Ένας άνθρωπος που «μιλούσε» όταν έπρεπε
Ο Γιάννης Χοντζέας (1930-1994), από το θάνατο του οποίου συμπληρώθηκαν 32 χρόνια, υπήρξε μια ξεχωριστή φυσιογνωμία στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα. Για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς είναι ότι «μιλούσε» όταν έπρεπε, όταν γίνονταν σημαντικές αλλαγές, αναδιαρθρώσεις, «στροφές» και υποχωρήσεις. Δεν μιλούσε κατόπιν εορτής και χωρίς κανέναν –συνήθως– αυτοκριτικό τόνο, όπως έκαναν και κάνουν όσοι έβλεπαν με καθυστέρηση δεκαετιών κάποιες «αλήθειες» που προηγουμένως είχαν υπηρετήσει σχεδόν τυφλά, παρά τις προειδοποιήσεις, τις αντιπαραθέσεις, τα στοιχεία.
Ο Γιάννης Χοντζέας αφιέρωσε τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής του στη μελέτη της σύγχρονης πραγματικότητας, της παγκόσμιας κρίσης και των αναδιαρθρώσεων, ενώ ταυτόχρονα έδωσε πλούσιο υλικό για την πορεία του κομμουνιστικού κινήματος στον 20ό αιώνα. Όμως, όπως συνηθίζεται στη χώρα μας απέναντι σε όποιον ξεφεύγει από τις «νόρμες» και τις «μόδες» κάθε εποχής, το έργο του αντιμετώπισε ένα ορισμένο εμπάργκο, ιδεολογικό και πολιτικό.
Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι τμήμα ενός ανέκδοτου κειμένου που κυκλοφόρησε ανάμεσα σε λίγους ανθρώπους το 1986. Ο τίτλος οφείλεται στην αρχική φράση του κειμένου: «Οι ιδέες είναι σαν τα καρφιά, όσο τις κτυπάς τόσο πιο βαθιά μπαίνουν». Στο χειρόγραφο αυτό ο Γιάννης Χοντζέας ασχολείται με την κριτική της Επιστημονικο-Τεχνικής Επανάστασης (ΕΤΕ) και τον «τεχνολογικό βολονταρισμό» αφού τότε, σε Δύση και Ανατολή, διακήρυτταν πως η ΕΤΕ και γενικώς η ισόρροπη ανάπτυξη αυτόματα θα οδηγήσει σε ένα καλύτερο και ειρηνικό μέλλον.
Διαβάζοντας αυτό το κείμενο διαπιστώνει κανείς τη διεισδυτική σκέψη και τη διορατικότητα του Γιάννη Χοντζέα όσον αφορά την πορεία και στόχευση των αναδιαρθρώσεων που επιχειρούνταν. Έτσι ώστε όσα λέει ένα κείμενο ηλικίας 40 ετών να παραμένουν εντυπωσιακά επίκαιρα, ανιχνεύοντας ακόμη και πολύ μεταγενέστερες έννοιες, αφηγήματα, διαδικασίες, «λύσεις» και εργαλεία, όπως αυτό που σήμερα ονομάζουμε τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ), ή τα δυστοπικά σχέδια εγκατάλειψης του πλανήτη από μια υβριδική ελίτ που θα διασωθεί εποικίζοντας το Διάστημα.
