Διαβάστε τα προηγούμενα Μέρος Α’, Μέρος Β’, Μέρος Γ’, Μέρος Δ’

Έρευνα στο σήμερα – Οι Ελληνόβλαχοι (συνέχεια)

Του Γιώργου Κυριακού

Στο παρόν φύλλο ολοκληρώνουμε την έρευνα για τη διασπορά των Βλάχων στην Αλβανία και στην Ελλάδα. Ο Δρόμος, μέσω της φίλης Π.Δ., συνομίλησε διακριτικά με τέσσερα πρόσωπα που έλκουν την καταγωγή τους από βλάχικες περιοχές της Αλβανίας (Κολόνια, Κορυτσά, Γκραμπόβα, Νίτσα). Οι ερωτήσεις μας αφορούσαν τη σχέση της οικογένειάς τους με την Ελλάδα, το εθνικό τους αίσθημα, τη γλώσσα που μιλούν στην περιοχή τους, τις προσπάθειες της Ρουμανίας να τους ενσωματώσει ως εθνική της μειονότητα, τη σχέση τους με τους Έλληνες της επίσημης μειονότητας, την όποια υποστήριξη τους παρέχεται και, τέλος, τη σημερινή στάση του ελληνικού κράτους και των πρεσβευτικών-προξενικών του αντιπροσώπων στην Αλβανία*.

Μαρτυρία Α: Έχω συγγενείς στην Ελλάδα πριν από το 1945 [κλείσιμο συνόρων από την κυβέρνηση Χότζα], ξαδέρφια κ.λπ., με ελληνική ταυτότητα. Η αδελφή μου έχει κάρτα ομογενούς. Εγώ δεν μπόρεσα να πάρω. Ο σύζυγός μου είναι Ελληνόβλαχος και τα αδέρφια του είναι 30 χρόνια στην Ελλάδα, με ελληνική ταυτότητα. Νιώθω Ελληνίδα αν και μιλάω αλβανικά. Στην περιοχή της Κορυτσάς, οι Βλάχοι αισθάνονται Έλληνες και οι περισσότεροι ξέρουν ελληνικά. Θεωρούν τη Ρουμανία ξένη χώρα. Ασφαλώς, εξαιρέσεις πάντα θα υπάρχουν με ιδιοτελή κίνητρα, π.χ. για μια υποτροφία για σπουδές. Στην Αλβανία έχουμε την «Ομόνοια» που μας αναγνωρίζει, αλλά έχει σταματήσει η διαδικασία για τις κάρτες ομογενών και δεν έχουμε καμία βοήθεια από πουθενά. Το προξενείο δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για μας. Μας λένε ότι τώρα είναι «κλειστά». Παλιότερα μέσω της «Ομόνοιας» γνώρισα πολλούς μειονοτικούς. Αναγνωρίζουν την ελληνικότητά μου και δεν είχα πρόβλημα ποτέ μαζί τους. Ως Ελληνίδα θέλω να έχω «ελληνικά χαρτιά», άσχετα που δεν έχω σκεφτεί να φύγω από την ιδιαίτερη πατρίδα μου.

