του Μάκη Τσίτα

Μια μέρα που κάθομαν μπροστά στη δροσερή αυλόπορτα (που δε διαθέτω διότι μένω σε διαμέρισμα του κέντρου) και καθάριζα φρέσκα φασολάκια (τα οποία σιχαίνομαι) σκεπτόμενος το μάταιο της πράξης μου (καθόσον δεν ξέρω να μαγειρεύω) είδα, εν είδει οράματος, την (εκ πατρός) γιαγιά μου Μπερσιμπένια.

«Γιαγιά, γιαγιά!» φώναξα και έτρεξα με λαχτάρα να την αγκαλιάσω.

«Βρε βλαμμένε, σου μοιάζω για γιαγιά;» ακούστηκε η τραχιά φωνή του συγχωρεμένου του κυρ Στέλιου, που υπήρξε επί εικοσαετίαν ο επίσημος υδραυλικός της γειτονιάς και πέθανε από ανακοπή καθώς επιδιόρθωνε τον μπιντέ της κυρίας Κοξόνουγλου, της ειρηνοδίκου.

Ταράχτηκα πολύ με την αγενή προσφώνησή του. Πρώτον διότι ξύπνησαν αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία, τότε που το παρατσούκλι μου ήταν «το Βλαμμένο» και δεύτερον διότι ανησύχησα: «Άλλο βλέπω και άλλο αντιλαμβάνομαι;» αυτομονολόγησα αλλά απάντηση δεν πήρα. Ντύθηκα βιαστικά και αγχωμένος και βγήκα.

Δεν εβρέθηκα όμως στο δρόμο του σπιτιού μου αλλά σε βουλεβάρτο. Επερπάτησα πολλήν ώρα. Κόσμος πηγαινοέρχονταν φορτωμένος με ψώνια. Ήταν όλοι ευδιάθετοι και ομιλιτικοί. Ταυτοχρόνως ακούγονταν από παντού χαρούμενες, αγγελικές θαρρείς, παιδικές φωνές, που με χαλάρωσαν.

Είχε πια μεσημεριάσει κι εγώ χωρίς πρωινό, χωρίς δεκατιανό είχα πεθάνει της πείνας. Τα βήματά μου με οδήγησαν στο πατρικό μου. Χτύπησα το κουδούνι. Μου άνοιξε η μητέρα μου.

«Καλώς το αγόρι μου», είπε σα να με περίμενε. Με αγκάλιασε, με φίλησε σταυρωτά και μου ευχήθηκε: «χρόνια πολλά!».

Και τότε είδα τη διακόσμηση με τις γιρλάντες και τα κινέζικα φαναράκια.

«Τι γιορτάζουμε, μητέρα;», ρώτηξα παραξενευμένος. «Είναι κάποια επέτειος;»

«Πού θα πάει το χάλι σου; Πάντα εκτός τόπου και χρόνου; Τα ίδια έκανες και κάτω. Χριστούγεννα είναι, παιδί μου».

«Χριστούγεννα;»

«Ναι. Η γέννησις του Θεανθρώπου!».

(Έτσι εξηγούνται όλα λοιπόν, αναστοχάστηκα).

«Σε περιμένουμε από ώρα», είπε, «πέρνα μέσα».

Στη σαλοτραπεζαρία ήταν μαζεμένοι διάφοροι από ετών αποδημήσαντες συγγενείς μου: Η γιαγιά (εκ μητρός) Συρματένια, ο σύζυγός της παππούς Κύκκος, η διπολική αδερφή της μαμάς θεία Αντιγόνη, ο μικρός αδερφός της μαμάς θείος Μποντόσης με τη σύζυγό του Τσουντόι και τον γιο τους Αβακούμ, η ξαδέρφη της μαμάς θεία Αρουντάτι και ο σύζυγός της Ενώχ.

Ταράχτηκα που τους είδα. Προσπάθησα να φανώ ψύχραιμος και να τους καλησπερίσω. Αντ΄αυτού «Τι δουλειά έχω εδώ μέσα;» φώναξα και πήγα να φύγω.

Κι εκείνη τη στιγμή μου ‘ρχεται μια ξανάστροφη που μου ‘φυγε το σαγόνι. Γυρίζω έντρομος και βλέπω έναν ψηλό και εύσωμο ρασοφόρο, που αργότερα έμαθα ότι ήταν ο νέος πνευματικός της μαμάς, ονόματι Ιερώνυμος, τέως Ευχέτης της Μασονικής Στοάς, κτήτωρ του βουδιστικού ναού Άργους Ορεστικού και νυν Επίσκοπος Καημένου, Δεδέαγατς και Νοτίου Μαδαγασκάρης.

«Έλεος!» εφώναξα και εισέπραξα άλλη μία δυνατότερη.

«Τι υστερίες είναι αυτές, παλιοζαγάρ’;» είπε κοφτά ο Θεοφιλέστατος. «Πήγαινε γρήγορα στη θέση σου!».

Υπάκουσα αδιαμαρτύρητα. Από τη μία ο φόβος και από την άλλη το πνεύμα των Χριστουγέννων δε με άφησαν ούτε να στεναχωρηθώ, ούτε να θυμώσω.

Το φαΐ είχε μόλις σερβιριστεί: γεμιστή γαλοπούλα, σικτίρ πιλάφ, μακαγιάμπου, φάβα, νουντλς με λαχανικά και κοτόπουλο, πιροσκί, γουακαμόλε με νάτσο τσιπς, σούσι με καπνιστό σολομό, τηγανητές ακρίδες, ψιλοκομμένος παστουρμάς, τσιτσίραβλα, άζυμο ψωμί.

Έβαλα αφρώδες κόκκινο κρασί στο ποτήρι μου και τσούγκρισα με τους παρευρισκόμενους.

Περιμέναμε τον γεροντότερο του τραπεζιού να ευχηθεί πρώτος, όπως απαιτούσε και το σαβουάρ βιβρ. Οπότε ο παππούς Κύκκος ίσιωσε τη μασέλα του, φύσηξε τη βουλωμένη μύτη του, ξερόβηξε και είπε με σοβαρότητα:

«Βίον ανθόσπαρτον και καλούς απογόνους!»

Τότε υποψιαστήκαμε ότι μάλλον έπαθε νέο εγκεφαλικό και του χαμογελάσαμε με κατανόηση.

Σηκώσαμε και πάλι τα ποτήρια, ξανατσουγκρίσαμε κι εγώ βιάστηκα (τι μ’ έπιασε;) να ευχηθώ:

«Χρόνια πολλά!»

Κοιτάχτηκαν όλοι αμήχανα μεταξύ τους.

«Τι έγινε, ξάδερφε, κολλητικό είναι το εγκεφαλικό;», είπε με κάποια ένταση (και ίσως ειρωνία) ο Αβακούμ.

Η μαμά, ως συνήθως, έσωσε την κατάσταση:

«Εχθές ανέβηκε, δεν έχει προλάβει ακόμα να προσαρμοστεί».

Συμφώνησαν όλοι σιωπηρώς. Σηκώσαμε για τρίτη φορά τα ποτήρια. Τσουγκρίσαμε και είπαν όλοι με ένα στόμα:

«Καλή Δευτέρα Παρουσία!»

«Καλή Δευτέρα Παρουσία!», ευχήθηκα τελευταίος κι εγώ.

Σχόλια

Σου άρεσε αυτό το άρθρο; Ενίσχυσε οικονομικά την προσπάθειά μας!