Δανείζομαι τον τίτλο της ταινίας του Έλιο Πέτρι που γυρίστηκε το 1972 για να θυμίσω πως κάποτε οι σκηνοθέτες, οι καλλιτέχνες γενικώς δεν ομφαλοσκοπούσαν, αλλά μιλούσαν για τον κόσμο της εργασίας.
Σε μια βόλτα στη Βιβλιοθήκη της γειτονιάς μου, ψάχνοντας ανάμεσα στα βιβλία, το βλέμμα μου έπεσε στα «Σταφύλια της οργής» του Στάινμπεκ. Αποφάσισα αν το δανειστώ και να το ξαναδιαβάσω. Μισός αιώνας πρέπει να έχει περάσει από την πρώτη ανάγνωση.
«Στις ψυχές των ανθρώπων τα σταφύλια της οργής μεστώνουν και βαραίνουν για τον τρύγο», γράφει σε κάποιο σημείο ο συγγραφέας, αισιόδοξος μέσα στη μαυρίλα, ελπίζοντας στην Επανάσταση.
Το γράφει μέσα στον πόλεμο, όπου πράγματι οι ελπίδες για το τι θα γινόταν μετά, είχαν ανθίσει. Το βάθος του ουρανού έμοιαζε πράγματι κόκκινο…
Όμως δεν είναι αυτός ο λόγος που με κάνει να γράφω σήμερα. Είναι ο συγκλονιστικό τρόπος που ο Στάινμπεκ περιγράφει την κρίση. Τη συντριβή των μικρο-καλλιεργητών, τον άθλιο ρόλο των τραπεζών, το πως λειτουργεί η μετανάστευση ακόμη και μέσα στην ίδια τη χώρα. Πως επιδέξια στρέφει η εξουσία τον έναν εξαθλιωμένο εναντίον του άλλου.

Αυτά που ελάχιστοι καλλιτέχνες και σχεδόν κανένας πολιτικός δεν τολμά να πει σήμερα ο συγγραφέας μας τα παρουσιάζει ανάγλυφα.
Από τα πιο συγκλονιστικά πρόσωπα είναι ο πρώην ιεροκήρυκας, που στρέφεται τελικά εναντίον της θρησκείας και αναζητά την ιερότητα στους ανθρώπους.
Και το σημαντικότερο απ’ όλα είναι πως συνεχώς ο Στάινμπεκ με κάθε τρόπο προβάλλει τη δύναμη τους «εμείς», έναντι του «εγώ μόνος μου». Τη δύναμη της αλληλεγγύης.
Δείχνει με απτό και απλό τρόπο πόσο μεγάλη αξία έχει η αυτοοργάνωση με το παράδειγμα ενός οικισμού που διοικείται από εκλεγμένες επιτροπές με μέλη που εναλλάσσονται. Σε έναν χώρο που δεν μπορούν να μπουν οι μπάτσοι και προκαλεί το μίσος των αρχόντων που θέλουν να τον καταστρέψουν. Είναι το κακό παράδειγμα….
«Θα ‘μαι παντού, όπου κι αν κοιτάξεις. Όπου δίνεται μάχη ώστε πεινασμένοι να φάνε, εγώ θα ‘μαι εκεί. Όπου ένας μπάτσος βαράει κάποιον, εγώ θα ‘μια εκεί. Αν ο Κέισι είχε δίκιο, τότε θα υπάρχω στον τρόπο που οι άνθρωποι φωνάζουν όταν εξαγριώνονται… θα υπάρχω στον τρόπο που τα παιδιά γελάνε όταν πεινάνε και ξέρουν πως το φαΐ είναι έτοιμο. Κι όταν οι άνθρωποί μας θα τρώνε ό,τι βγάζουν με το μόχθο τους και θα ζουν στα σπίτια που οι ίδιοι θα χτίζουν, εγώ θα ‘μια εκεί», λέει ο κεντρικός ήρωας ο Τομ Τζόουντ. Κι ο συγγραφέας δεν… «καταδικάζει τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται»…
Και το τέλος του βιβλίου είναι από τις πιο συγκλονιστικές παραγράφους που έχω διαβάσει, όταν η κοπέλα που απέβαλλε δίνει το στήθος της σε έναν πεινασμένο άντρα που ψυχορραγεί…
Θα υπάρξει άραγε κάποιος Στάινμπεκ της σημερινής αθλιότητας του κόσμου;
Καθώς απαισιόδοξα τα σκέφτομαι όλα αυτά, ο Soloúp –κατά κόσμον Αντώνης Νικολόπουλος– ανεβάζει στο facebook μια φωτογραφία με τη λεζάντα:
«Το graphic novel BABEL στα χέρια του Ιταλού ανθρακωρύχου URBANO CIACCI, του τελευταίου επιζώντα του μεγάλου δυστυχήματος στο Bois Du Cazier του Βελγίου το 1956.