Μαρτυρία Β: Έχω αδέλφια και ξαδέλφια στην Ελλάδα με ιθαγένεια εδώ και χρόνια. Μέχρι τη δημιουργία του αλβανικού κράτους είχαμε συγγενείς και συγχωριανούς στην Ελλάδα, αλλά μετά χαθήκαμε. Στο χωριό μας μιλάμε, εκτός από βλάχικα, αλβανικά, που τα μάθαμε στο σχολείο. Παλιά οι ηλικιωμένοι μας ήξεραν ελληνικά. Οι επόμενες γενιές αποκόπηκαν. Πριν ανοίξουν τα σύνορα υπήρχε μόνο ένας ηλικιωμένος που ήξερε άπταιστα ελληνικά, επειδή έζησε στην Ελλάδα και είχε αποφοιτήσει από ελληνικό σχολείο. Στο χωριό μου νιώθουν Έλληνες. Γι αυτό το αλβανικό κράτος μας κοιτάζει «με μισό μάτι». Δεν έκανε ποτέ έργα, μια ζωή δείχνει αδιαφορία. Διατηρήσαμε την παράδοσή μας και ως τώρα παίρναμε μόνο Βλάχες νύφες. Σήμερα όμως, έχουν μείνει 65 σπίτια και δεν υπάρχουν πολλά κορίτσια. Έχουν μείνει κυρίως κάποιοι νέοι που δεν μπορούν να πάρουν βίζα, και οι ηλικιωμένοι. Κατά καιρούς είχαν έρθει ορισμένοι Ρουμάνοι στο χωριό. Ένας από αυτούς γύρισε ντοκιμαντέρ. Οι συγχωριανοί μας δεν ενδιαφέρονται για τη Ρουμανία. Στην Αλβανία, όπως και στην Ελλάδα, δεν έχουμε από κάποιους φορείς ενεργή υποστήριξη. Το προξενείο έχει σταματήσει τα τελευταία χρόνια, ενώ παλιότερα είχα πάρει βίζα ως ομογενής. Οι υπηρεσίες γνώριζαν για μας τους Βλάχους και μου είχαν συμπεριφερθεί τότε πολύ καλά. Σήμερα ζητάνε να μιλάμε την ελληνική γλώσσα και να ξέρουμε την ιστορία. Αυτό είναι δύσκολο, αφού είχαμε αποκοπεί και δεν υπήρχε ελληνικό σχολείο. Εγώ ξέρω ελληνικά (όχι καλά). Τα παιδιά μου δεν ξέρουν καθόλου. Η περιοχή μας είναι πολύ μακριά από τη μειονοτική ζώνη και δεν είχαμε επαφή. Στο χωριό μας είχε έρθει μόνο ένας ιερέας από την Ελλάδα, κανείς άλλος. Τώρα έχω έρθει με βίζα εργασίας ενός έτους ως Αλβανός μετανάστης, όμως θέλω να με υπολογίζουν γι’ αυτό που είμαι – ως ομογενή. Στην Ελλάδα με «έσπρωξε» η καταγωγή μου. Εμείς πάντα ξέραμε από τους γονείς και τους παππούδες μας ότι είμαστε Έλληνες Βλάχοι.

Το Ελληνικό Σχολείο Δυρραχίου (αρχείο Ελβετικού Ερυθρού Σταυρού, 1912). Οικοδομήθηκε με τις χορηγίες εμπόρων αλλά και με τη συνδρομή της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Δυρραχίου, που αποτελούνταν ως επί το πλείστον από Ελληνόβλαχους.

Μαρτυρία Γ: Έχω συγγενείς από παλιά στην Κόνιτσα, όπως και στα Γρεβενά, που ήρθαν από τη Μοσχόπολη. Πολλοί από τους συγχωριανούς μου είχαν επίσης συγγενείς στην Ελλάδα. Είμαστε Βλάχοι με ελληνική καταγωγή, δεν αισθανόμαστε Αλβανοί. Εκτός από βλάχικα, μιλάμε αλβανικά. Επί Χότζα, δεν μπορούσαμε ελεύθερα να μιλήσουμε βλάχικα, τα μιλούσαμε μεταξύ μας, αλλά αν ερχόταν κάποιος ξένος μιλούσαμε αλβανικά. Οι Ρουμάνοι δεν έχουν καμιά σχέση με μας. Όλοι θέλουν ελληνική ιθαγένεια. Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί Βλάχοι που από διάφορες θέσεις βοηθάνε. Στην Αλβανία υπάρχει μόνο η «Ομόνοια» και στην Κορυτσά υπάρχουν άνθρωποι που ενδιαφέρονται να βοηθήσουν. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με τους Έλληνες της μειονοτικής ζώνης, έχω ξαδέρφη παντρεμένη σε χωριό των Αγίων Σαράντα. Στην Ελλάδα ήρθα με βίζα ως ομογενής, πήρα ελληνική ιθαγένεια, όπως η γυναίκα μου και ο αδερφός μου. Συγχωριανοί μου πήραν ελληνική ιθαγένεια εδώ και χρόνια. Όμως, τώρα το προξενείο είναι «κλειστό» και δεν μπορούμε να κάνουμε «χαρτιά». Λένε ότι έχει αλλάξει ο νόμος και τα χωριά μας δεν είναι στη λίστα. Στη μητέρα μου και στα άλλα δυο αδέλφια μου απέρριψαν τα χαρτιά τους, έγινε ανάκληση. Το ίδιο πρόβλημα έχουν και άλλοι. Το προξενείο Κορυτσάς μάς είπε ότι από αυτούς είμαστε «εντάξει» αλλά το πρόβλημα είναι από ’δώ [από την Ελλάδα]. Στην Ελλάδα νιώθω ασφαλής, είναι οι ρίζες μου. Δεν θέλω να πάω σε μια ξένη χώρα.

