Η συριακή κρίση, μεγάλοι παίκτες και η ανασφάλεια των τοπικών πληθυσμών

Του Σωτήρη Ρούσσου*

 

Το πρόβλημα των Σύριων προσφύγων δεν γεννήθηκε στις ακτές της Λέσβου ούτε στο σιδηροδρομικό σταθμό της Βουδαπέστης. Η συζήτηση όμως και ο συναγερμός για το ζήτημα των προσφυγικών/μεταναστευτικών ροών παραμένει ακόμη στο επίπεδο της αντιμετώπισης μιας ανθρωπιστικής κρίσης, για να μην πούμε μιας κρίσης ασφάλειας. Για να κατανοήσουμε την αύξηση των μεταναστευτικών/προσφυγικών ροών από τη συριακή κρίση θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας τέσσερις βασικούς λόγους.

 

1. Φαίνεται αδύνατη η ειρήνευση. Πρώτος λόγος, η μακρά διάρκεια του πολέμου στη Συρία και η μη ύπαρξη ενδεχομένου λύσης στον ορίζοντα. Η απομάκρυνση μιας ειρηνικής προοπτικής εκμηδενίζει τις ελπίδες όσων βρίσκονται στα προσφυγικά στρατόπεδα στις γειτονικές της Συρίας χώρες για γρήγορη επάνοδο στις εστίες τους, και οδηγεί τους πιο κινητικούς κοινωνικά σε αναζήτηση μόνιμου καλύτερου μέλλοντος εκτός περιοχής (Δυτική και Βόρεια Ευρώπη). Πρόκειται για επαναλαμβανόμενο φαινόμενο σε ανάλογες καταστάσεις, όπως δείχνουν τα ιστορικά παραδείγματα των Παλαιστινίων και των Αφγανών προσφύγων.

2. Τεράστια συσσώρευση προσφύγων στις γειτονικές χώρες. Δεύτερος λόγος, η αδυναμία, και τελικά η απροθυμία πια, των γειτονικών χωρών να αντέξουν το προσφυγικό ρεύμα. Στην Ιορδανία, οι Σύριοι πρόσφυγες έχουν ξεπεράσει τις 800.000, δηλαδή το 25% του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Αν σε αυτούς προσθέσουμε κάποιες δεκάδες χιλιάδες προσφύγων από το Ιράκ, αλλά και τους από δεκαετίες εγκατεστημένους στη χώρα αυτή Παλαιστίνιους πρόσφυγες που έχουν μερικώς ενσωματωθεί, αντιλαμβανόμαστε την κοινωνική και οικονομική αστάθεια που δημιουργείται στο ιορδανικό βασίλειο. Στο Λίβανο, οι Σύριοι πρόσφυγες αποτελούν πλέον το 30% του συνολικού πληθυσμού σε μια χώρα με μακρά ιστορία εθνοθρησκευτικών συγκρούσεων, με πολιτικό σύστημα σε αφασία και εύθραυστη οικονομία. Τέλος, στην Τουρκία οι Σύριοι πρόσφυγες φτάνουν ή και ξεπερνούν τα 2 εκατομμύρια, αλλάζοντας τη δημογραφική σύνθεση μιας πολύ ευαίσθητης περιοχής στο υπογάστριο της χώρας. Ενδεικτικά, σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, για να καλυφθούν οι ανάγκες των Σύριων προσφύγων στην Τουρκία το 2015 χρειάζονται περίπου 624 εκατομμύρια δολάρια, ενώ είναι διαθέσιμα μόλις 184 εκατομμύρια.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη τεράστιων προσφυγικών στρατοπέδων (το στρατόπεδο Ζαατάρι αποτελεί την πέμπτη μεγαλύτερη πόλη της Ιορδανίας), πέρα από την κοινωνική και οικονομική αστάθεια που δημιουργεί στις χώρες αυτές, εντείνει και τη ριζοσπαστικοποίηση νέων ανθρώπων που στρέφονται κυρίως προς τις εξτρεμιστικές τζιχαντιστικές οργανώσεις. Κάτι ανάλογο συνέβη με τα παλαιστινιακά στρατόπεδα στο Λίβανο, αλλά και με τα στρατόπεδα των Αφγανών προσφύγων στο Πακιστάν, τα οποία αποτέλεσαν θερμοκήπιο των Ταλιμπάν. Οι νέες «σειρές στρατολόγησης» οργανώσεων σαν το Ισλαμικό «Χαλιφάτο» θα έρθουν από αυτά τα στρατόπεδα.

