του Λαοκράτη Βάσση 

α.Με αμείλικτο κριτήριο τη Χρεοκοπία του ’10, η διαχείριση των πολύ κρίσιμων για τον Τόπο μας δεκαετιών της Μεταπολίτευσης –κυρίως των «πριν» αλλά, δυστυχώς, και των «μετά», καθώς, στο στρατηγικό βάθος της, η «διαχειριστική λογική» είναι η… ίδια– κάθε άλλο παρά περιποιεί τιμήν, ακόμα κι αν εξαντληθούν τα όρια του επιεικούς κριτικού λόγου, στο Πολιτικό σύστημά μας, με την ένοχη συμπολιτευτική και τη συνένοχη αντιπολιτευτική του διάσταση. Αλλά ούτε και στη Διανόησή μας, συστημική και μη, με την επίσης ένοχη «οργανική» της διάσταση, απ’ τα Δεξιά, και τη συνένοχη «αντι…συστημική» της διάσταση, απ’ τα Αριστερά. Με ό,τι σήμαιναν και σημαίνουν, με κριτήριο, πάντοτε, τη σωστή διάγνωση της αιτιότητας της Χρεοκοπίας, οπότε και τη σωστή αντιμετώπισή της, τα «Δεξιά» και τα «Αριστερά» της Μεταπολίτευσης.

Κι όπου, η Δεξιά, ή, καλύτερα, οι «συστημικές δυνάμεις», ο μεταπολιτευτικός δικομματισμός δηλαδή (ως διαχειριστική στρατηγική του μεταπολιτευτικού ελληνικού «αστισμού»!), συνέπραξαν, εξ… υποκειμένου, οδηγώντας τη Χώρα μας στα βράχια της Χρεοκοπίας. Με επιμεριζόμενο, ούτε λόγος, το διαχειριστικό μέγεθος των ευθυνών τους.

Με την Αριστερά, όλου του φάσματος, να συμ…πράττει, εξ αντικειμένου, ευρισκόμενη, πολιτικά και στρατηγικά, εκτός «τόπου και χρόνου». Όπως δείχνουν κι οι «μεταφυσικές» συνεδριακές αποφάσεις όλων των ιδεολογικών αποχρώσεών της, κοινοβουλευτικών και εξω/κοινοβουλευτικών (ως μνημεία, πια, πολιτικο/ιδεολογικής… ατοπίας!).

Καθώς, με δεδομένη αυτή τη «σύμπραξη», αλλά και με την προσθήκη του καθόλου «αθώου λαού», υπό την έννοια πως δεν νοείται πολιτική ενοχή χωρίς κοινωνική συνενοχή, η ευθύνη για τη Χρεοκοπία είναι… καθολική. Με αυτονόητο, όμως, πάντοτε πως, όσο κι αν διαβαθμιστεί, δεν είναι ίδιου μεγέθους η ευθύνη των κυβερνώντων και των κυβερνωμένων και ίδιας βαρύτητας τα «εξ υποκειμένου» και τα «εξ αντικειμένου» της. Που, εντέλει, σημαίνει, για να μη ξεχνάμε και την Παγκάλεια ύβρη, πως: «δεν τα φάγαμε… μαζί!».

β. Πιασμένες σ’ αυτό το πολύ πυκνό δίχτυ και οριοθετημένες στο «μαγνητικό πεδίο» των ενοχών/συνενοχών και των εξ υποκειμένου/εξ αντικειμένου, με τα συγκεκριμένα πολιτικά, ιδεολογικά και πολιτιστικά τους όρια, είναι κι οι συνολικές, ως προς τα μείζονα, κριτικές αποτιμήσεις της Μεταπολίτευσης, φίλιες/συστημικές και μη φίλιες (αντι…συστημικές). Με πολύ λίγες και εκτός κεντρικής «πολιτικής παιδιάς» εξαιρέσεις, με τις περιοριστικές, όμως, κι αυτές ιδιαιτερότητές τους. Όπως όλες έχουν κατατεθεί τόσο κατά την εκτύλιξη των δεκαετιών της, εν θερμώ, όσο και κατά την εκ των υστέρων θεώρηση, από… απόσταση, των πεπραγμένων τους και των οδυνηρά βιωμένων και βιούμενων αποτελεσμάτων τους για τη Χώρα μας. Κι όπου, επί της ουσίας, όλες τους, δοξαστικές και αντι/δοξαστικές, ούτε διέγνωσαν, ούτε προειδοποίησαν κι ούτε συγκρούστηκαν με τη βαθύτερη «λογική» της αιτιότητας της Χρεοκοπίας, πολιτική και πολιτιστική. Χτυπώντας όπως θα έπρεπε να πράξουν, τις καμπάνες του εθνικού συναγερμού, για την ανάσχεση της βοούσας πορείας προς το εθνικό άγος της μετα/νεωτερικής (νεο)αποικιοποίησης της Χώρας μας. Με τη Συριζική Αριστερά να προστίθεται, εν χορδαίς και… οργάνω, ως τρίτος πολιτικός κρίκος, Ν.Δ. και Πα.Σο.Κ. οι πολλοί γνωστοί και μη εξαιρετέοι άλλοι δύο, στην πνιγηρή αλυσίδα των «Τριών Μνημονίων». Με την υποθήκευση, μεταξύ όλων των άλλων, για έναν αιώνα, της εθνικής μας περιουσίας στους «ευγενείς δανειστές» της επικυρίαρχής μας Ευρω/δυτικής Υπερεξουσίας. Αποκαλύπτοντας, έτσι, και φωτίζοντας πολύ καθαρά τη βαθύτερη στρατηγική σύμπτωσή τους, ένοχων και συν…ένοχων, στη συνολική διαχείριση και έκβαση της Μεταπολίτευσης, πριν, κατά και μετά τη Χρεοκοπία, ως τα σήμερα (ό,τι κι αν, παραπλανητικά, λέγεται, και… γράφεται απ’ τους «πράξαντες» και «συμπράξαντες»!).