Τέλος, ας μην ξεχνάμε ότι το κείμενο αυτό γράφτηκε στα χρόνια που έλαμπε το αστέρι του Γκορμπατσόφ (σχεδόν όλες οι πτέρυγες της αριστεράς τον εξυμνούσαν ανοικτά), που όμως έμεινε στην ιστορία ως ο άνθρωπος που έκοψε την κορδέλα της παλινόρθωσης του καπιταλισμού (η διαδικασία είχε αρχίσει βέβαια πολύ νωρίτερα). Υπήρξε ο Γενικός Γραμματέας που έβγαλε εκτός νόμου το κόμμα του, και στη συνέχεια πρωταγωνίστησε το 1997 σε μια διάσημη τηλεοπτική διαφήμιση για την αλυσίδα εστιατορίων Pizza Hut…
Για να μαθαίνουν οι καινούργιοι και να ξαναθυμηθούν οι παλιοί, η Αλέκα Παπαρήγα, όταν εκλέχτηκε το 1991 γραμματέας του ΚΚΕ, επισκέφθηκε στη Μόσχα τον Γκορμπατσόφ, και στις 25 Ιουνίου 1991 δήλωνε: «Οι ιδέες της περεστρόικα απαντούν στις απαιτήσεις της αναδιοργάνωσης του σοσιαλισμού και συμβάλλουν σημαντικά στην ανάπτυξη της σύγχρονης θεωρίας του σοσιαλισμού, κάνοντάς τον πιο ελκυστικό». Μάλιστα δώρισε στον Γκορμπατσόφ ένα αγαλματίδιο του Ηρακλή για να του ευχηθεί χαρακτηριστικά «καλή επιτυχία στην ηράκλεια προσπάθειά του». Στις 26 Δεκεμβρίου 1991 διαλύθηκε η ΕΣΣΔ…
Οι ιδέες είναι σαν τα καρφιά
του Γιάννη Χοντζέα*
Έχουμε διατυπώσει την άποψη για την ύπαρξη ενός ενιαίου παγκόσμιου συστήματος κοινωνικών σχέσεων. Η άποψη αυτή, όπως είναι επόμενο, χρειάζεται να δοκιμαστεί στην αντιπαραβολή με τις εξελίξεις που σημειώθηκαν και σημειώνονται. Τι υποδηλώνεται με μια τέτια διατύπωση;
– 1 –
Στα τελευταία σαράντα περίπου χρόνια (1945-80), χρόνια που σημαδεύονται από αυτό που λέγεται ανάπτυξη, συντελέστηκαν μεταβολές σε όλα τα επίπεδα που οδήγησαν, μέσα από επαναστάσεις, πολέμους, εξεγέρσεις και συγκρούσεις, σε ανοικτούς ή σιωπηρούς συμβιβασμούς και απόπειρες «ρυθμίσεων», στην επιβολή μιας ορισμένης τάξης πραγμάτων. Οι ταυτόχρονες εκδηλώσεις φαινομένων που ονομάζονται είτε εξάντληση των ορίων αυτής της ανάπτυξης, είτε καταστάσεων στασιμότητας, πιστοποιούν τον αρνητικό και όχι θετικό χαρακτήρα αυτής της τάξης πραγμάτων. Η τάξη αυτή επομένως αποτελεί μια απόπειρα υπέρβασης βαθύτατων και ασυμφιλίωτων αντιθέσεων, οι οποίες αποτέλεσαν τη βάση όλων των τρανταγμάτων που σημάδεψαν την εξέλιξη του κόσμου στον 20ό αιώνα.
Η μεταπολεμική ανάπτυξη, ακριβώς αποτελώντας υποκατάστατο αναγκαίων μεταβολών στις κοινωνικές σχέσεις, οδηγεί στα γνωστά αδιέξοδα, που όσο πλησιάζουμε στο τέλος του αιώνα κορυφώνονται και απειλούν όχι μονάχα την τέτια τάξη που επιβλήθηκε, αλλά και την ίδια την ύπαρξη δισεκατομμυρίων ανθρώπων.
Η ένταξη σ’ αυτήν την πορεία μιας ανταγωνιστικής βασικά πορείας, που εκπροσωπούσαν οι σημερινές ανατολικές χώρες, έδωσε πρόσκαιρα ωφελήματα, όπως πρόσκαιρα ήταν και τα ωφελήματα που «παραχωρήθηκαν» σε κοινωνικές ομάδες και στρώματα του λεγόμενου «αναπτυγμένου» ή «ενδιάμεσου» κόσμου.
Η εξάντληση των ορίων των πρόσκαιρων ωφελημάτων («στασιμότητα» – «λαχάνιασμα της ανάπτυξης»), επιχειρείται τώρα να καλυφθεί με όλα όσα διακηρύχνονται για επιστροφή στον «άνθρωπο», στην πρωτοβουλία και το επιχειρηματικό πνεύμα, και με την κριτική του κρατισμού, επιμέρους «μοντέλων» ανάπτυξης. Για μια ακόμα φορά σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα επιχειρείται σε ασύγκριτα μεγαλύτερη κλίμακα η προβολή υποκατάστατων στη θέση πραγματικών προβλημάτων.
– 2 –
Το σημερινό σύστημα κοινωνικών σχέσεων είναι ενιαίο για τους λόγους που εκτέθηκαν πιο πάνω. Η έννοια του ενιαίου δεν περικλείνει ούτε την ομοιογένεια, ούτε τη συνέχεια, ούτε την ομοιομορφία. Τα ρήγματα που έχει δεχθεί έχουν αφήσει τα αποτυπώματά τους. Οι αντιθέσεις-προβλήματα και η τάξη-υποκατάστατα συνιστούν τον κύριο άξονα, από την κίνηση του οποίου προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση θα κριθεί η πορεία του κόσμου τις επόμενες δεκαετίες.