Ένα παράξενο συναίσθημα, όταν οι ιστορίες που σκαρφίστηκες συναντούν το βαθύ βλέμμα των ανθρώπων που περιγράφεις.
Το βιβλίο από τα χέρια της Ιωάννας Γυμνοπούλου, της οποίας η βοήθεια στην έρευνα του βιβλίου υπήρξε πολύτιμη»

Και θυμάμαι αυτή την εξαιρετική δουλειά τη BABEL (Δείτε και τη συνέντευξη του δημιουργού στο Δρόμο στις 6/2/2026, edromos.gr/soloup-antonis-nikolopoylos-babel)
Ναι, ο δημιουργός μίλησε για τους ανθρακωρύχους κι ανέδειξε μια σχεδόν άγνωστη στους περισσότερους ιστορία: Τη ζωή των Ελλήνων ανθρακωρύχων στο Βέλγιο.
Κι η φωτογραφία του Ιταλού επιζώντα με συγκίνησε για πολλούς λόγους.
Πριν από τριάντα χρόνια, τότε που δημοσιογραφία σήμαινε ακόμη ρεπορτάζ, βρέθηκα στο Σαρλερουά και ανακάλυψα κι εγώ τα όσα είχαν συμβεί με τους ανθρακωρύχους. Συνάντησα στη Λέσχη τους λίγους επιζώντες της σκληρής δουλειάς. Όλοι με αναπνευστικά προβλήματα. Πολλοί χρειάζονταν υποστήριξη από μηχάνημα.
Από τους ελάχιστους που ανέδειξαν το θέμα ο σκηνοθέτης Λάμπρος Λιαρόπουλος, με το «Γράμμα απ’ το Σαρλερούα» του 1965. Μια ταινία που βρήκα τότε σε φιλμ, μετατρέψαμε σε βίντεο και τη δείξαμε στο κανάλι όπου εργαζόμουν.
Στο δικό μου ρεπορτάζ, θυμάμαι τις αφηγήσεις των γυναικών που έλεγαν πως μετά τα δυστυχήματα έτρεχαν αν δουν αν ζούσαν οι άντρες τους. Όταν έβγαιναν από τις γαλαρίες δεν μπορούσαν να τους αναγνωρίσουν. Όλα τα πρόσωπα ήταν μαύρα από την καρβουνόσκονη.
Χρόνια αργότερα ήρθε η ταινία «Μαρίνα-Μαρίνα», όπου ανάκυψα πως το αγαπημένο τραγούδι των γονιών μου που με συνόδευε μια ζωή, από τη βρεφική μου ηλικία, είχε γραφτεί από τον Ρόκο Γκρανάτα, γιο Ιταλού ανθρακωρύχου στο Βέλγιο…
Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο του ο Soloúp, μίλησε κατευθείαν μέσα μου, βρίσκοντας πολλές κοινές πορείες, αλλά και βλέποντας πως υπάρχουν ακόμη δημιουργοί που όχι μόνο ερευνούν κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά μιλούν για τον κόσμο της εργασίας. Μιλούν για τα πράγματα που οι πολλοί σωπαίνουν.
Έχει δημιουργηθεί ένα πλέγμα δημιουργών, κράτους και χορηγών που στραγγαλίζει τελικά την έκφραση.
Κι επίσης η κοινωνία οδεύει επί της ουσίας όλο και πιο δεξιά, όλο και πιο συντηρητικά.
Ποιος να έγραφε σήμερα «Τα σταφύλια της οργής» και να τα βάζει ευθέως με τη θρησκεία. Ποιος να δικαιολογούσε τη βίαια αντίδραση στη βία της εξουσίας;
Ποιος να ασχολιόταν με φάλαγγες εξαθλιωμένων ανθρώπων;
Φοβάμαι πως πια ακόμη και η «ψυχολογία» έχει γίνει μια πρόφαση για αν εξηγούνται όλα με ατομικά τραύματα και να πετάνε έξω την κοινωνία και τον ρόλο που παίζει η τάξη του καθενός…
Μου φαίνεται πως σας τα έγραψα μπερδεμένα, αλλά έτσι κι αλλιώς όλα μπερδεμένα δεν είναι;
Και τα σταφύλια της οργής δεν φαίνεται να ωριμάζουν δυστυχώς…
* «Τα Σταφύλια της οργής» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος σε μετάφραση Μιχάλη Μακρόπουλου.





































