γ. Έχοντας ενδιατρίψει στη Μελέτη του Κώστα Καραβίδα: «Η περιπέτεια των ιδεών» στη Μεταπολίτευση, απ’ τις εκδ. Πόλις, υπό το πρίσμα (και το βάρος) αυτών των απόψεων, που τις έχω εκτενώς καταθέσει σε κείμενά μου για τα πολιτικά και πολιτιστικά, κυρίως, αίτια της Χρεοκοπίας του ’10, μπορώ, μετά λόγου… γνώσεως, να αποφανθώ πως πρόκειται για μια απ’ τις πληρέστερες, αν όχι η πληρέστερη, ως τώρα, και απ’ τις πιο ενδιαφέρουσες αναγνώσεις/παρουσιάσεις της κίνησης των «Ιδεών», συνοδευόμενη κι απ’ τις πολύ προσεκτικές κριτικές αποτιμήσεις του, σ’ αυτή την τόσο σημαντική, σύνθετη και αντιφατική για το μέλλον του Τόπου μας περίοδο. Όπου, με την αδέσμευτη σκέψη του, ο συγγραφέας, με καθαρές αποστάσεις απ’ τον συνήθη στρογγυλεμένο «κριτικό λόγο», δεν είναι πιασμένος, κι αυτό είναι το μείζον, στο προ/ειρημένο πυκνό δίχτυ της «συστημικής νομιμότητας» των δεδομένων ιδεολογικών και πολιτιστικών «ορίων». Αλλά διατηρεί, με ιδιαιτέρως προσεκτική τη… διακριτικότητά του, το κριτικό ήθος και την κριτική εγκυρότητα του μετρημένου πνευματικού ανθρώπου. Κάτι που γίνεται πιο καθαρό και πιο φανερό, όταν παρακολουθούμε τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αντικειμενική παρουσίασή του αυτής της ιδιαζόντως σύνθετης «Περιπέτειας των ιδεών», ιδίως στις κρίσιμης αμφισημίας (και αντιφατικότητας) περιπτώσεις της, και στην, πάντοτε ζυγισμένη, κριτική αποτίμησή του. Έτσι που, παρ’ ότι κινείται, κατ’ ανάγκην, εντός του «πεδίου», με τα πολιτικά όρια, τις αντιφάσεις και τις ιδεολογικές… ιδιαιτερότητες ή και τις ασαφείς, πολύ συχνά, οριακότητες συστημικού και αντι/συστημικού «λόγου», τόσο των περιοδικών, που αποτελούν τη βάση της Μελέτης του, Αντί-Πολίτης-Σχολιαστής, όσο και των πλέον διακεκριμένων εκ των κριτικών της μεταπολιτευτικής περιόδου, όπως, επί παραδείγματι, ο Γ.Π. Σαββίδης, ο Δ.Ν. Μαρωνίτης, ο Δ. Ραντόπουλος και τόσοι άλλοι, κατορθώνει, τελικά, να μην εγκλωβίζεται στα «όριά» τους, στις «αντιφάσεις» τους, στις «ιδιαιτερότητές» τους και στις ιδιορρυθμίες αρκετών εξ αυτών. Όπως και να μην ενδίδει… φιλοφρονητικά σε «συναδελφικές σχέσεις» και «γνωριμίες». Οπότε και να μη καταλήγει στα συνήθη αστιγματικά και άνευρης ουδετερότητας κριτικά, υποτίθεται, κείμενα τού χωρίς ακμές «ακαδημαϊκού λόγου». Με τη δική του γραφή πάντοτε καλά δουλεμένη και με τους συγκεκριμένους, έστω, αυτο…περιορισμούς της, να έχει: κριτικό στίγμα (επί των γραμμών και πίσω απ’ τις… γραμμές, στα συνολικά, δηλαδή, συμφραζόμενά της!) και κριτικό ήθος μετρημένου, όπως έχω σημειώσει, πνευματικού ανθρώπου. Που δεν παγιδεύεται στις συμβατικές σκοπιμότητες της υπονομευμένης κοινωνικής μας πραγματικότητας. Όπως, μάλιστα, χρειάζεται να περπατήσει στα «αναμμένα κάρβουνα» της δυσανάγνωστης μεταπολιτευτικής περιόδου μας, χωρίς να καούν τα… πέλματά του.