Η πραγματοποιούμενη αναδιάρθρωση (άλλη ανάπτυξη) και η συντελούμενη επιτάχυνση (εντατική ανάπτυξη), οι δύο κύριες μορφές προτύπων για τη λύση των αντιθέσεων του σύγχρονου κόσμου, προβάλλουν σαν όχημα τον τεχνολογικό βολονταρισμό στη θέση του κοινωνικού βολονταρισμού. Ο 20ός αιώνας, κατεξοχήν αιώνας του δεύτερου προτύπου στο πρώτο μισό και πάνω, επιδιώκεται τώρα να «κλείσει» με την παραδοχή πως μονάχα μια τάξη μπορεί να υπάρξει, εκείνη που μονάχα η «νεκρή» εργασία μπορεί να επιβάλλει.
Ο παραλογισμός της τεχνοκρατικής ορθολογικότητας επεκτείνεται στην παραδοχή της αναγκαιότητας της απονέκρωσης του ανθρώπινου παράγοντα και της «ανθρωποποίησης» των όπλων, των μηχανών και κάθε είδους «νεκρής εργασίας», σαν όρο για την υπερνίκηση των αντιθέσεων που η ίδια η ορθολογικότητα καθόρισε και επέβαλε. Η ανατροπή αυτής της ορθολογικότητας αποτελεί τον όρο για την αντιστροφή της κίνησης που αμετάκλητα επίμονα προωθούν οι δύο κύριες μορφές προτύπων για τη λύση των αντιθέσεων του σύγχρονου κόσμου.
Η τέτια ορθολογικότητα διαποτίζει κάθε στιγμή της ζωής δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Κάθε προϊόν της παρουσιάζεται πως υλοποιεί, ενσαρκώνει το αντίθετό του. «Απαλλαγή από το μόχθο», «επικοινωνία», «πληροφόρηση», «ελπίδα ζωής», «ανάγκες» γενικά… Η πραγμοποίηση του ανθρώπου γίνεται στο όνομα της αποπραγματοποίησης του πράγματος.
– 3 –
Η παρατεταμένη κρίση, που αλλού ονομάζεται «λαχάνιασμα της ανάπτυξης», αλλού «στασιμότητα», και που μέσα από εναλλασσόμενες φάσεις –πότε σαν «ενεργειακή κρίση», πότε σαν «χρηματιστική κρίση» ή σαν «περιβαλλοντική κρίση» ή σαν κρίση χρέωσης κ.λπ.– αποτελεί μια χωρίς προηγούμενο εξέλιξη ή ένα χωρίς προηγούμενο «φαινόμενο»: «συνοψίζει» και «ανακεφαλαιώνει» όλες τις προηγούμενες μορφές κρίσεων, και το κάνει αυτό «προωθώντας» ή «παραλείποντας» στοιχεία. Οι απόπειρες υπέρβασής της, που αναγγέλλονται κάθε τόσο σαν «γεγονός» με τυμπανοκρουσίες, διαψεύδονται από άλλα «απρόβλεπτα» (μη «προβλέψιμα» περιστατικά).
Οι προγραμματισμοί, τα καρτέλ, οι «συνεννοήσεις» και ρυθμίσεις δίνουν βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα, που με τη σειρά τους επιδεινώνουν τις προηγούμενες καταστάσεις. Η επίσημη ορολογία μιλάει για κρίση ανάπτυξης, για κρίση ανισορροπιών, για ένταση του χάσματος Βορρά-Νότου, αλλά και για πολιτισμική κρίση, ηθική κρίση, κρίση αξιών κ.λπ. Ο ολόπλευρος χαρακτήρας της παρούσας κρίσης όχι μονάχα δεν αμφισβητείται, αλλά χρησιμοποιείται για να επιχειρηθούν απόπειρες εξόδου που θα αναδιαρθρώνουν και θα αναδιοργανώσουν στην ουσία τις ίδιες κοινωνικές σχέσεις. Η επιστροφή σε πανάρχαιες ιδεολογίες, προλήψεις, ιδεοληψίες –χαρακτηριστικό της περιόδου αυτής– το πιστοποιεί.