 

3. Κατάρρευση των υποδομών του συριακού κράτους. Τρίτος λόγος, έχει πια συντελεστεί πλήρης οικονομική κατάρρευση του συριακού-ασαντικού κρατικού μηχανισμού. Το συριακό κράτος έχει χάσει τις βασικές πλουτοπαραγωγικές πηγές και κυρίως τα μεγάλα κοιτάσματα πετρελαίου, ενώ η γεωργία και το εμπόριο έχουν πλήρως καταστραφεί. Ζει κυρίως από την ξένη, κυρίως ιρανική, βοήθεια η οποία καλύπτει μετά βίας τις στρατιωτικές ανάγκες και τις βασικές λειτουργίες της κυβέρνησης. Οι υποδομές έχουν καταστραφεί, το σύστημα υγείας έχει ισοπεδωθεί. Και όλα αυτά σε μια χώρα όπου, σε αντίθεση με τον Λίβανο, η οικονομία ήταν πλήρως ελεγχόμενη από το κράτος, όπως και όλες οι κύριες εκφάνσεις κοινωνικής οργάνωσης και κοινωνικών υποδομών. Αυτή η κατάρρευση στερεί από δεκάδες χιλιάδες Σύριους το έστω και γλίσχρο εισόδημά τους και τους ωθεί στην απόλυτη φτώχεια και τη μετανάστευση.

 

4. Τουρκοκουρδική σύρραξη και «χειρουργικοί» βομβαρδισμοί. Τέταρτον, η νέα συνεννόηση Τουρκίας-ΗΠΑ αναζωπυρώνει την τουρκο-κουρδική ένοπλη σύγκρουση, πολλαπλασιάζει τα μέτωπα και αναγκάζει τους Κούρδους της Συρίας να προστρέξουν σε βοήθεια του PKK, αφού το συρο-κουρδικό ΡΥD και το ΡΚΚ αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία συνδεδεμένα και με τοπικούς/οικογενειακούς δεσμούς. Με αυτόν τον τρόπο, οι τουρκικές επιθέσεις κατά των Κούρδων αφαιρούν αντιπάλους από τις τζιχαντιστικές οργανώσεις και αυξάνουν τις μεταναστευτικές/προσφυγικές ροές τόσο από τις κουρδικές περιοχές όσο και από τις περιοχές που ελέγχουν οι τζιχαντιστές. Γενικότερα, και αυτό αφορά και τις αμερικανικές επιχειρήσεις, οι βομβαρδισμοί, όσο «χειρουργικοί» και αν είναι, αυξάνουν την ανασφάλεια των τοπικών πληθυσμών. Σύμφωνα με εκτιμήσεις διεθνών ΜΚΟ με μεγάλη εμπειρία στο συριακό πεδίο, οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί στις περιοχές που ελέγχει το «χαλιφάτο» αύξησαν την τάση των ανθρώπων να εγκαταλείψουν την περιοχή τους.

 