Μαρτυρία Δ: Στην Ελλάδα έχω συγγενείς από πριν το 1945. Πολλοί παππούδες μας είχαν γεννηθεί στην Ελλάδα και οι συγγενείς μας χωρίστηκαν στις δύο πλευρές των συνόρων. Έχω πολλούς συγγενείς, φίλους και γνωστούς, που έχουν πάρει ελληνική ιθαγένεια εδώ και χρόνια. Οι Βλάχοι της Κορυτσάς μιλάμε αλβανικά και ελληνικά και αισθανόμαστε Έλληνες. Το Ρουμανικό προξενείο στην Κορυτσά δραστηριοποιείται με σκοπό να προσηλυτίσει Βλάχους. Διοργανώνει εκδηλώσεις, συναυλίες κ.ά., όμως οι Βλάχοι δεν συμμετέχουν, πλην ελαχίστων γνωστών εξαιρέσεων για λόγους συμφέροντος – όπως ο Ρουμανίζων ιερέας Δημητράκης Βερίγκας, που δεν ζει πια. Αρχικά ήταν με μας (Βορειοηπειρώτης) και μετά πήγε με τη ρουμανική πλευρά και έκανε προπαγάνδα. Τέτοιες περιπτώσεις είναι ανάξιες λόγου, για οικονομικούς λόγους θα πήγαιναν με οποιονδήποτε ξένο. Στην Αλβανία δεν μας υποστηρίζει άλλος φορέας εκτός από την «Ομόνοια», και στην Ελλάδα δεν υπάρχει κάποια ιδιαίτερη υποστήριξη από φορείς. Έχω πολλούς φίλους από τη μειονοτική ζώνη και αναγνωρίζουν την ελληνικότητά μου. Τα τελευταία χρόνια το προξενείο είναι «κλειστό». Τώρα δουλεύω στην Ελλάδα με ταυτότητα ομογενή ενώ η οικογένειά μου βρίσκεται στην Κορυτσά. Θέλω ελληνική ταυτότητα, αλλά μου ζητάνε να έχω ένσημα εδώ για τρεις συνεχόμενες χρονιές και εκκαθαριστικά… Δεν καταλαβαίνω γιατί απαιτούν από Έλληνες αυτή τη διαδικασία. Εγώ δεν θα μετανάστευα σε ξένη χώρα, ακόμη κι αν έβγαζα περισσότερα χρήματα. Εδώ αισθάνομαι καλύτερα, είναι η κουλτούρα μου. Δεν την αλλάζω με καμία χώρα.

* Η ΚΥΑ της 21/1/2015 (ΦΕΚ 119, τ. 2), και μετά τη διόρθωσή της στις 17/2/2015 (ΦΕΚ 243, τ.2), αποκλείει τους ελληνικής συνείδησης κατοίκους εκτός της λίστας των 108 αναγνωρισμένων χωριών.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!