Η παρούσα κρίση επομένως δεν μπορεί να εννοηθεί παρά μονάχα σαν μια ολόπλευρη κρίση, που ο τρόπος αντιμετώπισής της δεν μπορεί παρά να είναι συνολικός, ριζικός και να «θίγει» τα θεμέλια-αιτίες. Είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι, και φυσικά το αντιλαμβάνονται, όσοι διατηρούν τη δύναμη, την επιρροή και την ισχύ, δεν θέτουν το «πρόβλημα» με τον τρόπο αυτό:
– Η «παραδοσιακή» πλευρά του πιο επιθετικού, αλαζονικού και τυφλωμένου από τις αποτυχίες του καπιταλισμού, το θέτει με την παμπάλαια επιλογή «μετά από μένα ο κατακλυσμός».
– Η δήθεν παραδοσιακή πλευρά της ανατροπής του συστήματος, διχασμένη ανάμεσα στην προσαρμογή της, που ολοκληρώνεται με επιταχυνόμενο τρόπο, και στις μάζες που απευθύνεται και έχει «κληρονομήσει», παραπαίει ανάμεσα στην κατοχή του «μονοπωλίου» της και στην κρίση που πασχίζει με όλους τους τρόπους να εξωραΐζει.
– Οι «ενδιάμεσες» δυνάμεις, που ορισμένες απ’ αυτές βαυκαλίστηκαν ή ήθελαν να βαυκαλίζονται με θαυματουργίες, ανώδυνες και ταχύτατες συνταγές-λύσεις, προσπαθούν να εκμεταλλεύονται τα προβλήματα των δύο κύριων πόλων ποντάροντας στην αναβίωση μιας πολυπλοκότητας που θα εξασφαλίσει μια ισορροπία επωφελή γι’ αυτές.
Όλοι μαζί ποντάρουν στον συνδυασμό της επιτάχυνσης του επιστημονικού τεχνολογικού βολονταρισμού με μια πιο «βολονταριστική» χρησιμοποίηση του χειριστικού οπλοστασίου.
– 4 –
Το κέρδος σαν στόχος και το κυνηγητό κέρδους σαν ζωτικός τρόπος ύπαρξης «αντιπαραθέτουν» συμπληρωματικά δύο εποχές του καπιταλισμού. Στη δεύτερη περίπτωση, η πολυπλοκότητα των επιπέδων (συστημάτων) τείνει αδιάκοπα στον γιγαντισμό, παρά τις κάθε φορά απόπειρες –σε περιόδους κρίσης– επαναφοράς τους σε «λογικά» επίπεδα.
Ο τέτιος γιγαντισμός σαν τάση από τις αρχές του 20ού αιώνα οδήγησε σε «γραμμικές» προβλέψεις για την εξέλιξη των συστημάτων, όπως εκείνη του «υπεριμπεριαλισμού» ή, σήμερα, σ’ αυτές που αποτελούν το «ανάγνωσμα» της εποχής τύπου «1984» Όργουελ. Τα πρώτα στηρίζονταν στην επιστήμη (εξελικτικός επιστημονισμός). Για τα πρώτα, όσο και για τα δεύτερα, υπάρχει μια απάντηση, έστω κι αν γράφτηκε στις αρχές του 20ού αιώνα:
«Μπορούμε να αμφισβητήσουμε πως είναι “αδιανόητη” μια νέα φάση του καπιταλισμού μετά τον ιμπεριαλισμό; Όχι. Θεωρητικά μπορούμε να διανοηθούμε μια τέτια φάση […] Είναι αναμφισβήτητο πως η εξέλιξη τείνει στη διαμόρφωση ενός ενιαίου, παγκόσμιου τραστ, που θα περίκλεινε όλες χωρίς εξαίρεση τις επιχειρήσεις, κι όλα χωρίς εξαίρεση τα Κράτη. Αλλά η εξέλιξη πραγματοποιείται μέσα σε τέτιες περιστάσεις, μ’ έναν τέτιο ρυθμό, μέσα από τέτιους ανταγωνισμούς –όχι μονάχα οικονομικούς, αλλά και πολιτικούς, εθνικούς κ.λπ.– που, πριν φθάσουμε στη δημιουργία ενός ενιαίου παγκόσμιου τραστ, πριν από την “υπεριμπεριαλιστική” συγχώνευση των εθνικών χρηματιστηριακών κεφαλαίων, ο ιμπεριαλισμός θα καταστραφεί και ο καπιταλισμός θα μετασχηματιστεί στο αντίθετό του»[1].
