Της Μαρίας Μανδάλου

Εύμορφο ήτο το καλοκαιράκι. Με mega-γιγαντικά κρουαζιερόπλοια, άκρως βιολογικά, βιοτραφή και βιοδιασπώμενα, πρίμα να σχίζουν τις ακάματες τις θάλασσές μας, πόσα άψυχα σώματα στα βύθη τους κείτονται δεν ξεύρουμε, και ουδαμώς μας νοιάζει, ασύμμετρος νάρκισσος Καιρός η προδιαγεγραμμένη «μοίρα» τους, με πλήθη τουριστώνε στα γλαυκόεντα νησιά ν’ απολαμβάνουν με το τελευταίας γενιάς κινητό τους ακρογιαλιές και ασίγαστους όρμους, με και με, «μεγιεμελέ» κι απάνω τούρλα. Όλα εύμορφα ο Πανδαμάτωρ εποίησε, διά μίαν σέλφι μερακλαντάν ασμένως τα εποίησε, εν συνεχεία κατέκτησε και, πάνω στο μέλι, τρύγησε και κορφολόγησε, μας τα σερβίρισε αρκούντως αχνιστά στο πιάτο. Σαράντα ευρώ το κεφάλι, μαγικός αριθμός, μαζί με τα «τιπς», τη σάλτσα αβοκάντο-καρπούζι-τσία-ρόδι-αυγοτάραχο-πεπονοφλοιό-σουσίμωρον-μύδι ωγκρατέν, όλα εν σοφία πιωμένα, και καλώς καμωμένα. Αντίρρησις; Ουδεμία, δόκτωρ, για βάλε κάτω τα τεφτέρια σου, τα φροϋδικά, τα λακανικά, τα καταπωςκαιτί, και πε’ μου, υπάρχει σωτηρία; Ουχί, τέκνον μου, τα έχεις κάνει ρόιδο, και τίς πταίει ιατρέ μου; Η κακιά σου η στοναχή πταίει αγαστό μου τέκνον, ο ειδεχθής καταναλωτισμός που σε κυρίευσε, μα, ντόκτορά μου εσύ, σοφέ, μαναχός μου δεν είμαι, κι άλλοι μαζί μου το γλεντάνε, α, εγώ απ’ αυτά δεν ξεύρω παιδί μου, εγώ πέντε κολυβογράμματα έμαθα, αυτούνα λουλακίζω… Δηλαδής; Δεν υπάρχει σωτηρία; Να πας ν’ αρωτήξεις τους μέντορές σου, τέκνον μου, εγώ αυτά ξέρω, αυτά και σου λέω. Μα, το σύστημα, ο καπιταλισμός, ο προτεσταντισμός, ο νεοπαγής τραμπισμός, ο έρπων φασισμός, τίποτις ντόκτορά μου δεν λένε; Άι πάαινε τέκνον μου στην ευκή των Αθανάτων, αυτούνα μου μάθανε, αυτούνα μολογάω, και να ξέρεις, ε; ακριβά τα πλέρωσα και με το παραπάνω. Εύμορφο ήτο το καλοκαιράκι. Με δίχως κίνησιν το Κλεινόν Άστυ, με δίχως κουβαριάσματα της ενδοχώρας τα περάσματα, ανέμελα τα όσα και τα άλλα τόσα, τα περικαμπόσα. Μέχρι και η Ασπίς του Αχιλλέως βούριαξε στα εντός της, του Ομήρου ξεμεριαστήκανε τα σύμπαντα ενιαυτά και θα μας προστατεύει στο εξής το άιροντρόουν των γενοκτόνων, ξανά μανά τα ίδια και τα ίδια, μα δεν βαρέθηκες, ωρέ ψυχή, ν’ αναμασάς τους φόβους σου στου τίποτις τις απονεριές; Δικαίωμα! Σας μπάφιασαν οι εμμονές μου; Πάσο! Νυφούλα θα ντυθώ σε Χρόνο άνευρο του λοιπού, με τα δεκαοχτώ μου φύλα, ούτε ένα παραπάνω, θα παζαρεύομαι στα σταυροδρόμια του ντουνιά, ρίμες θα σκαρώνω με των απονευρίδων τα λευκασμένα δόντια, ριμάτες βυζαντινοτραφείς θα πλέκω τους νταλκάδες μου, απ’ το Σαράγεβο ως την Σιδώνα, από τη Σμύρνη ως τη Γάζα, και τούμπαλιν προς έω…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!