Της Αλίκης Βεγίρη

Αν το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων του φορτηγατζή και του περιπτερά στη χώρα μας ήταν μια από τις κυριότερες εμμονές της τρόικας, τότε πείτε μου, τι έπρεπε να κάνουν οι ΗΠΑ μπροστά στην, από το 1972 ερμητικά κλειστή προς τους ξένους, πετρελαϊκή αγορά του Ιράκ; Ένας πόλεμος και μια εισβολή ήταν το λιγότερο που θα μπορούσαν να κάνουν.

Και φυσικά το έκαναν όταν η συγκυρία μετά την 9/11 ήταν παραπάνω από ευνοϊκή. Μπορεί το πετρέλαιο να μην ήταν ο μοναδικός λόγος, αλλά θα πρέπει να είναι κάποιος αφελής για να πιστεύει ότι δεν ήταν ο σημαντικότερος.

Το Ιράκ, διέθετε αρκετά πλεονεκτήματα σε σύγκριση με τις γειτονικές του χώρες, Συρία, δηλαδή, και Ιράν, οι οποίες διέθεταν κι αυτές τα προσόντα για να βρεθούν στο στόχαστρο της Αμερικής. Είχε τον Σαντάμ, για την ανατροπή του οποίου ήλπιζε να βρει αρκετή υποστήριξη από το εσωτερικό, διέθετε πετρέλαιο και νερό, ενώ για να εισβάλει κανείς στο Ιράν, ενώ υπήρχε δίπλα το Ιράκ, θα έπρεπε να ήταν τουλάχιστον τρελός. Επιπλέον, για την Αμερική θα ήταν μια καλή ευκαιρία ν’ ανακτήσει την κουρελιασμένη της ισχύ, να βάλει πόδι στην περιοχή, προς όφελος του Ισραήλ, να αποστερήσει από τους Παλαιστινίους ένα σύμμαχο και να εκπληρώσει μια από τις γλυκερές ιεραποστολικές της φαντασιώσεις, όπως η διάδοση στον αραβικό κόσμο, διά του φαινομένου «ντόμινο», της δημοκρατίας, των αξιών και του «ανώτερου» πολιτισμού της Δύσης, βλέπε δηλαδή Αγορές.
Η καλή μέρα, όμως, δηλαδή εν προκειμένω η κακή, φάνηκε από την πρώτη μέρα της εισβολής, το 2003, με τους Ιρακινούς φανερά αμήχανους και διχασμένους. Ο μισός τουλάχιστον πληθυσμός έβλεπε τους Αμερικανούς όχι σαν απελευθερωτές, αλλά σαν εισβολείς. Και φυσικά αντιστάθηκε. Σήμερα, εφτάμισι χρόνια μετά, δύσκολα θα βρεις κάποιον που να έχει να πει κάτι θετικό για τους «απελευθερωτές» του.
Την πρώτη του φετινού Σεπτέμβρη, όπως είχε προαναγγελθεί, οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις πέρασαν τα σύνορα με το Κουβέιτ, αφήνοντας αμανάτι 50.000 καλά οπλισμένους άνδρες, με σκοπό να παραμείνουν για ένα ακόμα χρόνο και να ολοκληρώσουν την εκπαίδευση των ιρακινών δυνάμεων ασφαλείας, 4.421 Αμερικανούς στρατιώτες νεκρούς, 32.000 τραυματίες, και τα ταμεία της πατρίδας τους ξαλαφρωμένα κατά τουλάχιστον 800 δισ. δολάρια. Αυτά από αμερικανικής πλευράς.
Από ιρακινής πλευράς, άφησαν πίσω τους μέχρι και ένα εκατομμύριο νεκρούς (δείτε εδώ τις διάφορες εκτιμήσεις https://en.wikipedia.org/wiki/Casualties_of_the_Iraq_War), 3,9 εκατ. πρόσφυγες, δηλαδή το 16% του πληθυσμού και το 40% της μεσαίας τάξης, εκ των οποίων οι μισοί κατέφυγαν σε γειτονικές χώρες, ενώ οι άλλοι μισοί μετακινήθηκαν εντός Ιράκ, 30% έως 48% ανεργία με τον περισσότερο ενεργό πληθυσμό σε κατάσταση ημιαπασχόλησης, μια ανύπαρκτη κυβέρνηση με τους σουνίτες και σιίτες αρχηγούς να αδυνατούν εδώ και έξι μήνες να τα βρουν μεταξύ τους, ένα λαό χωρισμένο σε 90 περίπου φατρίες, εθνικές και θρησκευτικές, που σπαράσσονται από καθημερινές φονικές συμπλοκές (υπάρχει βέβαια «πρόοδος», από 100 κατά μέσο όρο που σκοτώνονταν τη μέρα το 2006, σήμερα σκοτώνονται μόλις 10), κατά συρροή και στοχευμένες δολοφονίες πανεπιστημιακών, καλλιτεχνών και επιστημόνων, μια ξεχαρβαλωμένη παραγωγική μηχανή λόγω καταστροφής των υποδομών, αλλά κι από έλλειψη ρευστού και ενέργειας, (το ηλεκτρικό ρεύμα είναι διαθέσιμο για λίγες μόνο ώρες την ημέρα), την υγεία και την εκπαίδευση σε πολύ κακή κατάσταση, το πόσιμο νερό λειψό, την πορνεία σε άνθηση, τα ναρκωτικά σε έξαρση και τον πληθυσμό φοβισμένο και σε απόγνωση. Όλο; Όχι, φυσικά!