(Όποιος θέλει να βλέπει την ουσία των διατυπώσεων, βλέπει δύο πράγματα: μια «θεωρητική» λογική και μια «πραχτική» λογική. Δεν πρόκειται για διχασμό, αλλά για αντιπαράθεση δύο τρόπων αντίληψης των πραγμάτων. Στην πρώτη περίπτωση, ο αντικειμενικός παράγοντας, αυτό που κυριαρχεί τώρα, ανακηρύσσεται σε καθοριστικό. Στη δεύτερη περίπτωση ανιχνεύεται, προβάλλεται η ανταγωνιστική τάση σ’ αυτό που κυριαρχεί τώρα. Υπάρχει μια διαφορά: τότε είχαμε «όνειρα», θεωρητικά θεμελιωμένα, υπέρβασης των αντιθέσεων που ταλάνιζαν τότε, και προβολής ενός «ειρηνικού» υπεριμπεριαλιστικού μέλλοντος, επομένως αποφυγής πρακτικής ανατροπής αυτού ή εκείνου του ενδεχόμενου που προωθούσε η κυρίαρχη τάση. Τώρα έχουμε θεωρητικά θεμελιωμένες βεβαιότητες για τη συνέχιση, ανάπτυξη πιο πέρα επίσης μιας κυριαρχικής τάσης που απαντάει η ανάπτυξή της σε συγκεκριμένα προβλήματα-αντιθέσεις της εποχής. Ενώ αναγνωρίζεται η πολυπλοκότητα και η περιπλοκότητα του σύγχρονου κόσμου και ο αγνωστικισμός ουσιαστικά αποτελεί την κυρίαρχη ιδεολογία, είτε με τη «δεξιά» είτε με την «αριστερή» του έκφραση, υποβάλλεται και διακηρύχνεται η βεβαιότητα μιας γραμμικότητας που απαλλάσσει βολικά όποιους προσγειώνονται ή έχουν προσγειωθεί στο έδαφος του «ρεαλισμού», δηλαδή του «εξελικτικού επιστημονισμού», καθώς και η αποφυγή κάθε συμμετοχής σε πραχτικές απόπειρες ανατροπής αυτής της γραμμικότητας στην κυρίαρχη τάση).
Στη διατύπωση αυτή υπάρχει συμπυκνωμένος, εφαρμοσμένος αυτός που ονομάστηκε λενινιστικός «βολονταρισμός». Η «αυτοκριτική του κομμουνισμού», στα μέσα του 20ού αιώνα και μετά, εξόρκισε αυτό το «φάντασμα», ακόμα κι αν ο «λενινισμός» πηγαινοέρχεται σαν καραμέλα στα στόματα και στα γραφτά ορισμένης πλευράς.
Η «αδράνεια του συστήματος» που εκτράφηκε από τις πρακτικές συνέπειες αυτών των εξορκισμών «εκδικήθηκε» και «εκδικείται». Έτσι δημιουργήθηκε μια κατάσταση όπου, με την εξάλειψη των βολονταρισμών, θα οδηγούνταν σε μια «συμμετρική, κανονική, ολόπλευρη ανάπτυξη» όπως διακηρύχνονταν και διακηρύχνεται, έχουμε μια ομολογημένη «στασιμότητα».
Η τρέχουσα βιβλιογραφία είναι γεμάτη από «τεχνολογικούς βολονταρισμούς», καινοτομίες, (πηδάμε στον κοινωνικό τομέα, έτσι λ.χ. η «δουλειά α λα ιαπωνικά» είναι μεγάλη κοινωνική καινοτομία, μια προώθηση των κοινωνικών σχέσεων), και η σύγχρονη τεχνοκρατική γλώσσα –βλ. ΠΑΣΟΚ– είναι γεμάτη από τη «βούληση» της κυβέρνησης, τη βούληση του ΠΑΣΟΚ, τη βούληση του τάδε προέδρου συνεταιρισμού ή διευθυντή υπηρεσίας, βούληση από δω, βούληση από κει. Εδώ οι «βολονταρισμοί» κινούνται στο έδαφος της νομιμότητας. Ο κοινωνικός βολονταρισμός είναι η επίτευξη ενός κοινωνικού συμβολαίου ανάμεσα στα αφεντικά και στους υπαλλήλους. Ή ανάμεσα στους πολιτικούς αρχηγούς για να υπάρχει «συναίνεση». Συμμετρία, κανονικότητα, ρουτίνα, βούληση με το μέτρο, έτσι που το κοινωνικό να εξυπηρετεί το πολιτικό, που με τη σειρά του να επιτρέπει τον βολονταρισμό στο τεχνικό με την πιο πλατιά σημασία, λ.χ. ο διαφημιστικός βολονταρισμός. Αυτά «νομιμοποιούνται» σύμφωνα με τη σύγχρονη επιστημονική αυστηρότητα.