δ. Όπου, η αποτελεσματική «πρόσκτηση» ενός τεραστίου μεγέθους «υλικού» δεκάδων/χιλιάδων σελίδων: βιβλίων, περιοδικών και εφημερίδων (βασίμως υπολογιζομένων, αυτών των σελίδων, απ’ τις δεκάδες/εκατοντάδες παραπομπές, τις δεκάδες/εκατοντάδες αποδελτιωμένες υπομνηματιστικές αναφορές και πιο πολύ απ’ την απέραντη βιβλιογραφία των εβδομήκοντα σελίδων!), όπως, μάλιστα, αυτή η πρόσκτηση «χώρεσε» σε μια Μελέτη τετρακοσίων σαράντα εφτά σελίδων, είναι, χωρίς υπερβολή, ως έργο ενός και μόνο, έστω και… ακάματου πνευματικού εργάτη, χωρίς άλλη συνδρομή, ένας πραγματικός προσωπικός πνευματικός άθλος τού, όντως ακάματου, Κώστα Καραβίδα. Που έχει, βέβαια, τα πολύ ακριβά πρόσημα: της γόνιμης δημοσιογραφικής θητείας, της υψηλής φιλολογικής κατάρτισης και του απαιτητικού «αδέσμευτου διανοούμενου». Ένας άθλος, που, ως «Σεφερική» περι…διάβαση, σε αυστηρό συγγραφικό πλαίσιο αρχών, όλης της… έκτασης της «Περιπέτειας των ιδεών» στη Μεταπολίτευση (πανοραμικά «χαρτογραφημένης» και αναδεικνύουσας/φωτίζουσας τα μείζονα και τα ελάσσονα, της πνευματικής και πολιτιστικής μας πραγματικότητας, όπως, μάλιστα, η όλη «ανάδειξη» κι ο «φωτισμός» κορυφώνονται στα επιστεγαστικά κεφάλαια της Μελέτης για την Παράδοση και τον Λαϊκό Πολιτισμό!), είναι, χάρη στην επάρκεια και πληρότητα της ανάγνωσης/αποτίμησης/παρουσίασης, η ουσιαστικότερη συνεισφορά για την καλύτερη δυνατή «γνωριμία» με όλο το πνευματικό και πολιτιστικό φάσμα των πεπραγμένων της μεταπολιτευτικής περιόδου. Οπότε, συνεπώς, με το «πνευματικό» και «πολιτιστικό» υπόβαθρό της. Όπου, βέβαια, και οι ρίζες της βαθύτερης αιτιότητας της Χρεοκοπίας του ’10 και της συνεχιζόμενης, έκτοτε, «μετανεωτερικής υποτέλειάς» μας (όπως, μάλιστα, ιδεολογικοποιείται: ως νέα «εθνική… κανονικότητα»!).

Με τον Κώστα Καραβίδα προπομπό, θέλω να πιστεύω, μιας νέας γενιάς «προοδευτικών διανοουμένων», να χρωστάει, ως πέραν του άθλου της «Περιπέτειας των ιδεών» βήμα, την ιδιαίτερη συμβολή του στον τολμηρό φωτισμό τόσο της «βαθύτερης αιτιότητας της «Χρεοκοπίας του ’10» όσο, πολύ περισσότερο, και της παρεπόμενής της, υπό ευρω/δυτική επικυριαρχία, «νεο/αποικιακής υποτέλειάς» μας. Καθώς, αυτονοήτως, δεν μπορεί, χωρίς αυτόν τον φωτισμό, να υπάρξει πραγματικό… ξετύλιγμα της «θηλειάς» της απ’ τον εθνικό μας λαιμό!

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!