις βάρος της χώρας μας σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο.
Μεγάλες οι «ουρές» τόσο σε διεθνές όσο και ειδικότερα σε αμερικανικό επίπεδο
Η μεγάλη εικόνα δεν μπορεί να μένει εκτός της προσοχής μας. Πολλά και βαρύνοντα σχετικά με το σκάνδαλο Γκίλφοϊλ ξεκινούν από αυτό το επίπεδο. Οι ίδιες οι «ελληνικές» πλευρές δεν μπορούν άλλωστε να εξηγηθούν παραγνωρίζοντας το διεθνές πλαίσιο και τους μετεωρισμούς του.
Ο «κάθετος άξονας» και οι συγκρούσεις που φαίνεται ότι ξεσπούν γύρω του εντάσσονται μέσα σε μια πολύ ευρύτερη τεκτονική αναστάτωση. Αυτό δείχνουν μεταξύ άλλων τα προωθούμενα ενεργειακά, αμερικανορωσικά ντιλ (η ρωσική παροχή ντίζελ είναι, εξ όσων προκύπτουν, μοχλός-προπομπός πολύ ευρύτερων διαδικασιών). Οι σχετικές βλέψεις περιλαμβάνουν μιαν ενδεχόμενη, υπό αμερικανικό έλεγχο, διαδικασία επανατροφοδότησης των διαφορετικών τμημάτων της «Ευρώπης» με ρωσικούς υδρογονάνθρακες, αλλά και «αθέατες» επί του παρόντος, αναζητήσεις διευθετήσεων / αναπροσαρμογών των επερχόμενων συγκρούσεων στον Αρκτικό κύκλο, καθώς και την κάποιου τύπου αντιμετώπιση των ακανθωδών θεμάτων που προκύπτουν από τις τεράστιες προσόδους που έχουν προϋπολογίσει οι ΗΠΑ από περιοχές της Ουκρανίας τις οποίες πλέον ελέγχει η Ρωσία, και πολλά άλλα. Η έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με όλα τα παραπάνω. Την ίδια στιγμή βεβαίως εντός Δύσης, δρα σε μόνιμη βάση ένα ευρωατλαντικό «μπλοκ» –στην πρόσοψή του οι «Ευρωπαίοι» και πίσω τους πολεμοκάπηλα νεοσυντηρητικά κέντρα της Ουάσινγκτον– που παραμένει κλειδωμένο σε μόνιμη σύγκρουση με τη Ρωσία. Και φυσικά η εικόνα περιπλέκεται δραματικά από την κρίση της Μέσης Ανατολής και εντός της, από την υπαρξιακή πίεση που υφίστανται οι μοναρχίες του Κόλπου και ιδιαίτερα η Σαουδική Αραβία, για την οποία έχει αρχίσει να γίνεται ανοιχτά συζήτηση σχετικά με το ενδεχόμενο κατάρρευσής της!
Η εικόνα γίνεται όλο και πιο ρευστή. Το ίδιο ρευστοποιούνται και τα μέτωπα αντιπαράθεσης που, πέραν αυτών στο εσωτερικό της Δύσης, περιλαμβάνουν μεγάλες εντάσεις που δοκιμάζουν τα όρια της συνοχής και των BRICS. Επιπλέον οι ρηγματώσεις ενεργοποιούνται και στο εσωτερικό των χωρών, τόσο στη Δύση όσο και στη Ρωσία τουλάχιστον, με την Κίνα να παραμένει πολύ πιο δυσανάγνωστη περίπτωση – αν και με τεράστια φορτία αντιφάσεων που προκύπτουν από τους απαράκαμπτους και ταυτόχρονα δοκιμαζόμενους δεσμούς της με το σύστημα της «απερχόμενης παγκοσμιοποίησης».
***
Κάτι ακόμη πριν κλείσουμε το σημερινό σημείωμα:
Το σύστημα Τραμπ βρίσκεται υπό τρομακτική πίεση. Με πρωτοφανή φιάσκα στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, αλλά και με επαπειλούμενη μια σοβαρότατη οικονομική κρίση (Χρηματιστηριακή φούσκα; Κρίση του χρέους των ΗΠΑ – δολαρίου – παγκόσμιου χρέους;). Τα «όργανα έχουν αρχίσει» και μάλιστα εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών που είναι πιθανό ότι θα φέρουν σημαντικές ανακατάξεις.
Η υπόθεση Γκίλφοϊλ δείχνει ότι καμιά φορά η αυτοκρατορική παρακμή φέρνει πολέμους στο «κέντρο» μέσω «περιφέρειας», όπως ο τωρινός που άνοιξε ο Ρ. Μέρντοχ με το σύστημα Τραμπ.
Πολλά έχουν φτάσει στα «όριά» τους. Οι αποκλίνουσες τροχιές εντός της διοίκησης Τραμπ (Μ. Ρούμπιο, Τζ. Ντ. Βανς) και οι αποστασιοποιήσεις από τον πρόεδρο αρχίζουν να αποκτούν δυναμική. Και όλα αυτά μαζί τροφοδοτούν μια ιδιότυπη «τετανική» διαλεκτική κλιμάκωσης και ταυτόχρονης αναζήτησης ντιλ με τη Ρωσία και, απ’ ό,τι φαίνεται, και με την Κίνα.
[Το μικρόβιο του τετάνου προκαλεί ασθένεια του νευρικού συστήματος, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την ταυτόχρονη ενεργοποίηση των ανταγωνιστικών μυών του ανθρώπινου σώματος. Αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, έχει μοιραία κατάληξη.]




































