Η ελίτ της… εισβολής
Η εισβολή δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την εμφάνιση μιας νέας ελίτ, που ταξιδεύει, καταναλώνει δυτικά προϊόντα, αγοράζει από Πόρσε μέχρι και Τζάγκουαρ, πίνει αλκοόλ που τώρα πια σερβίρεται ελεύθερα, συχνάζει σε κλαμπ, σερφάρει στο Ίντερνετ, με τις συνδέσεις να έχουν εκτοξευθεί από τις 4.500 προ της εισβολής σε 1,6 εκατ. σήμερα, χρησιμοποιεί ευρέως κινητά, τα οποία ανέρχονται σε 20 εκατ., από τα μόλις 80.000 που ήταν το 2003, και γενικά κάνει μπίζνες.
Η αγορά πετρελαίου δεν έχει ακόμα ανοίξει στο βαθμό που θα ήθελαν οι εταιρίες, μιας και προς το παρόν δημοπρατούνται μόνο συμβόλαια για την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό υπαρχόντων υποδομών άντλησης. Παρ’ όλη όμως την ανησυχία, για το αν οι εκάστοτε κυβερνήσεις θα τιμήσουν στο μέλλον τις συμβάσεις, οι εταιρίες αντιλαμβάνονται ότι δεν θα πρέπει να λείπουν από τη στιγμή που θα ανοίξουν οι νομικές πόρτες για τη συν-εκμετάλλευση και τον έλεγχο της ίδιας της παραγωγής του πετρελαίου, δραστηριότητες οι οποίες προς το παρόν βρίσκονται στη δικαιοδοσία της ιρακινής κυβέρνησης. Τη δουλειά, όμως, αυτή ξέρει να την κάνει καλά το ΔΝΤ. Σε συνομιλίες για τη δανειοδότηση του Ιράκ με $3,6 δισ. θέτει λοιπόν ως προϋπόθεση την αλλαγή του πετρελαϊκού νόμου, έτσι ώστε να μπορούν μεταξύ άλλων οι ίδιες οι πολυεθνικές να εκμεταλλεύονται με μακροχρόνια συμβόλαια τα παλαιά και κυρίως τα νέα αποθέματα, που λιμνάζουν ανεκμετάλλευτα στον πολύ πλούσιο νότο (π.χ. Βασόρα).
Τελικά τι απέφερε στην Αμερική ο πόλεμος αυτός; Είναι φανερό, ότι οι Αμερικανοί και η συμμαχία των προθύμων, που τους συνέτρεξαν, δεν ήρθαν προετοιμασμένοι για ν’ αντιμετωπίσουν αυτό που αντιμετώπισαν και όλα τα προσχήματα της εισβολής κατέρρευσαν.
Αν εισέβαλαν για να εμφυτεύσουν τη «δημοκρατία», κατάφεραν μετά από δυο εκλογικές αναμετρήσεις η χώρα να τελεί υπό διάλυση. Αν εισέβαλαν για να εξουδετερώσουν την Αλ Κάιντα, μάλλον την ενδυνάμωσαν, έτσι ώστε να μπορεί να υπερηφανεύεται ότι οι Αμερικανοί αποχώρησαν χάρη στην αντίσταση που προέβαλε.
Αν εισέβαλαν για ν’ αποκτήσουν τον έλεγχο των πετρελαίων, όπως τα πράγματα δείχνουν, μάλλον δεν τα κατάφεραν. Αν εισέβαλαν για ν’ ανοίξουν τις αγορές, εδώ όντως το πέτυχαν, αν και το αποτέλεσμα μένει να κριθεί ως προς τη σταθερότητά του. Το Ιράκ βρίσκεται σε μια πολύ ασταθή πολιτική κατάσταση, από την οποία κανείς δεν είναι σε θέση να προβλέψει αν θα προκύψει μια καπιταλιστική δημοκρατία, ένα ισλαμικό οτιδήποτε, ή αν θα διαμελισθεί, που είναι και το πιθανότερο.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!