Τα καθησυχαστικά όνειρα ανήκουν στο παρελθόν. Τα σημερινά όνειρα είναι η παραγωγή διάνοιας, η παραγωγή εξευγενισμένων ή πανίσχυρων ανθρώπων και η μετατροπή των «κοινότυπων» ανθρώπων ή σε ραδιενεργά απόβλητα ή σε δούλους των όλο και πιο τελειοποιημένων συστημάτων, ο αποικισμός άλλων πλανητών και η λύση των «γήινων» προβλημάτων με αρχή κατάκτησης του Σύμπαντος και άλλα πολλά. Αυτά τα όνειρα είναι το άκρο αυτού του τεχνολογικού βολονταρισμού που θα διαπαιδαγωγήσουν τη σημερινή γενιά ή τη γενιά του 2000 για να ρίξει ταφόπετρα στους «σπασμούς της Γης»: επαναστάσεις και άλλους τέτοιους βολονταρισμούς που πέρασαν στην προϊστορία μόλις υψώθηκε το μανιτάρι της Χιροσίμα…
Θεωρητικά, θα λέγαμε, είναι δυνατά αυτά. Η τάση εξέλιξης είναι δυνατό να οδηγήσει σε μια «περίπου» πραγμάτωση τέτιων και άλλων «ονείρων». Από τα 5 δισεκατομμύρια των ανθρώπων μπορεί να επιζήσουν μετά από κάθε είδους πειραματισμούς 100-200-300 εκατομμύρια «εκλεκτοί», που ο επιστημονικοτεχνολογικός βολονταρισμός θα τους καταστήσει άτρωτους σε κάθε «ανάμνηση» καταστροφών, πολέμων, θεομηνιών κ.λπ., και που η αφρόκρεμά τους θα ξεκινήσει τη νέα εξόρμηση…
Θεωρητικά όμως είναι δυνατή και μια άλλη εξέλιξη. Να παρέμβει κάποιος άλλος βολονταρισμός και να συντρίψει τον μονόδρομο της ΕΤΕ και του τεχνολογικού βολονταρισμού. Να καταστήσει όλα τα αδιάκοπα συσσωρευμένα όπλα, εργαλεία, μηχανές, τα κάθε είδους «παλιοσιδερικά», άχρηστα. Αυτό σημαίνει άλλη τροπή, ριζικά διαφορετική στην εξέλιξη.
* Απόσπασμα από ανέκδοτο κείμενο του 1986. Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του συγγραφέα, και έγιναν ελάχιστες συντακτικές/μορφολογικές τροποποιήσεις. Λέξεις που στο χειρόγραφο είναι υπογραμμισμένες, εδώ αποδίδονται με έντονα στοιχεία.
[1] 1915, Λένιν, πρόλογος στο βιβλίο του Ν. Μπουχάριν «Ιμπεριαλισμός και παγκόσμια οικονομία».
Η ζωή του
Ο Γιάννης Χοντζέας γεννήθηκε στην Κορώνη της Μεσσηνίας το 1930. Σε ηλικία μόλις 11 χρονών αποκτά τις πρώτες επαφές με την αντίσταση. Οργανώνεται στην ΕΠΟΝ και στο ΚΚΕ σε νεαρότατη ηλικία. Η αγωνιστική του δράση και η κομμουνιστική του ταυτότητα τον έφερε αντιμέτωπο με διώξεις, βασανισμούς, δίκες, εξορίες. Άντεξε σε όλα τα κολαστήρια, όπως αυτό της Μακρονήσου, με βαριές συνέπειες για την υγεία του.
Στη δεκαετία του ’50 αντιτάσσεται στη γραμμή του ΚΚΕ και πρωταγωνιστεί στη δημιουργία του μαρξιστικού-λενινιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Τα τελευταία 15 χρόνια της ζωής του αφιερώθηκε σε μια πολυεπίπεδη ιδεολογική δουλειά γενικής προετοιμασίας, δίνοντας και μ’ αυτό το τρόπο το «παρών» του. Υπήρξε βασικός ιδεολογικός και πολιτικός διαμορφωτής της Α/συνεχεια. Πέθανε στις 24 Οκτώβρη του 1994.





































































