Γράφει η Μαρία Μανδάλου 

Άνεμος ουροβόρος. Φέρνει μια σκόνη αφρικανική, ντραλίζονται οι φρέζιες στο μπαλκόνι. Γρυλλίζει κατάρες το βρωμοπούλι στα ρείθρα της ασφάλτου. Φρενάρει μνήμες έξαρχες ο άδηλος ντελιβεράς, μια μερίδα γύρο παγωνιού με σως ντουμπάι, μια πατάτες Νάξου με τη φλούδα, μια κόκα παγωμένη, θα πληρώσετε με κάρτα ή τοις μετρητοίς; Στριγγλίζουν τα φρένα του στο κράσπεδο. Τον καταπίνει η λακκούβα που ο δήμος δεν εδέησε να κλείσει, peccata minuta. Πάει λοιπόν κι ο Πάκης ο διανομεύς, ένιγουέι, θα τον αντικαταστήσωμεν με ρομποτάκιον υψηλής τεχνολογίας, χάι-τεκ που λένε κι οι σοφοί, ε, στην αρχή θα παραπονεθούνε οι αιτούντες, μετά θα συνηθίσουνε, δευτέρα φύσις η έξις, θα τους κάμωμεν και μίαν έκπτωσιν, δήθεν, όλα πρίμα. Και μια πατάτες Νάξου, με τη φλούδα. Αυτή τήνε σιχαίνεται η μήτηρ μου, αυτά είναι σκουπίδια, λέει, έτσι λέει, πού ξανακούστηκε πατάκες με τη φλούδα τέκνον μου επιούσιον; Αυτά ούτε τα γουρούνια δεν τα τρώνε. Άμα πεινάς, τρως και τα ίδια σου τα εντόσθια, σύριξε μια φωνούλα εγκρεμνή, από το Υπερπέραν των αθλίων. Ουροβόρος χρόνος. Των ολίγων. Ή μήπως των πολλών; Τις οίδε; Μέρες που είναι, μεθεόρτια, στα ύψη το πετρόλαδον, το ντίζελ, το αέριο, έχουνε μανταλώσει και διπλομανταλώσει τα Στενά, μαναχά τους πήγανε και κλειστήκαν τα Στενά, τα συγγνωστά, φυσάει κι ένας άνεμος σερέτης, φέρνει μια σκόνη «φερμένη απ’ τ’ αλλού», αγέρας μάγκας και νταής, θα μας γεμίσει λάσπη και λωβοκύτταρα. Θα σπεύσωμεν εις το φαρμακείον να υλοποιήσωμεν την άυλη συνταγή, κάτι κρεμούλες και κάτι σπρέι μένουν εκτός, ε, να βγάλουνε κάτι και οι φαρμακευτικές, να αυξηθεί και το Ακαθάριστον Εγχώριον, η υγεία είναι το παν, τον σταυρό μας να κάνουμε, τας παραδόσεις να τηρούμε, τουμπεκί να κάνουμε, πώς μιλάς έτσι τέκνον μου, δεν είναι πράματα αυτά, έτσι σε μάθαν’ στο σκολειό; Και πού να δεις και τα φτυχία μου, εξέμεσε φωνή ενδελεχής εκ της οθόνης, όλα μου τα χαρτιά να δεις, στα Σάουθ Ύστερν και τα ρέστα, εκεί να δεις παράσημα και δάφνες και ταχταρίσματα και νιτερέσα ιδανικά, εκεί να δεις τις τσούπρες να μου πίνουνε το «μαύρο σπέρμα». Α, παραλογίστηκε ο τάλας, έκοψε πείρο… Τον φυγαδεύσαμε με δρόμωνα αιολικό, τον στείλαμε στα όρη στα βουνά, τον στείλαμε για βρούβες, σ’ εκείνη τη γνωστή βρυσούλα τον ξαποστείλαμε, πατσούλες να ξεπλένει και κατσικοπόδαρα. Έχουνε μια ζελατίνη αυτά, κάνουν ωραία σούπα…

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!