Ποια βιώσιμη επίλυση της σύρραξης

Συνεπώς, εάν οι παραπάνω λόγοι δεν αντιμετωπιστούν, το προσφυγικό ρεύμα προς την Ευρώπη θα βαίνει διογκούμενο, δημιουργώντας όλο και μεγαλύτερες εντάσεις. Η απάντηση σε έναν εμφύλιο με πολλά συγκρουόμενα μέρη μπορεί να βρεθεί στη ρήση Αμερικανού στρατηγού για τον πόλεμο της Συρίας: «Δεν πρόκειται για έναν συριακό εμφύλιο με περιφερειακές συνέπειες, αλλά για έναν περιφερειακό πόλεμο με επίκεντρο τη Συρία». Πρόκειται στην ουσία για τον ανταγωνισμό μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας, όπου παρεμβάλλονται η Τουρκία και, δευτερευόντως, το Κατάρ. Οι ΗΠΑ είδαν στην κατάρρευση του Άσαντ τη διάλυση του άξονα Τεχεράνη-Δαμασκός-Χεζμπολά. Ο άξονας αυτός θεωρείται βασική απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή, δηλαδή την ασφάλεια του Ισραήλ και τη ροή του πετρελαίου. Ενισχύει τη Χεζμπολά στα βόρεια σύνορα του Ισραήλ και αποσταθεροποιεί γεωπολιτικά το σαουδαραβικό βασίλειο, ιδίως αν στον παραπάνω άξονα προστεθεί και η Βαγδάτη.

Η σύγκρουση δεν μπορεί να επιλυθεί με αεροπορικές επιδρομές των Αμερικανών και των συμμάχων τους. Είναι πιθανότερη η πολυδιάσπαση των τζιχαντιστικών οργανώσεων αλλά και των στρατιωτικών δυνάμεων του Άσαντ σε εκατοντάδες τοπικές πολιτοφυλακές, χειροτερεύοντας τον ήδη χαοτικό χαρακτήρα της σύγκρουσης. Ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι μια στρατιωτική επιχείρηση θα είναι επιτυχημένη τόσο εναντίον του «χαλιφάτου» όσο και εναντίον του Άσαντ, η πλήρης διάλυση του μπααθικού κομματικού-κρατικού μηχανισμού θα οδηγήσει σε πολύ μικρό διάστημα στο αιματηρό χάος που κυριάρχησε στο Ιράκ και τη Λιβύη μετά την πτώση των αυταρχικών καθεστώτων.

Η μη τζιχαντιστική συριακή αντιπολίτευση, η οποία ευνοείται από την Ουάσιγκτον, δεν έχει ούτε τη στρατιωτική ισχύ ούτε την ευρεία πολιτική νομιμοποίηση για να επιβάλει νέες βιώσιμες κρατικές δομές. Αλλά ούτε βέβαια μια ρωσική επέμβαση υπέρ του Άσαντ είναι πιθανή. Η ρωσική πολιτική είναι πολύ πιο σοφή και συνετή από τους ανά τον κόσμο θαυμαστές του Προέδρου Πούτιν για να εμπλέξει ρωσικές δυνάμεις στο συριακό έδαφος πολεμώντας κατά των τζιχαντιστών. Όσο για πιθανές ρωσικές αεροπορικές επιδρομές, θα έχουν την ίδια αναποτελεσματικότητα με τις αμερικανικές και θα δημιουργήσουν σοβαρό πρόβλημα στις σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία και τις μοναρχίες του Κόλπου, κάτι που μάλλον η Μόσχα απεύχεται.

Για να επιλυθεί λοιπόν αυτή η εμφύλια σύγκρουση χρειάζεται μια περιφερειακή διευθέτηση για τη Συρία στο πρότυπο της συμφωνίας του Τάεφ για τον τερματισμό του δεκαπενταετούς λιβανικού εμφυλίου το 1989. Μια διευθέτηση που θα περιλαμβάνει το Ιράν, τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία, τις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Πιθανόν η στρατιωτική και διπλωματική κινητικότητα της Ρωσίας περί τη Συρία τον τελευταίο καιρό έχει σκοπό να εξασφαλίσει τη συμμετοχή της σε αυτήν τη διευθέτηση. Το ασαντικό καθεστώς ή μέρος του δεν μπορεί παρά να έχει θέση στην επόμενη μέρα στη Συρία, όπως και το μετριοπαθές πολιτικό Ισλάμ. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα έχει ουσιαστικό λόγο σε όλα αυτά. Μάλλον θα κληθεί να πληρώσει μεγάλο μέρος της ανοικοδόμησης μιας ισοπεδωμένης χώρας.

 

* Ο Σωτήρης Ρούσσος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και επιστημονικός υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, www.cemmis.edu.gr

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!